Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αβράμιος

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΒΡΑΜΙΟΥ, Επισκόπου Αρβήλ της Περσίδος.                                                                                                                                              
Αβράμιος ο ένδοξος του Χριστού Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος πόλεως τινος της Περσίας ονομαζομένης Αρβήλ. Κατά δε το πέμπτον έτος του διωγμού, ο οποίος έγινεν εις την Περσίαν εναντίον των Χριστιανών συνελήφθη ούτος υπό Αδερφορά αρχιμάγου του βασιλέως, και εβιάσθη υπ’ αυτού να αρνηθή μεν τον Χριστόν, να προσκυνήση δε τον ήλιον. Ο δε μακάριος Αβράμιος έλεγεν εις αυτόν· «Άθλιε και ταλαίπωρε, πως δεν φοβείσαι παρακινών με να πράξω τα μη πρέποντα; Και είναι δυνατόν να αφήσω τον Ποιητήν του ηλίου και όλων των κτισμάτων και να προσκυνήσω τον ήλιον, τον του Θεού κτίσμα και ποίημα άψυχον»; Οι λόγοι ούτοι του Επισκόπου ετάραξαν ουχί ολίγον τον αρχιμάγον. Όθεν πάραυτα προστάσσει να εκδύσωσι τον Άγιον, να ρίψωσιν αυτόν εις την γην και να τον δέρωσιν αγρίως με ράβδους. Επειδή δε είδε τον Μάρτυρα ότι υπέφερε με γενναιοκαρδίαν την τιμωρίαν ταύτην και ότι προσηύχετο δια τους τιμωρούντας αυτόν και έλεγε «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, διότι δεν ηξεύρουν τι πράττουσι», τούτου ένεκα διέταξεν ο θηριώδης και απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν και ούτως ετελειώθη ο μακάριος Αβράμιος εν κώμη καλουμένη Θελμάν και έλαβε παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Νικόλαος ο Στουδίτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Ομολογητού του Στουδίτου.                                                                                                                                                 

Νικόλαος ο Όσιος Πατήρ ημών ο Στουδίτης εγεννήθη μεν εις την νήσον Κρήτην, επιθυμών δε να ίδη συγγενή του τινά, ονόματι Θεοφάνην, ανεχώρησεν εκ της πατρίδος του και επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ευρών εκείνον ει το Μοναστήριον του Στουδίου συνηριθμημένον μετά των λοιπών αδελφών, ενδύεται και αυτός το σχήμα των Μοναχών. Αφ’ ου δε διήλθε πάσαν πνευματικήν παιδείαν και εδιδάχθη ακριβέστατα ποία είναι τα σημεία και ιδιώματα της Μοναχικής πολιτείας και αφ’ ου έφθασεν εις το άκρον της αρετής, εχειροτονήθη Ιερεύς. Τι δε συνέβη μετά ταύτα; Εξορίζεται ο αοίδιμος ούτος Νικόλαος μετά του Αγίου Θεοδώρου του Ηγουμένου του Μοναστηρίου των Στουδιτών, και ανακληθέντες και οι δύο εκ της εξορίας δέρονται έπειτα με βούνευρα κατά προσταγήν του βασιλέως Λέοντος Ε΄ Αρμενίου του εικονομάχου, εν έτει ωιστ΄ (816), διότι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας και ούτω ρίπτονται εις την φυλακήν. Πάλιν δε ερωτηθέντες και βεβαιούντες την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, δέρονται και είτα δεθέντες, ρίπτονται πάλιν εις την φυλακήν· μείναντες δε εκεί έτη τρία και ταλαιπωρηθέντες με πείναν και δίψαν και γύμνωσιν, εκείθεν στέλλονται εις την Σμύρνην. Δαρέντες δε και εκεί, ρίπτονται εις την φυλακήν και οι πόδες των σφαλίζονται εις το τιμωρητικόν ξύλον. Αφ’ ου παρήλθον είκοσι μήνες, απέθανεν ο Αρμένιος Λέων και τότε οι μακάριοι ούτοι Όσιοι και Ομολογηταί, ελευθερωθέντες από της φυλαλής, μετέβησαν εις την Χαλκηδόνα και εκεί συναντήσαντες τον τρισόλβιον Νικηφόρον, τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ευρίσκοντο μετ’ αυτού. Μετ’ ολίγον δε, όταν μετά τον Αρμένιον έγινε βασιλεύς Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός, ο εικονομάχος, εν έτει ωκ΄ (820), εξορίζονται εις την Προύσαν κατά προσταγήν του Μιχαήλ· από εκεί εξορίζονται εις τον Ακρίταν, ένθα διατρίβων ο Άγιος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησεν. Αφ’ ου δε απέθανε Μιχαήλ ο Τραυλός και εδέχθη την βασιλείαν Θεόφιλος ο υιός του, εν έτει ωκθ΄ (829), πάλιν εκινήθη πόλεμος κατά των ευσεβών, όσοι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας· αφ’ ου δε και ο Θεόφιλος έπαυσε του ζην, και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα μετά του υιού της Μιχαήλ Γ΄ έγιναν διάδοχοι της Βασιλείας εν έτει ωμβ΄ (842), επήλθεν ειρήνη σταθερά εις τους Ορθοδόξους. Όταν δε ο Μακεδών Βασίλειος Α΄ έγινε βασιλεύς εν έτει ωξζ΄ (867), τότε με πολλάς παρακινήσεις του κατέπεισε τον Όσιον τούτον και πολύαθλον Νικόλαον και κατέστησεν αυτόν Ηγούμενον εις το Μοναστήριον του Στουδίου, ότε ήτο πλέον γέρων εις την ηλικίαν. Με τοιούτους λοιπόν και τοσούτους αγώνας διανύσας την ζωήν του ο Ιερός ούτος Πατήρ και υπό των πολλών κακοπαθειών ταλαιπωρηθείς, εν ειρήνη ανεπαύσατο, ζήσας έτη εβδομήκοντα πέντε. 

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΣΙΔΩΡΟΥ του Πηλουσιώτου.                                                                                                                                     

Ισίδωρος ο θείος Πατήρ ημών ο Πηλουσιώτης κατήγετο εκ της Αιγύπτου, υιός ων γονέων ευγενών και θεοφιλών, συγγενής δε Θεοφίλου και Κυρίλλου των της Αλεξανδρείας Αρχιεπισκόπων, ακμάσας περί το υιβ΄ (412) έτος. Oύτος λοιπόν επειδή ήτο γεγυμνασμένος εις το άκρον, τόσον κατά την εσωτερικήν και θείαν φιλοσοφίαν, όσον και κατά την εξωτερικήν, δια τούτο και πάμπολλα συγγράμματα αφήκεν εις τους φιλομαθείς, λόγου και ενθυμήσεως άξια. Αυτός δε παραιτήσας πλούτον και γένος λαμπρόν, και ευδαιμονίαν ζωής, μετέβη εις το Πηλούσιον όρος και ενδυθείς το Μοναχικόν σχήμα, εκεί εσχόλαζε προσευχόμενος και συνομιλών νοερώς μετά του Θεού. Εκ του Πηλουσίου όρους εδίδασκεν ο Όσιος όλην την οικουμένην και εφώτιζεν αυτήν δια των θείων λόγων του, τους εναρέτους εις την αρετήν επιστηρίζων, τους απειθείς παρακινών εις ευπείθειαν και με τον αυστηρόν των ελέγχων του και εις αυτούς τους ιδίους τους βασιλείς υπομιμνήσκων και παραινών τα συμφέροντα εις την οικουμένην και γενικώς, εις όλους εκείνους, όσοι ηρώτων αυτόν δι’ απορίας εκ των Αγίων Γραφών, έδιδε σοφωτάτας λύσεις και ερμηνείας. Λέγουσι δε τινες, ότι αι επιστολαί του θείου τούτου Πατρός αριθμούνται, ως έγγιστα, εις δέκα χιλιάδας. Ούτω λοιπόν κάλιστα διανύσας την ζωήν του και κατά Θεόν πολιτευσάμενος, με γήρας βαθύ ετελείωσε τον Βίον του περί το υν΄ (450) έτος της σωτηρίας. 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον

«Δεύτε άπαντα τα πέρατα της γης, την Σεπτήν μετάστασιν της Θεομήτορος μακαρίσωμεν... Η γαρ των Ουρανών υψηλοτέρα και των Χερουβείμ ενδοξοτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν και πληρούνται τα σύμπαντα χαράς» (Τροπάριον β' Λιτής της εορτής).



Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον, την αειπάρθενον, την μητέρα του φωτός. Χαίρει, γιατί υποδέχεται την θεοχώρητο κόρη και αγνή Θεοτόκο, το κλέος των προφητών, την θυγατέρα του Δαυΐδ. Χαίρει, όταν βλέπη να ανεβαίνη από την γη που είναι έρημος από αρετή και ωραιότητα Εκείνη που ανέτρεψε την κατάρα και την μετέτρεψε σε ευλογία. Χαίρει ο ουρανός, γιατί τιμάται υποδεχόμενος την πάντων Βασίλισσα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη» και παρισταμένη στα δεξιά του Σωτήρος. Χαίρει βλέπων «την βάτον την φλεγομένην και μη καιομένην», «την λαβίδα των μυστικών την τον άνθρακα Χριστό συλλαβούσα εν γαστρί» να μετακομίζη εις την άνω Ιερουσαλήμ για ατελεύτητο κατάπαυση. Χαίρει ο ουρανός, γιατί μετέστη προς την ζωήν «η κλίμαξ δι ἧς κατέβη ο Θεός», «η της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον», «η των ειδώλων ελέγξασα τον δόλον», η Θεοτόκος. Χαίρει και αγάλλεται και σκιρτά βλέπων στον ουρανό τον έμψυχο ναό του Θεού, την τον θείον μαργαρίτην προαγαγούσα, Εκείνη δια της οποίας ελύθη η κατάρα, Εκείνη που Χριστόν προαγαγούσα έγινε αιτία χαράς και έκτοτε αντεισάγεται στον κόσμο αντί της καταδίκης η χάρις, αντί της απωλείας η σωτηρία, αντί του σκότους το φως, αντί του παροδικού το αιώνιον, αντί της αδικίας η δικαιοσύνη, αντί νυκτός η ημέρα, αντί του Βελίαρ ο Χριστός, την Θεομήτορα. Σήμερα, αδελφοί μου, το ηγιασμένον σκήνωμα του Υψίστου έλαβε επίγειο τέλος, ένδοξο και ευκλεές. Σήμερα, γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, η οποία εις τον ανενδεή Θεό σώμα και σάρκα εχάρισε. Γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, που έδωσε ένδυμα εις τον αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον. Σήμερα, γιορτάζουμε την εορτή Εκείνης, που αποτελεί το παλάτιον και τον θρόνον του Βασιλέως, Εκείνης που είναι η αιτία της θεώσεως όλων, Εκείνης που εισήγαγε στον κόσμο και στην οικουμένη τον Χριστό προς σωτηρία των ψυχών ημών. Άνθρωποι σκιρτήσατε, λογικές φύσεις αλαλάξατε, πάσα η γη, τω Κυρίω υψώσατε φωνήν αινέσεως, ότι εκοιμήθη η μήτηρ της ζωής και τον «κόσμον ου κατέλιπεν». Ο ουρανός άνωθεν ευφραίνεται, η γη αγάλλεται, η θάλασσα του κόσμου αναταράσσεται. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίζονται κηδεύσαι θεοπρεπώς την μεγάλη Μητέρα από την οποία ο Βασιλεύς της δόξης περιεβλήθη της σαρκός την πορφύρα και εκήρυξε την άφεση στους αιχμαλώτους της αμαρτίας και τους αποδήμους της θείας χάριτος. Πανηγυρίσατε φιλέορτοι και φιλόθεοι και θεόφιλοι. Η αμνάς η τεκούσα τον πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, η αμνάς η ελπίς πάντων ημών, προς τον Μεγάλο Ποιμένα, τον Δεσπότην Χριστό σήμερα ανυψώνεται από γης εις τα άνω, πρεσβευτικό υπέρ ημών εξανοίγουσα στόμα. Πανηγυρίσατε άνθρωποι ότι ο τάφος δεν μπόρεσε να κρατήση στους κόλπους του την μητέρα της ζωής ότι «ουχ είχε κατέχειν εις τέλος γη και τάφος και θάνατος, ζωαρχικόν σώμα και θεοδόχον»! Χαρήτε αδέλφια χαρά μεγάλη «παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος» «νενίκηνται γαρ της φύσεως οι όροι» στην Μητέρα του Θεού. Άσατε, άνθρωποι, τω Κυρίω «άσμα καινόν», αφού εν τη κοιμήσει της Θεοτόκου ο θάνατος δεν είναι πρόξενος λύπης αλλά χαράς. «Ζωής γαρ αϊδίου και κρείττονος ο θάνατος αυτής γέγονε». Είπωμεν πάντες οι ευλαβείς εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. «Πανύμνητε Μήτερ, Εσύ που μας προσέφερες το «σεσιγημένον» μυστήριον και το «σιωπόμενον δόγμα» εν τη Σεπτή Κοιμήσει Σου. Συ κόρη αμίαντε, παρθένε, αμόλυντε, άφθορε, πάγκαλε νεάνις. Συ γυναικών αγλάισμα, θυγατέρων καλλώπισμα. Συ εσφραγισμένη τη παρθενία, Συ του Νώε η Κιβωτός και του Ιωσήφ η σωφροσύνη. Συ η ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα, Συ η θυγάτηρ του Δαυΐδ, Συ η υπάρχουσα των προφητών η διόπτρα. Δεόμεθά Σου σήμερον. Δέξου τις προσευχές όλων μας, κλήρου και λαού ως λαμπάδα αναμμένη προ της θαυματουργού εικόνος Σου, ως προσκύνηση και από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Σε γαρ μόνην ασφαλή και βεβαίαν άγκυραν έχομεν. Δεόμεθά Σου Θεοτόκε. Φρούρει, φύλαττε και σώζε τον κόσμον. Δίδου εις αυτόν θεογνωσίαν, στήριξε την Εκκλησία, φύλαττε την πατρίδα ημών, σε ειρήνη μετάβαλε κάθε επιβουλή, καθότι ο εκ Σου τεχθείς Ιησούς ο Θεός ημών, Θεός και Βασιλεύς υπάρχει. Ειρηνοδότης και ειρηνοφόρος και «άνδρα αιμάτων και δόλιον βλελύσσεται». Αδελφοί μου, εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. Η κεχαριτωμένη έστω εις πάντας Υμάς σκέπη, ευλογία και χάρις, χαρά και χαρίτωσις. Αμήν.

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

H Θεοτόκος - του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                         
Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!...                                      
Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).


Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων.
Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσα στα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

1)  Α Τιμοθ. γ: 16
1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.
2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι
3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.
4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.
5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.
6) Αυτόθι σελ. 23.
7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.
8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…
9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.
10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.
11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37
12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11
13) Αυτόθι ΝΖ 6
14) Γεν. Δ : 26.
15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10
16) Αυτόθι ΝΖ  7
17) Αυτόθι  ΝΖ  6
18) Αυτόθι  ΝΒ  8
19) Μάρκου ιβ: 30
19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….
20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20
20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…
21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12
22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.
23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ
24)                                                   >>    ΝΓ 18
25)                                                   >>     ΝΓ47
26)                                                   >>     ΝΓ 46
27)                                                   >>     ΝΓ 50
28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Oi νεοφανείς Μάρτυρες Σταμάτιος και Ιωάννης

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων ενδόξων Νεομαρτύρων ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ των αυταδέλφων και ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Συναθλητού αυτών, των εκ Σπετσών καταγομένων και εν Χίω μαρτυρησάντων κατά το έτος αωκβ΄ (1822).                                                                                                                                  

Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Με κάθε δίκαιον δύναταί τις θαυμάζων να φωνάζη, διότι τους τρόπους με τους οποίους η πάνσοφος και πανάγαθος πρόνοια του Θεού τα πάντα οικονομεί, ούτε ο νους του ανθρώπου δύναται να τους χωρέση, ούτε η διάνοια να τους διακρίνη, ούτε η γλώσσα να τους λαλήση. Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ο Σαούλ ζητεί να εύρη τας χαμένας όνους του πατρός του και η θεία Πρόνοια χειροτονεί αυτόν βασιλέα του Ισραήλ. Ο Δαυϊδ πηγαίνει τροφάς εις τους αδελφούς του εις το στρατόπεδον και η πάνσοφος Πρόνοια ψηφίζει αυτόν και αποδεικνύει νικητήν και τροπαιούχον του αλλοφύλου ληστάρχου Γολιάθ. Οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες εξέρχονται της πατρίδος των να εμπορευθώσι, να κερδήσουν πλούτον πρόσκαιρον και η πάνσοφος Πρόνοια, με αυτόν τον τρόπον, τους προσκαλεί να λάβωσι κέρδος μέγα σχεδόν πάντη ανέλπιστον. Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Εξέρχονται από την πατρίδα των δια κέρδος προσωρινόν και η δυστροπία των καιρών τους φέρει εις τον λιμένα των μαρτυρικών αγώνων και τους αποδεικνύει στεφανηφόρους και νικηφόρους Μάρτυρας. Πλην δια να εννοήση έκαστος την υπόθεσιν του Μαρτυρίου των, πως ηκολούθησεν, ας την διηγηθώμεν εν συντομία.                                                                   
Σταμάτιος και Ιωάννης οι νεοφανείς Μάρτυρες του Χριστού, οι λαμπροί της Εκκλησίας φωστήρες, ήσαν γέννημα και θρέμμα της νήσου των Σπετσών· ο πατήρ αυτών ωνομάζετο Θεόδωρος, Γκίνης την επωνυμίαν, η δε μήτηρ αυτών Ανέζω. Αφ’ ου απέθανεν ο πατήρ των, έχοντες μετρίαν περιουσίαν, ανετράφησαν ομού με τους άλλους αδελφούς των, όταν δε έφθασαν εις ηλικίαν, εμπορεύοντο εις μικράς ποσότητας κατά την συνήθειαν των εντοπίων των. Κατά το έτος 1822, εν ω εταράχθη γη και θάλασσα από την γενομένην επανάστασιν κατά των ασεβώς και παρανόμως τυραννούντων Οθωμανών, εξήλθον ούτοι της πατρίδος των δια να εμπορευθώσι. Περιερχόμενοι και έχοντες το πλοίον των φορτωμένον με έλαιον, από εναντιότητα των ανέμων και θαλασσοταραχήν κατήντησαν να πέσουν αντίκρυ της νήσου Χίου, προς το μέρος της Ανατολής το λεγόμενον Τσεσμέ, εις το μέρος το οποίον ονομάζεται Αλάτσατα. Εκεί λοιπόν αράξαντες εξήλθον εις την ξηράν και παρουσιάσθησαν εις τινα Χριστιανόν, τον οποίον εθεώρησαν ότι τωόντι ήτο Χριστιανός, και αφού του εξέθεσαν τι άνθρωποι ήσαν, τον παρεκάλεσαν, δίδοντές του και αρκετά γρόσια, να τους οικονομήση τα όσα εχρειάζοντο προς διόρθωσιν του μικρού των πλοίου. Εκείνος όμως, αντί να τους οικονομήση, ως υπεσχέθη, εφάνη άλλος Ιούδας και πηγαίνων εις τον αγάν του τόπου του τους επρόδωσε και παίρνων ανθρώπους του αγά επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν και τους συνέλαβον. Ήσαν δε όλοι οι συλληφθέντες επτά, εκ των οποίων οι δύο φεύγοντες εθανατώθησαν, οι άλλοι δύο έπεσον εις την θάλασσαν, τους δε τρεις, τον πλοίαρχον και τους δύο τούτους αυταδέλφους, συλλαβόντες τους έφερον εις την Χίον και τους παρέδωκαν εις τον εκεί ευρισκόμενον πασάν· ήτο δε η εικοστή έκτη του Ιανουαρίου. Ο πασάς παραστήσας αυτούς έμπροσθέν του, εξετάσας αυτούς και μαθών ποίοι άνθρωποι ήσαν, επρόσταξε τους μεν δύο αδελφούς να κλείσουν εις την σκοτεινήν φυλακήν, τον δε γεροντότερον, ονόματι Νικόλαον, να τον εκβάλωσιν έξω από το Κάστρον εις την πεδιάδα, η οποία ονομάζεται Βουνάκι, και να τον αποκεφαλίσωσι. Παρεκίνουν δε τούτον καθ’ όλον τον δρόμον να γίνη Τούρκος και να του χαρίσουν την ζωήν. Ούτος δε απεκρίθη· «Τώρα πλέον θα κάμω εγώ νέον κόσμον; Όχι. Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θ’ αποθάνω· δεν αρνούμαι την πίστιν μου». Και φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον τον απεκεφάλισαν εις την ομολογίαν της Ορθοδόξου πίστεως. Ενώ δε οι νέοι ήσαν φυλακισμένοι εις την σκοτεινήν φυλακήν του κάστρου, ο πασάς διώρισε δύο ανθρώπους ιδικούς του, ένα Χίον Σερίφ τσαούσην ονομαζόμενον και ένα Λαζόν πεσκιρτζίμπασην την αξίαν, ανθρώπους και τους δύο κακίστους και παμπονήρους και υπεσχέθη εις αυτούς μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα, αν κατορθώσουν να καταπείσουν τους δύο αδελφούς ή με απειλάς βασάνων, ή με υποσχέσεις δωρεών να γίνουν Τούρκοι. Είχε λοιπόν, ο κατάρατος, μεγάλον πόθον να τους κάμη να αρνηθώσι την αγίαν πίστιν του Χριστού και να γίνουν Μουσουλμάνοι, λογιζόμενος τούτο ως προκοπήν του και ως τιμήν του μεγάλην, καθώς έλεγον οι πορευθέντες εκεί, ότι είπε· «Συμφέρει εις ημάς να έχωμεν τοιούτους ανθρώπους εις την πίστιν μας». Λαβόντες λοιπόν οι δύο ούτοι την τοιαύτην προσταγήν από τον πασάν, τι δεν έκαμαν, τι δεν εμεθοδεύθησαν; Δεν έπαυσαν, οι κατάρατοι, καθ’ ώραν και στιγμήν, κινούντες πάντα λίθον, κατά την παροιμίαν, πότε με υποσχέσεις μεγάλων δωρεών και αξιωμάτων πότε με απειλάς βασάνων και τιμωριών. Πλην όμως ούτοι έμενον στερεοί και αμετακίνητοι και με μεγάλην τόλμην αντέλεγον εις αυτούς. Αφ’ ου παρήλθον επτά ημέραι, χωρίς να δυνηθούν παντελώς να τους διασείσουν από την στερεάν των πίστιν, πηγαίνουν και οι δύο εις τον πασάν και του λέγουν· «Αφέντη, αυτοί ηννόησαν ότι βάσανα δεν τους κάμνομεν και δια τούτο κρατούν καλά το πείσμα των. Λοιπόν να μας δώσης την άδειαν να τους επιβάλωμεν τιμωρίας, ίσως τότε δυνηθώμεν να τους καταπείσωμεν, διότι με μεγάλην τόλμην αντιστέκονται και αντιλέγουν». Ο πασάς, ακούσας ταύτα, εστάθη ολίγην ώραν συλλογιζόμενος, έπειτα λέγει προς αυτούς· «Αυτοί οι γκιαούρηδες έχουν την συνήθειαν αυτήν και αν βάλουν το πείσμα των είναι αδύνατον να τους μεταβάλη κανείς. Ευκολώτερον κόπτει τις την κεφαλήν των ή το πείσμα των». Αυτά είπεν εις τους ευρεθέντας εκεί αγάδες, τα οποία ων παρών και εις των αρχόντων της χώρας, Χατζή Πολυχρόνης το όνομα, τα ήκουσεν από το ίδιον στόμα του πασά. Και ακόμη είπεν· «Αύριον παίρνει τέλος αυτό το ζήτημα». Οι δε καλοί νέοι, όντες εις την φυλακήν κεκλεισμένοι χωρίς να τους είπη τις τίποτε, προεγνώρισαν ως εκ θείας αποκαλύψεως ότι την ερχομένην ημέραν έχουν να τελειώσουν τον καλόν αγώνα και χαίροντες έλεγον εις τους φυλακισμένους· «Αύριον, αδελφοί, τελειώνομεν την ζωήν, αύριον είναι η υστερινή ημέρα της ζωής μας». Όθεν εζήτησαν να φέρουν κρυφίως χαρτί και έστειλαν έγγραφον την εξομολόγησίν των εις τον Επίσκοπον Χίου, ζητούντες να κάμη τρόπον να τους αξιώση των Αχράντων Μυστηρίων. Ο δε Αρχιερεύς τους διεμήνυσε με την ιδίαν γυναίκα, επειδή άλλος δεν έμβαινεν εις την φυλακήν, εκτός μόνον μία γυνή, Φράγκα το όνομα, της οποίας ο σύζυγος, Αγαπητός το όνομα, ήτο και αυτός κλεισμένος εις την ιδίαν φυλακήν, δι’ άλλην αιτίαν, τους διεμήνυσε, λέγω, να στέκουν στερεοί και να ετοιμασθούν με προσευχάς και δάκρυα και να μη δειλιάσουν παντελώς τον θάνατον, διότι τους αναμένει η δόξα του Παραδείσου, να συγχαίρουν με τους Μάρτυρας αιώνια. Παρήγγειλε δε και εις την γυναίκα να υπάγη την αυγήν να τους δώση τα Άχραντα Μυστήρια, επειδή Ιερεύς και άλλος Χριστιανός να εισέλθη εις τας φυλακάς ήτο αδύνατον. Ακούσαντες ούτοι τας εντολάς και νουθεσίας του Αρχιερέως από το στόμα της γυναικός, μετά δακρύων ηυχαρίστησαν τον Κύριον και διήλθον όλην την νύκτα άγρυπνοι, ψάλλοντες Παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και τους Οίκους αυτής και άλλας προσευχάς, όσας ήξευρον, εδέοντο δε της Κυρίας Θεοτόκου να μεσιτεύση εις τον Υιόν της να τους χαρίση δύναμιν, να μη δειλιάσουν τον θάνατον. Περί την αυγήν απεκοιμήθησαν ολίγον οι Άγιοι και εξυπνώντες είπον εις τους άλλους Χριστιανούς· «Ημείς, αδελφοί, σήμερον τελειώνομεν το ταξείδιον της ζωής μας. Όθεν σας παρακαλούμεν να δεηθήτε και σεις του Κυρίου μας να μας χαρίση δύναμιν». Τότε έβγαλαν και μερικά ενδύματα, τα οποία εφόρουν διπλά και τα έδωκαν εις τους φυλακισμένους εκείνους Χριστιανούς, εις άλλον ένα και εις άλλον άλλο και μερικά άσπρα από εκείνα τα οποία εκράτουν. Όταν δε έγινεν ημέρα, τους έστειλεν ο Αρχιερεύς τα Άχραντα Μυστήρια με την γυναίκα, την οποίαν προείπομεν, τα οποία εδέχθησαν μετά δακρύων. Αφού δε μετέλαβον των Αχράντων Μυστηρίων, ηυχαρίστησαν μεγάλως τον Κύριον και μετ’ ολίγον εγεύθησαν ολίγης τροφής, έστειλαν δε πάλιν δια της ιδίας γυναικός τας ευχαριστίας των εις τον Αρχιερέα, διότι τους οικονόμησεν εις την ανάγκην αυτήν, έστειλαν και ολίγα γρόσια παρακαλούντες αυτόν, όταν τελειωθώσι, να ψάλη τα λείψανά των και να τους μνημονεύση. Μετά παρέλευσιν δύο ωρών έδωσε προσταγήν ο πασάς να τους εκβάλουν από την φυλακήν και να τους φέρουν κάτωθι του σεραγίου, όπου εκάθητο, οπισθάγκωνα δεδεμένους και να τους ερωτήσωσιν, αν θέλουν να γίνουν Τούρκοι να κερδήσωσι την ζωήν των, ει δε μη, να τους κόψουν τας κεφαλάς. Ευθύς λοιπόν ετελειώθη το πρόσταγμα του τυράννου και φέραντες τους Αγίους ήρχισε τότε ο δήμιος να τους λέγη να υπακούσωσι, να δεχθώσι την Οθωμανικήν πίστιν δια να λυτρώσωσι την ζωήν των και να αξιωθώσι και μεγάλης τιμής. Οι δε Μακάριοι μεγαλοφώνως έκραζον λέγοντες· «Χριστιανοί θα αποθάνωμεν! Χριστιανοί είμεθα, Χριστιανοί εγεννήθημεν και Χριστιανοί θα αποθάνωμεν. Δεν αρνούμεθα τον Χριστόν, έστω και αν μεληδόν μας κατακόψητε· μόνον ό,τι θα κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν ενωρίτερα, μη χάνετε καιρόν ματαίως. Ημείς την πίστιν μας δεν την αρνούμεθα ποτέ». Αυτά τα ήκουσεν ο ίδιος ο πασάς από το παράθυρον όπου εκάθητο, επειδή με μεγάλην φωνήν και οι δύο τα εφώναζον. Όθεν έδωκε την απόφασιν να τους αποκεφαλίσουν. Παρευθύς λοιπόν αρπάσαντες τους Αγίους οι αιμοβόροι εκείνοι λύκοι τους έσυραν έξω του κάστρου με μεγάλην ταραχήν, έχοντες και δύο γυμνά ξίφη έμπροσθεν των οφθαλμών των Αγίων δια να δειλιάσωσι. Τούτο έκαμε τους ορώντας να τρέμουν βλέποντες την τόσην μανίαν αυτών. Αλλά και τον ένα από τους δύο, τον Ιωάννην, έκαμε τούτο να δειλιάση προς ώραν και να αλλοιωθή η όψις του. βλέπων δε τούτο ο Σταμάτιος του είπε· «Τι έπαθες, αδελφέ; Εδειλίασες τους κύνας; Δεν ενθυμείσαι την απόφασιν την οποίαν εκάμαμεν, να μη προδώσωμεν την πίστιν μας; Πως τώρα φαίνεσαι δειλός; Παρακάλεσε την Παναγίαν μας να σου δώση δύναμιν». Αυτά τα λόγια έδωσαν θάρρος εις τον Ιωάννην. Ενώ δε εξήρχοντο εις την έξω του κάστρου πεδιάδα, την λεγομένην Βουνάκι, έτρεχον πλήθος πολύ έμπροσθεν και όπισθεν. Οι δε Μακάριοι έκραζον μεγαλοφώνως. «Χριστιανοί είμεθα! Δια τον Χριστόν υπάγομεν εις θάνατον»! Όταν έφθασαν εις το μέρος όπου είναι κατέναντι των σφαγείων, κάτωθι της Παλαιάς Βρύσης, εκεί τους έστησαν να τους ερωτήσωσιν αν μετενόησαν και απεφάσισαν να δεχθώσι την πίστιν του Μωάμεθ, άλλως θα τους κόψουν, δείχνοντες συγχρόνως και το ξίφος. Τότε με μεγάλην φωνήν εξεφώνησαν και οι δύο: «Αδελφοί Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα και δια τον Χριστόν αποθνήσκομεν»! Και μάλιστα τρισσώς το είπον· «Χριστιανοί, Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα! Δεν αλλάζομεν την πίστιν μας! Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Τότε παρευθύς τους απεκεφάλισαν και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως και ανέβησαν στεφηφόροι εις τους ουρανούς να συνευφραίνωνται αιωνίως μετά των Αθλητών και Μαρτύρων. Τα δε τίμια των Αγίων λείψανα έμενον καταφρονημένα εις τον τόπον της καταδίκης. Έθεσαν δε, εις το μέσον των δύο, εις χαρτίον γεγραμμένην την αιτίαν της αποτομής των, ότι ήσαν εναντίον του βασιλέως των και κλέπται. Μετά δε τρεις ημέρας ηγγάρευσαν μερικούς Χριστιανούς και σύροντες αυτά τα έφερον εις την παραλίαν όπου επιβιβάσαντες εις λέμβον τα έρριψαν εις την θάλασσαν. Μερικοί δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έλαβον φροντίδα και επεμελούντο να τα ανασύρουν, αλλά δια τον πολύν φόβον ωκονόμησαν την υπόθεσιν ως εξής: Έδωκαν είδησιν εις φιλόχριστον τινα και φιλομάρτυρα Χριστιανόν, Γεώργιον το όνομα, βυρσοδέψην την τέχνην, να προσέχη εις την θάλασσαν όπου ευρίσκετο πάντοτε δια το έργον του μήπως και εκβάλη τα άγια λείψανα έξω. Λαβών λοιπόν την φροντίδα ο καλός Γεώργιος επρόσεχεν εις τούτο. Μετά τέσσαρας δε ημέρας, πνεύσας σφοδρός νότιος άνεμος εξέβαλε τα τίμια λείψανα εις το μέρος του Λαναρίτου της πανώλους, τα οποία λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν κρυφίως εις ένα χωράφιον, την δε κάραν του Ιωάννου δεν ευρήκαν ειμή μόνον του Σταματίου. Αυτό είναι το Μαρτύριον, αδελφοί, των νέων Μαρτύρων του Χριστού Σταματίου και Ιωάννου, των καλών αυταδέλφων, και Νικολάου του Συναθλητού αυτών, καθώς με όλην την επιμέλειαν ηδυνήθημεν να μάθωμεν από φιλαλήθεις άνδρας, χωρίς τινος προσθήκης. Ούτως ηγωνίσθησαν, οι καλλίνικοι νέοι, ούτως αντέστησαν μέχρι τέλους φυλάξαντες τον θησαυρόν της ευσεβούς πίστεως και υπέρ της πίστεως τμηθέντες τας κεφαλάς. Ήσαν δε, ως λέγουν, κατά την ηλικίαν, ο μεν Σταμάτιος ετών δέκα και οκτώ, ο δε Ιωάννης είκοσι και δύο, ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς φυλάξαι την πίστιν αμώμητον μέχρι τέλους, συνοδευομένην με έργα θεάρεστα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν. Αμήν. 

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Προφήτης ΑΖΑΡΙΑΣ

 Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Προφήτης ΑΖΑΡΙΑΣ, ο υιός Αδδώ, εν ειρήνη τελειούται.                          

Αζαρίας ο Άγιος Προφήτης ήτο υιός Αδδώ, καταγόμενος εκ της γης Συμβαθά και απέστρεψεν από τον Ισραήλ την αιχμαλωσίαν Ιούδα, αποθανών δε ετάφη εις τον αγρόν του. 

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

O Άγιος Μάρτυς Βλάσιος

 Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΒΛΑΣΙΟΥ του Βουκόλου.                                  

Βλάσιος ο Άγιος Μάρτυς ήτο από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, υιός γονέων πλουσιωτάτων, ηύξανε δε τον πλούτον των το πλήθος των ζώων, τα οποία είχον, και εκ του πλούτου τούτου έδιδον αφθονοπαρόχως και εις τους πτωχούς ελεημοσύνην. Όταν δε εκινήθη διωγμός υπό των Ελλήνων κατά των Χριστιανών, εζητείτο και ο μακάριος ούτος Βλάσιος, αλλά δεν ευρίσκετο· τούτου ένεκα ηρευνώντο ερημίαι και λαγκάδια υπό των Ελλήνων. Όθεν, τούτο μαθών ο του Χριστού ανδρείος αγωνιστής, παραδίδεται εις τους διώκοντας αυθορμήτως και μετά τοσαύτης χαράς, ωσάν να ήτο κεκλημένος εις βασιλικόν δείπνον, ξενοδοχεί και φιλεύει τους διώκτας και φονείς αυτού ως ευεργέτας και καλοθελητάς του. Παρασταθείς λοιπόν εις το κριτήριον ο γενναίος του Χριστού Αθλητής, και ερωτηθείς υπό του ηγεμόνος, εφανέρωσε το όνομά του, την πίστιν του και την τέχνην του· διο πάραυτα εξαπλώνεται από τα τέσσαρα μέρη του σώματος και δέρεται με ωμά νεύρα. Ο Θεός όμως ελάφρυνε τους πόνους του και ιάτρευσε τας πληγάς του. Βλέπων το θαύμα τούτο ο ηγεμών, ωνόμαζεν αυτό μαγείαν. Είτα βάλλει τον Άγιον εντός λέβητος πλήρους βεβρασμένου ύδατος, προστάξας να μείνη εκεί ημέρας πέντε· Άγγελοι δε Θεού καταβάντες παρεκίνουν τον Μάρτυρα να μη φοβήται, αλλά να έχη θάρρος και συγχρόνως διεσκόρπιζον το πυρ και τηνεξ αυτού βλάβην. Όθεν, μετά πέντε ημέρας, ελθόντες οι στρατιώται, ίνα εκβάλωσι τον Άγιον εκ του λέβητος, βλέπουσιν αυτόν ζώντα και άδοντα μετά των Αγγέλων· δια τούτο παρευθύς εκήρυξαν εαυτούς Χριστιανούς. Τούτο μαθών ο ηγεμών έστειλεν άλλους στρατιώτας, ίνα τον εκβάλωσι· πορευθέντες δε και εκείνοι και ιδόντες το θαύμα, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Έπειτα επήγε και αυτός ο ίδιος ο ηγεμών και βλέπων τον Άγιον εντός του βράζοντος ύδατος, ενόμισεν ότι εψυχράνθη το ύδωρ, όθεν διέταξε να του φέρωσιν εξ εκείνου, ίνα νίψη το πρόσωπόν του· τούτου δε γενομένου, ευθύς ετυφλώθη ο άθλιος και συγχρόνως απώλεσε την μιαράν του ψυχήν. Ο δε του Χριστού Μάρτυς δι’ εκείνου του ύδατος εβάπτισεν όλους τους πιστεύσαντας στρατιώτας εις το όνομα της Αγίας Τριάδος· έπειτα μεταβάς πλησίον εις την μάνδραν των ζώων του, παρήγγειλεν εις την μητέρα του και τους συγγενείς του τα πρέποντα δια την σωτηρίαν των και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Όσοι δε έτυχον εις την μακαρίαν του τελείωσιν είδον την αγίαν του ψυχήν εξελθούσαν του σώματος, ως λευκήν και φωτεινήν περιστεράν, ήτις επέταξεν εις τον Ουρανόν. Το δε ιερόν του σώμα ενεταφιάσθη εις τον ίδιον εκείνον τόπον και το ραβδίον του εβλάστησε πλησίον του εκεί θυσιαστηρίου και γενόμενον δένδρον μέγα, επεσκίασε το αυτό θυσιαστήριον.


Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Εύβουλος

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου,  μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΑΔΡΙΑΝΟΥ και ΕΥΒΟΥΛΟΥ.                                 

Αδριανός και Εύβουλος οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ της χώρας Βανέας, ποθούντες δε να ίδωσιν τους Ομολογητάς και Μάρτυρας του Χριστού, μετέβησαν εις την Καισάρειαν, όπου εμαρτύρουν πολλοί. Φανερωθέντες δε εκεί ότι ήσαν Χριστιανοί, εφέρθησαν εις τον άρχοντα Φιρμιλιανόν και παρρησία ομολογήσαντες τον Χριστόν, δέροντες εις την ράχιν και εις τας πλευράς, έλαβον δε και άλλας μεγαλυτέρας βασάνους· επειδή όμως έμενον στερεοί και αμετάθετοι εις την ομολογίαν του Χριστού, ωργίσθη, ένεκα τούτου, πολύ ο άρχων και ρίπτει αυτούς εις τα θηρία, ίνα τους φάγωσι. Και πρώτον μεν ο μακάριος Αδριανός, δοθείς εις λέοντα, ηγωνίσθη εναντίον εκείνου αγώνα ανδρικώτατον και επειδή διεφυλάχθη αβλαβής υπό της Χάριτος του Θεού, απεκεφαλίσθη· έπειτα ο Άγιος Εύβουλος, κολακευθείς πρότερον υπό του άρχοντος και πολύ παρακληθείς να αρνηθή τον Χριστόν ως ουδέν ενόμισε τας κολακείας και παρακινήσεις του, όθεν ερρίφθη και αυτός εις τον ίδιον λέοντα, τον οποίον νικήσας και μείνας και αυτός αβλαβής, αποκεφαλίζεται· και ούτω λαμβάνουσιν οι αοίδιμοι τους ακηράτους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ο Δίκαιος και Άγιος, ο Θεοδόχος Συμεών

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Δικαίου ΣΥΜΕΩΝ του Θεοδόχου και ΑΝΝΗΣ της Προφήτιδος.                                                                                                                                        

Συμεών ο Δίκαιος και Άγιος, ο Θεοδόχος, έλαβε μακράν και πολυχρόνιον ζωήν εις τον κόσμον τούτον, επειδή απεκαλύφθη εις αυτόν υπό του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν θα ιδή θάνατον προ του να θεωρήση δια των ιδίων οφθαλμών του τον Δεσπότην Χριστόν. Όθεν, όταν ο Κύριος ημών προσεφέρθη εις τον Ναόν, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, τότε εδέχθη αυτόν εις τας αγκάλας του και πληροφορηθείς υπό του Αγίου Πνεύματος τα περί αυτού μέλλοντα, έλαβε το τέλος της ζωής του, κατά τον ανωτέρω χρηματισμόν και την αποκάλυψιν του Αγίου Πνεύματος. Άννα δε η μακαρία Προφήτισσα ήτο θυγάτηρ Φανουήλ, καταγομένη εκ της φυλής του Ασήρ, ενός των δώδεκα Πατριαρχών υιών Ιακώβ. Αφ’ ου δε συνέζησε με άνδρα έτη επτά και εστερήθη τούτον δια του θανάτου, έκτοτε παρέμεινεν εις τον Ναόν και κατεγίνετο καθ’ όλην την ζωήν αυτής εις προσευχάς και νηστείας· όθεν, επειδή αδιακόπως ευρίσκετο εις τοιαύτα θεάρεστα έργα, δια τούτο και αύτη η μακαρία, ηξιώθη να ίδη τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όταν προσεφέρθη, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, εις τον Ναόν υπό της Παναγίας Μητρός του και του Δικαίου Ιωσήφ. Ανθωμολογείτο δε αύτη, ήτοι ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν και προεφήτευε φανερά τα περί του Χριστού εις όλους εκείνους, όσοι ευρέθησαν τότε εις τον Ναόν, λέγουσα ταύτα· «Τούτο το βρέφος είναι εκείνος ο Κύριος, όστις εστερέωσε τον Ουρανόν και την γην· τούτο το βρέφος είναι ο Χριστός, περί του οποίου όλοι οι Προφήται προεκήρυξαν». Ημείς λοιπόν την μνήμην των δύο τούτων Αγίων σήμερον εορτάζοντες, κηρύττομεν δι’ αυτών την φρικτήν και απόρρητον του Θεού προς ημάς συγκατάβασιν. Η σύναξις δε αυτών τελείται εν τω Αποστολείω του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, τω όντι εν τω σεβασμίω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου, πλησίον της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας. 

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο Νέος Οσιομάρτυρας Γαβριήλ

Τη αυτή ημέρα Β΄ (2α) Φεβρουαρίου, μνήμη του Νέου Οσιομάρτυρος ΓΑΒΡΙΗΛ, μαρτυρήσαντος εν έτει αχοστ΄ (1676)                                                                                                                                     

Γαβριήλ ο Αγγελώνυμος Μάρτυς του Χριστού κατήγετο εκ της Προικονήσου, αφ’ ου δε ηλικιώθη εξελέξατο τον ήσυχον και εκλεκτόν βίον των Μοναχών. Γενόμενος δε Μοναχός, ως ευλαβής και ενάρετος, εφύλαττεν ακριβώς τα της μοναχικής πολιτείας καθήκοντα ακριβέστατα, ένεκα δε τούτου έλαβε παρά Θεού ζήλον, ίνα μαρτυρήση δια το όνομα αυτού το άγιον. Ελθών λοιπόν εις Κωνσταντινούπολιν έγινε κήρυξ εις την Εκκλησίαν του Πατριαρχείου, ήτοι προσεκάλει δια της φωνής του τους Χριστιανούς εις την Εκκλησίαν, διότι ούτε κώδωνες, αλλ’ ούτε και σήμαντρα επετρέποντο εις τους Χριστιανούς υπό των Τούρκων, ίνα σημαίνωσι την ώραν της Εκκλησιαστικής ακολουθίας. Πολλάκις δε προσευχόμενος ο μακάριος παρεκάλει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όπως αξιώση αυτόν ίνα μαρτυρήση δια το όνομα αυτού το Άγιον, διό και επέτυχε της αιτήσεως ως εξής: Εξελθών ημέραν τινά έξω του Πατριαρχείου, όπως εύρη εκείνο όπερ επόθει και εζήτει παρά Θεού (το Μαρτύριον), διερχόμενος δια μιάς των οδών της πόλεως συνήντησεν Οθωμανόν τινα, όστις εκ της συνηθισμένης εις αυτούς θρασύτητος έσπρωξε τον Μάρτυρα, ως τάχα μη παραμερίσαντα από τον δρόμον, δια να του κάμη τόπον να περάση. Ο δε Μάρτυς αντέσπρωξεν αυτόν και την θρησκείαν του ύβρισεν· οι δε εκεί παρόντες Αγαρηνοί, ακούσαντες τας ύβρεις του Μάρτυρος και τας φωνάς του ομοπίστων των, οι οποίοι τους εκάλουν εις εκδίκησιν, έτρεξαν κατεπάνω του Μάρτυρος, τον συνέλαβον και δέρνοντες και σπρώχνοντες αυτόν ανηλεώς, τον έφεραν εις τον κριτήν· και ο μεν εις Αγαρηνός εβόα και εζήτει δίκην κατά του Μάρτυρος, διότι ύβρισρ την πίστιν των, οι δε λοιποί φωνάζοντες εμαρτύρουν αληθή τα καταγγελλόμενα. Τότε ο κριτής επρόσταξε να βάλωσι τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, δώσας και την κατ’ αυτού δίκην έγγραφον. Το πρωϊ εκβάλλοντες εκ της φυλακής τον Μάρτυρα τον έφεραν εις τον διοικητήν (διότι ο βασιλεύς ήτο με τον βεζύρην εις την Αδριανούπολιν) και έδειξαν εις αυτόν το του κριτού γράμμα. Ο δε διοικητής τον ηρώτησεν αν πράγματι είναι αληθή τα γραφόμενα και λεγόμενα κατ’ αυτού. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Ναι, αληθή είναι». Τότε, του λέγει ο διοικητής· «Άφες, άνθρωπε, την πίστιν ταύτην και ελθέ εις την ιδικήν μας· δεν βλέπεις πόσην δόξαν και τι βασίλειον έχει η του Μωάμεθ θρησκεία»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Μη μοι γένοιτο να έλθω εις τόσην τρέλλαν και αγνωσίαν, ώστε να είπω μόνον άνθρωπον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν, τον τέλειον άνθρωπον· τον δε ιδικόν σας, ουδέποτε θα ονομάσω προφήτην! Αλλά τον μεν Ιησούν μου ομολογώ και πιστεύω πως είναι Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού, τον δε ιδικόν σας Μωάμεθ κηρύττω πως δεν είναι προφήτης, αλλ’ άνθρωπος ιδιώτης, αγράμματος, πλαστογράφος και πολέμιος του Σωτήρος ημών Χριστού και επομένως τον εξουθενώ και αποστρέφομαι και την πίστιν του». Τότε λέγει ο διοικητής· «Μήπως είσαι μεθυσμένος, άνθρωπε; Ή είσαι τρελλός»; Λέγει ο Μάρτυς· «Ούτε μεθυσμένος, αλλ’ ούτε και τρελλός είμαι. Αλλά Χάριτι Θεού είμαι υγιής και κατά τον νουν και κατά την ψυχήν». Τότε ο διοικητής, τρέψας το ήμερον εις αγριότητα, είπε με θυμόν προς τον έπαρχον· «Παράλαβε αυτόν και αποκεφάλισέ τον». Ο δε έπαρχος, παραλαβών αυτόν δεδεμένον, έφερε πλησίον εις τον Παχτζέ-καπισί εγγύς του Τελωνείου, και προσευχηθείς πρώτον ο Μάρτυς, απετμήθη χαίρων την μακαρίαν κεφαλήν και έλαβε τον τρίπλοκον στέφανον, του Μαρτυρίου, της ασκήσεως και της παρθενίας. Επειδή δε οι Χριστιανοί δεν ηδυνήθησαν να δώσωσι χρήματα εις τους φιλοχρύσους Τούρκους, ίνα αγοράσωσι το ιερόν λείψανον του Μάρτυρος και ενταφιάσωσιν αυτό, μετά τρεις ημέρας το έρριψαν οι Τούρκοι εις την θάλασσαν. Ο δε Θεός, ο δοξάζων τους δούλους αυτού εν ουρανοίς, εδόξασε και τον Μάρτυρα τούτον, αν και επί γης το σώμα του μακαρίου έμεινεν, προς ώραν, άταφον. 

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΟΡΔΑΝΗΣ ο Τραπεζούντιος

Τη αυτή ημέρα Β΄ (2α) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΟΡΔΑΝΗΣ ο Τραπεζούντιος, ο μαρτυρήσας εν Κωνσταντινουπόλει εν έτει αχν΄ (1650), ξίφει τελειούται.                                                             

Ιορδάνης ο ευλογημένος Νεομάρτυς ήτο από την Τραπεζούντα, την τέχνην καζαντζής, υπανδρευμένος εις Γαλατάν της Κωνσταντινουπόλεως ετών τεσσαράκοντα. Ημέραν δε τινα κατά την εορτήν των Εισοδείων της Παναγίας, διεσκέδαζεν ομού με τινας Αγαρηνούς, συμπατριώτας και συντεχνίτας του και έπαιζον και παιγνίδι εις το εργαστήριόν του, κείμενον εις τόπον καλούμενον Σουλτάν Βαγιαζήτ, εις δε εξ αυτών είπε χλευάζων Ελληνιστί· «Άγιε Νικόλαε ψωριάρη, βοήθησόν με να νικήσω», του απεκρίθη και ο Ιορδάνης χλευάζων ομοίως τον Προφήτην του. Και τότε μεν ως συμπαίζοντες και διασκεδάζοντες ανεχώρησαν έκαστος εις τα ίδια· το πρωϊ όμως, εις εξ αυτών ενήργησε να εκδοθή τοιαύτη διαταγή, ότι όποιος υβρίση τον προφήτην των να θανατώνεται· τούτο μαθών ο Ιορδάνης εκρύφθη εις την οικίαν Αγαρηνού τινος μεγάλου· οι δε Τούρκοι εξέδωσαν πάλιν και άλλην διαταγήν, ότι όποιος Τούρκος κρύψη Χριστιανόν βλάσφημον εις τον Μωάμεθ, θα θεωρήται ως να είναι αυτός άπιστος και θα τιμωρήται αυστηρώς. Τούτου ένεκα ηναγκάσθησαν οι κρύπτοντες αυτόν να τον παρουσιάσουν εις τον Βεζύρην και να μαρτυρήσουν κατ’ αυτού ότι ύβρισε τον Μωάμεθ· ο δε Βεζύρης του λέγει· «Άνθρωπε, κατά την μαρτυρίαν αυτών, ή η κεφαλή σου πρέπει να κοπή, ή πρέπει να γίνης Τούρκος· και αν γίνης Τούρκος, να σε τιμήσω μεγάλως» (διότι τον εγνώριζεν εκ των προτέρων). Τότε ο Ιορδάνης, λαμπρά τη φωνή, λαμπρώς εβόησε· «Δεν αρνούμαι τον γλυκύτατον μου Ιησούν Χριστόν, αλλά αυτόν πιστεύω και ομολογώ δια Θεόν αληθινόν τούτο μόνον ζητώ παρά της σης εξουσίας· το να μου δώσης άδειαν να υπάγω εις το κατάστημά μου δια να δώσω λογαριασμόν ό,τι οφείλω να δώσω και να λάβω και τότε ας γίνη το θέλημά σου». Τότε ο Βεζύρης επρόσταξε τον έπαρχον να τον υπάγη εις το εργαστήριόν του, κατά την αίτησίν του, και μετά ταύτα να τον αποκεφαλίσωσιν. Αφού λοιπόν επήγαν και έδωσε λογαριασμόν των συντρόφων του και δους και λαβών από τους Χριστιανούς την τελευταίαν συγχώρησιν, παρήγγειλε να δώσωσιν από τα πράγματά του εις Εκκλησίας και Μοναστήρια και ορφανά δια την ψυχήν του και ύστερον τον επήγαν να τον αποκεφαλίσουν· έτρεχε δε εις την οδόν περιχαρής, ως η διψώσα δαβιτική έλαφος παρά τας πηγάς των υδάτων, και ηυχαρίστει τον Θεόν όπου τον ηξίωσε του ποθητού Μαρτυρίου· εζήτει δε και ελάμβανε συγχώρησιν από μικρούς και μεγάλους όσους απαντούσε κατά την πορείαν του. Εθαύμαζε λοιπόν πας τις να βλέπη τον μακάριον Ιορδάνην, ότι ούτε εφοβήθη, ούτε εδειλίασεν, ούτε η όψις του ήλλαξεν, αλλά περιεπάτει χαίρων. Ως δε έφθασαν εις τον τόπον, όστις ονομάζεται Κιουτσούκ-Καραμάνι, εκεί τον εγονάτισεν ο δήμιος δια να τον αποκεφαλίση· και ιδού έφθασεν ένας τσαούσης του βεζύρη και είπεν εις τον Μάρτυρα μυστικώς· «Ταύτα σου μηνά ο βεζύρης· λυπήσου την ζωήν σου και ειπέ μόνον λόγον εις το φανερόν πως τουρκεύεις και κατόπιν ύπαγε όπου θέλεις, να ζης Χριστιανικά». Ο δε Μάρτυς του απεκρίθη· «Ευχαριστώ μεν τον βεζύρην, αλλά τούτο δεν θέλω κάμει ποτέ»· τούτο δε ειπών έκλινε την κεφαλήν του ο μακάριος και απέτεμεν αυτήν ο δήμιος. Κατά δε την νύκτα εκείνην επήγαν οι συγγενείς και φίλοι του εις τον έπαρχον και αφού έδωσαν χρήματα αρκετά έλαβον την άδειαν και εσήκωσαν το ιερόν λείψανον, το οποίον ενεταφίασαν εις το λεγόμενον Μπέγιογλου, ευλαβώς και εντίμως, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Αγαθόδωρος

Τη αυτή ημέρα Β΄ (2α) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΓΑΘΟΔΩΡΟΥ.                                                     

Αγαθόδωρος  ο Άγιος Μάρτυς, επειδή ωμολόγει τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, εφέρθη εις τον άρχοντα της εν Καππαδοκία πόλεως των Τυάνων. Και πρώτον μεν ξεσχίσαντες αυτόν, είτα δε θέσαντες επί πεπυρωμένης εσχάρας, έκοψαν ύστερον την γλώσσαν του και με οδοντάγραν ανέσπασαν τους οδόντας του και εξέδαραν το δέρμα του με ξυράφια· μετά ταύτα συνέτριψαν τα σκέλη του και με κοντάριον ετρύπησαν τας πλευράς του, ύστερον δε επέρασαν εις τους μήνιγγας αυτού πεπυρωμένα σουβλία. Όθεν με τας πολυειδείς ταύτας βασάνους ετελείωσε την ζωήν ο αοίδιμος και έλαβε παρά Κυρίου τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΛΟΓΟΣ Πανηγυρικός εις την ΥΠΑΠΑΝΤΗΝ του Σωτήρος ΧΡΙΣΤΟΥ.

«Και αυτός εδέξατο Αυτό εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε· ΄Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το Σωτήριόν σου» (Λουκά κεφ. β΄)                                                                       

Ανατέλει και σήμερον, ένδον του μυστικωτάτου ουρανού της Εκκλησίας, η χρυσάκτινος και μυριόαστρος αύτη αυγή, η πανακήρατος Μαριάμ, πεφωτισμένη λαμπρώς από τον αγλαότατον Ήλιον Ιησούν, όστις φωταγωγεί δια των χρυσολαμπηδόνων ακτίνων του τα σύμπαντα από του καθαρωτάτου ουρανού, της κοιλίας Αυτής. Ανατέλλει η γλυκυτάτη αυγή, η Θεοτόκος, και φέρουσα εις τας παρθενικάς αυτής αγκάλας τον πάμφωτον Ήλιον Ιησούν, τον εγχειρίζει από τους ιδικούς της κόλπους εις τους κόλπους ενός προβεβηκότος αστέρος, του Συμεών, ίνα διώξη εξ αυτού το νέφος της απιστίας και φέρη αυτόν εις το φως της θεογνωσίας. Παρέχει η Παρθένος από τας τρυφεράς αυτής αγκάλας το ευωδέστατον άνθος της, τον γλυκύτατον, λέγω, Ιησούν, εις τας γηραλέας αγκάλας του Συμεών, ίνα ευωδιάση τον ναόν της ψυχής αυτού και ποτίση αυτόν το γλυκύτατον νέκταρ, το οποίον ανέβρυσεν εκ των παρθενικών αυτής και ασπίλων αιμάτων, καθαρίζον τελείως τους κλώνους της αμφιβολίας και εμπιπλών τούτους από τον ώριμον και γλυκύτατον καρπόν της ευπιστίας. Τον εγχειρίζει όχι πλέον ίνα απιστή, αλλ’ ίνα ομολογή συμφώνως μετά του Προφήτου Ησαϊου: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Ιησούν». Εάν λοιπόν και αμφέβαλλέ ποτε εις τον άσπορον τούτον καρπόν της Παρθένου ο δίκαιος ούτος Συμεών, και ηπίστει εις τον κατάκωμον τούτον βλαστόν της νεοθαλούς ταύτης ρίζης, εις τον ανθομύριστον τούτον όρπηκα της Μητροπαρθένου Βασιλίσσης και δεν επότιζε την ψυχήν αυτού εκ του γλυκορρόου τούτου γάλακτος της Θεομήτορος Κόρης, το οποίον δια του Προφήτου Ησαϊου πρότερον κρουνηδόν επλημμύρει, «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει», σήμερον τέλος πάντων, βλαστήσας εν μέσω των γεγηρακότων αυτού κλώνων ο ανθοβλαστοποικιλόμορφος ούτος καρπός της Παρθένου, το τρυφερώτατον τούτον φυτόν της ευλογημένης Μαρίας, ο Ιησούς δηλαδή, και πλημμυρίσας εκ των μαστών της Κεχαριτωμένης Κόρης το καθαρώτατον τούτο γάλα ο Θεάνθρωπος Κύριος, επί το στήθος του πρεσβύτου, απορρίπτει συντόμως όλην την προτέραν αυτού απιστίαν και μεγαλοφώνως βοά την παρούσαν ευχαριστίαν· «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το Σωτήριόν σου». Ω ασματική και ευφρόσυνος αύτη δοξολογία! Ω μεγάλη του πρώην απίστου ευπιστία! Όθεν, εάν σήμερον, ω ευλαβέστατοι και Ορθόδοξοι πανηγυρισταί της σεβασμίας ταύτης εορτής, η Πανάφθορος αύτη και ακήρατος Μαριάμ προσφέρη εις τον Ναόν τον Μονογενή αυτής Υιόν, ίνα εγχειρίση αυτόν εις τας χείρας του πρεσβύτου Συμεών και χαρίζη εις τας πρεσβυτικάς αυτού αγκάλας τον μυρίπνοον αυτής ανθόν, ίνα ευωδιάση την διψασμένην αυτού ψυχήν και βαστάξη το ουράνιον αυτής τέκνον, ίνα δεχθή αυτό ο Συμεών, έρχομαι καγώ σήμερον εις τούτον τον Ναόν, ίνα ραντίσω τας ευλαβείς ημών καρδίας από τα μυρίπνοα αυτά άνθη της παγκοσμίου ταύτης εορτής. Έρχομαι και δεχόμενος την λάμψιν της διδασκαλίας από την πηγήν της σοφίας, την Πανάχραντον, λέγω, Θεοτόκον, επειδή είναι το πέλαγος πάσης γνώσεως και επιστήμης, υπόσχομαι, ίνα φανερώσω προς την υμετέραν αδελφικήν αγάπην, κατά την χαρμόσυνον ταύτην πανήγυριν, ότι η Παναγία Παρθένος, επειδή είναι φυσική Μήτηρ Θεού και Μήτηρ θετή ημών των Χριστιανών, εγχειρίζει σήμερον τον κατά φύσιν Υιόν αυτής τον Μονογενή εις τας χείρας του Συμεών, ίνα ανοίξη τας παναγίας αυτής χείρας και λάβη εις τας αγκάλας της ημάς τα θετά αυτής τέκνα, όπου την επιστεύσαμεν Μητέρα Θεού και ποιήση ημάς κατά Χάριν θεούς. Αύτη είναι η υπόθεσις της σημερινής εορτής, ω χριστιανικά και Ορθόδοξα τέκνα της Θεοτόκου, την οποίαν θέλετε μάθει συντόμως μετ’ ευφροσύνης και θεολογικής αποδείξεως και αληθείας, αν λάβω και εγώ από υμάς πρόθυμον την φιληκοϊαν. Το άναρχον και προαιώνιον τούτο παιδίον, ο Ιησούς, ο προ των αιώνων επαναπαυόμενος εις τους κόλπους του προανάρχου αυτού Πατρός, κατά δε την σήμερον ως Βρέφος τεσσαρακονθήμερον βασταζόμενον εις τους κόλπους της Πανάγνου αυτού Μητρός, το αθάνατον τούτο νήπιον και άχρονον, ο θνητός ούτος Θεός και χρονικός (κατά τον της αντιδόσεως τρόπον του κορυφαίου των Θεολόγων Ιωάννου του Δαμασκηνού), αυτό το μικρόν Βρέφος το αχώρητον εις τον ουρανόν και εις όλην την ορατήν και αόρατον κτίσιν, επειδή είναι μέγα και άπειρον κατά την Θεότητα· ούτος ο μέγας και υψηλός Θεός, όστις χωρείται εις τας αγκάλας της Θεοτόκου, επειδή είναι μικρός τεσσαράκοντα ημερών κατά την ανθρωπότητα, επειδή εσαρκώθη δι’ άκραν αυτού ευσπλαγχνίαν, όλην την φύσιν της ανθρωπότητος λαβών εις την εαυτού υπόστασιν, εκ των παρθενικών αιμάτων της Παναχράντου Μητρός αυτού Θεοτόκου Μαρίας, όλην συνέμιξε τοις ανθρώποις την εαυτού ουσίαν της Θεότητος. Άρρητος ούτος ο τρόπος της ασυγχύτου αυτής ενώσεως των δύο φύσεων Θεότητος και ανθρωπότητος· αλλ’ ούτως ηυδόκησεν, ίνα ανεβάση εις την προτέραν δόξαν την πεσούσαν των ανθρώπων ουσίαν υπό της βασκανίας του χαιρεκάκου διαβόλου. Αυτό λοιπόν, ω Ορθόδοξα τέκνα της Ανατολικής Εκκλησίας, αυτό το γαλακτοτροφούμενον Νήπιον, το οποίον τρέφεται και ζωογονείται από το γάλα της κεχαριτωμένης Μητρός του, αυτό τρέφει και ζωογονεί την σύμπασαν φύσιν δια της παντοδυναμίας αυτού. Αυτό όπου εδημιουργήθη επί της γης τέλειος άνθρωπος, εδημιούργησε, λόγω μόνω, δια της σοφίας αυτού, ορατά και αόρατα, ουράνια και επίγεια, υλικά τε και άϋλα, ως τέλειος Θεός. Αυτό το Νήπιον όπου τρέμουσιν όλα τα στοιχεία και φρίττει όλος ο κόσμος, ίνα ποιήση τον άνθρωπον Θεόν, γέγονε νήπιον μικρόν· το κηρύττουσιν εν μέσω της Εκκλησίας μετά του ασματογράφου Ιωσήφ αι των Θεολόγων ανδρών ευηχέστεραι σάλπιγγες· «Ίνα θεόν τον άνθρωπον απεργάση, βροτός γέγονας υπεράγαθε». Αυτή την ενανθρώπησιν του Θεού και την θέωσιν του ανθρώπου, αγαπητοί, δυνάμεθα να εννοήσωμεν δια του πεπυρακτωμένου σιδήρου όπου βγάζει ο χαλκεύς εκ της καμίνου· επειδή, καθώς μίγνυται η φλοξ μετά του σιδήρου όπου βράζει εις την κάμινον και γίνονται τα δύο εν μίγμα και ούτε την φλόγα δύνασαι να είπης πως είναι μοναχόν πυρ, επειδή είναι μεμιγμένη με τον σίδηρον, αλλ’ ούτε πάλιν τον σίδηρον μοναχόν, επειδή είναι συγκεκραμένος με την φλόγα, αλλ’ ένα και μόνον πεπυρακτωμένον σίδηρον ονομάζεις και τας δύο φύσεις σιδήρου τε και πυρός, ούτω και εις την σάρκωσιν τούτου του Νηπίου, το οποίον βαστάζει σήμερον η άνυμφος Μήτηρ, δεν δύνασαι να είπης εις αυτό πως είναι μοναχή η Θεότης, επειδή είναι μετά της σαρκός· ούτε πάλιν η σάρξ μοναχή, επειδή είναι ηνωμένη μετά της Θεότητος· αλλ’ ένα και μόνον Θεάνθρωπον Ιησούν ονομάζεις και τας δύο ταύτας φύσεις, την Θεότητα δηλαδή και την ανθρωπότητα, επειδή ο προάναρχος εκείνος Πατήρ, ο κτίστης και δημιουργός πάσης φύσεως, καταβιβάσας αφράστως και ανερμηνεύτως εκ της θείας ουσίας και φύσεως αυτού την φλόγα της Θεότητος, ήτοι τον συνάναρχον και ομοούσιον αυτού Υιόν, μέσα εις την κάμινον, ήτοι την κοιλίαν της Παρθενομήτορος ταύτης Νύμφης, ήνωσεν όλην την της Θεότητος φλόγα με τον σίδηρον της Παρθένου, ήτοι την Παναγίαν και πανάσπιλον αυτής σάρκα και ούτω πανσόφως ο σοφός ένα κατεσκεύασε σίδηρον πεπυρακτωμένον, τον θεάνθρωπον Ιησούν, όλον Θεόν και όλον άνθρωπον, εν κράμα· ασυγχύτως όμως και ατρέπτως, σωζομένων εν αυτώ τω των ιδιοτήτων εκάστης των δύο Αυτού φύσεων. Λοιπόν, αγαπητέ μου ακροατά, δύνασαι να είπης εις το μυστήριον τούτο, εις το μικρόν τούτο Βρέφος το οποίον βαστάζει την σήμερον η Παναγία Παρθένος, επειδή ηνώθη η φλοξ της Θεότητος με τον σίδηρον της ανθρωπότητος, ο Θεός δηλαδή γέγονεν άνθρωπος και ο  άνθρωπος Θεός· «ίνα Θεόν τον άνθρωπον απεργάση, βροτός γέγονας, υπεράγαθε». Ούτως ομιλεί ο των εκκλησιαστικών ύμνων μελωδικός ασματογράφος Ιωσήφ· και πάλιν εις έτερον μέρος· «Ίνα θεώση τον άνθρωπον, εκ σου, Παρθένε, τίκτεται Θεός». Ονομάζομεν λοιπόν τον πεπυρακτωμένον σίδηρον του ουρανίου χαλκέως και Πατρός, την της Θεότητος φλόγα, τον Υιόν του Θεού και τον της σαρκός σίδηρον, τον Υιόν της Παρθένου, την φύσιν του Θεού και την φύσιν των ανθρώπων, ένα και μόνον Θεάνθρωπον Χριστόν· επειδή όλη η φλοξ της Θεότητος, όλος δηλαδή ο Θεός Λόγος, ηνώθη με όλον τον σίδηρον της σαρκός, με όλην την ανθρώπινον φύσιν και όλος ο σίδηρος και ανθρώπινος φύσις συνεκράθη με όλην την φλόγα, με όλον δηλαδή τον Θεόν και γέγονεν εν κράμα, η φύσις του Θεού και η φύσις των ανθρώπων, καθώς μίγνυται η φύσις της φλογός με την φύσιν του σιδήρου και γίνονται και τα δύο εν μεμιγμένον κράμα. Ο κορυφαίος των θεολόγων Δαμασκηνός εν τη ασματική Θεολογία βιβλ. Γ΄ κεφ. στ΄, θεοφθόγγοις χείλεσι θεολογεί· «Εν τη ενανθρωπήσει του ενός της Αγίας Τριάδος Θεού λόγου, φαμέν πάσαν και τελείαν την φύσιν της Θεότητος, εν μια των αυτής υποστάσεων, ενωθήναι πάση τη ανθρωπίνη φύσει και ου μέρος μέρει· όλον γαρ όλος ανέλαβέ με και όλος όλω ηνώθη, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται». Ποίος νυν εκ των Χριστιανών, οίτινες πιστεύουσιν εις τον μονογενή Υιόν του Θεού και εγεννήθησαν τέκνα θετά της Μητρός του Χριστού, δεν ομολογεί πως η Παναγία Παρθένος, η άσπιλος Νύμφη και καθαρά, η Βασίλισσα του Ουρανού και της γης, η φυσική Μήτηρ του Θεού και Μήτηρ κατά Χάριν ημών των Χριστιανών, είναι εκείνη όπου έδωκε την παναγίαν νηδύν, την πανάσπιλον αυτής κοιλίαν, ωσάν μίαν κάμινον, όπου έχυσεν εις αυτήν ο ουράνιος χαλκεύς και δημιουργός, ο άναρχος δηλαδή και αγέννητος Πατήρ, την φλόγα της Θεότητος αυτού, τον συνάναρχον και ομοούσιον Υιόν αυτού, ίνα ενώση τας δύο φύσεις, Θεού τε και ανθρώπου; Ποίος αρνείται πως δεν εξήλθεν από την κάμινον της κοιλίας αυτής ο πεπυρακτωμένος ούτος σίδηρος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο οποίος φωταγωγεί εις τας αγκάλας αυτής με την φλόγα της Θεότητος και αστράπτει με τον σίδηρον της ανθρωπότητος; Ποίος δεν πιστεύει εις το μικρόν τούτο Βρέφος, όπου κρέμαται εις τας αγκάλας της Κεχαριτωμένης αυτού Μητρός και θηλάζει το γάλα των μαστών αυτής, πως έλαβε τον σίδηρον της σαρκός από τα καθαρώτατα αίματα της κοιλίας αυτής, ίνα συμμίξη εις την ημετέραν φύσιν την θείαν αυτού φύσιν; Ναι, όλοι συμφώνως, όσοι εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα τον ένα Θεόν εβαπτίσθημεν, ομολογούμεν και κηρύττομεν ότι η Παναγία Παρθένος έδωκε την κάμινον της κοιλίας αυτής, όπου εχύθη εις αυτήν όλη η υποστατική φλοξ της Θεότητος και ούτως εξήλθεν εξ αυτής ο πεπυρακτωμένος σίδηρος, ο Ιησούς Χριστός. Όλοι όσοι ελπίζομεν Βασιλείαν ουρανών, δια μέσου αυτής της, κατά Χάριν, γλυκυτάτης Μητρός ημών, όσοι και εις αυτήν και εις τον ηγαπημένον αυτής Υιόν επιστεύσαμεν, ψάλλομεν μετά των θεολογικών διδασκάλων της Εκκλησίας ημών και ευφραινόμενοι λέγομεν· «Ίνα θεώση ημάς ο Θεός εσαρκώθη εξ αγνών σου αιμάτων και εγένετο βροτός, Παρθένε Θεοτόκε». Ούτως ημείς, οίτινες εβαπτίσθημεν, ω γλυκεία Παρθένε Μαρία, ούτως ημείς οίτινες ηξιώθημεν να σε απολάβωμεν κατά Χάριν Μητέρα ημών, επειδή επιστεύσαμέν σε μητέρα Θεού· ούτως ημείς οι αμαρτωλοί, οίτινες σε έχομεν Μεσίτριαν καθ’ εκάστην εις τον Μονογενή σου Υιόν, πιστεύομεν και ομολογούμεν ότι αυτό το μικρόν Βρέφος, όπου βαστάζεις σήμερον εν τω Ναώ, εσαρκώθη εκ της παναγίας σου γαστρός, ίνα ποιήση άνθρωπον τον Θεόν και τον άνθρωπον κατά Χάριν Θεόν. Όθεν και αγαλλόμενοι σήμερον οι υμνωδοί σου, βοώμεν μετά των πολυφθόγγων ρητόρων· «Ίνα θεώση τον άνθρωπον, εκ σου, Παρθένε, τίκτεται Θεός». Ω μελωδική αίνεσις και δοξολογία της Παρθένου! Ω θεοποίησις ανερμήνευτος της ανθρωπίνης φύσεως! Και λοιπόν έως του νυν ομολογούμεν, Χριστιανοί, ότι η Παναγία Παρθένος εστάθη με την παναγίαν αυτής νηδύν ωσάν μία κάμινος, ήτις εδέχθη την φλόγα της Θεότητος και εγέννησεν όλον Θεόν και όλον άνθρωπον, ώστε ηνώθη ασυγχύτως και ατρέπτως η φύσις του Θεού μετά της φύσεως των ανθρώπων και έγιναν και αι δύο αυταί φύσεις εν και μόνον κράμα· δυνάμεθα εντεύθεν να μη ομολογήσωμεν πως η Παρθένος εστάθη αιτία της των πάντων θεώσεως; Πως αν το κηρύττη χαρμοσύνως η Εκκλησία, «θεοί με Θεός, εν σοι σκηνώσας», διατί να μη το κηρύττωμεν και ημείς; Πως αν το ψάλλωσι μετ’ αγαλλιάσεως αι πολύφθογγοι μούσαι των ιερών διδασκάλων, «Παστάς του Λόγου, αμόλυντε, αιτία της των πάντων θεώσεως, χαίρε Πανάχραντε» διατί να μη ψάλλωμεν αυτό και ημείς μετά χαράς; Πως δεν θέλομεν κηρύττει, ω ηγαπημένη Μήτηρ του Θεού φυσική και Μήτηρ θετή ημών των Χριστιανών, ότι εστάθης η αιτία της Σωτηρίας, της απολυτρώσεως και της θεώσεως ημών; Πως δεν πρέπει, ω Πανάφθορε Κόρη, ίνα αποβλέπωμεν εις σε, την Μητέρα του Θεού, όπου εισέρχεσαι σήμερα εν τω Ναώ φέρουσα εις τους κόλπους σου το μικρόν τούτο Βρέφος, τον Ιησούν, ίνα παρέξης αυτό εις τας χείρας του Συμεών και ποιήσης κατά Χάριν θεούς ημάς, τα θετά σου παιδία; Βέβαια ούτως ομολογούμεν, ω αδελφοί μου ηγαπημένοι, δια την Μητέρα ημών την Παναγίαν, ήτις παρέχει σήμερον τον φυσικόν αυτής Υιόν εις τας αγκάλας του Συμεών, ίνα δεχθή εις τας αγίας αυτής αγκάλας ημάς τα θετά αυτής τέκνα, τα οποία την επιστεύσαμεν Θεοτόκον, ποιήση δε ημάς κατά Χάριν θεούς, επειδή αν ημείς εν αληθεία εβαπτίσθημεν και επιστεύσαμεν εις την αληθινήν πίστιν του Υιού αυτής και αν ημείς μετέσχομεν της μακαρίας Θεότητος δι αυτής της γενομένης καταλλαγής του Θεού προς ημάς και απηλαύσαμεν της ουρανών Βασιλείας, ην εστερήθημεν δια της παρακοής των προπατόρων ημών και εγίναμεν τέλος πάντων κατά Χάριν τέκνα της, όμως εξεμακρύναμεν τελείως από την Θεότητα δια την της αμαρτίας παχύτητα· δια τούτο λοιπόν, επειδή είναι Μήτηρ του Θεού φυσική και Μήτηρ κατά Χάριν ημών των Χριστιανών, επειδή είναι φιλεύσπλαγχνος Μήτηρ του Παντελεήμονος και ανεξάντλητος πηγή του ελέους και ελεεί και οικτίρει ημάς τα τέκνα αυτής, όπου ζητούμεν την σκέπην αυτής και βοήθειαν, επιστρέφει το Πανάγιον αυτής πρόσωπον εις ημάς, τα κρημνισμένα τέκνα της, από το ύψος της ουρανών Βασιλείας, κάτω εις τα βάραθρα της κολάσεως και λυπουμένη εις τας συμφοράς και τους κινδύνους και μη υποφέρουσα, ίνα βλέπη ημάς πόρρω αυτής και του Υιού της, αιχμαλωτισμένους υπό της αμαρτίας και του διαβόλου, παρέχει την Παντοδύναμον δεξιάν της και σύρει ημάς από τα βάθη του Άδου, επάνω εις το ύψος της θεώσεως του Υιού αυτής. Όθεν και η Αγία ημών Εκκλησία, βλέπουσα την Παντάνασσαν, ίνα χαρίζη ημίν τοιαύτην Σωτήριον δόξαν και Μακαριότητα του Παραδείσου, ψάλλει μετ’ ευφροσύνης και μελωδεί καθ’ εκάστην· «Ύψωσας ημάς τω υψηλώ σου τόκω, βαράθρων συμπτώσεως, Θεοχαρίτωτε» και, «Παστάς του Λόγου αμόλυντε, αιτία της των πάντων θεώσεως, χαίρε Πανάχραντε». Ω αγαλλίασις του ανθρωπίνου γένους, εις την σεβασμίαν ταύτην πανήγυριν της Δεσποίνης ημών! Ω θεία ανάβασις εις την προτέραν ημών αθανασίαν και Μακαριότητα! Ανοίγει λοιπόν η χαριτόβρυτος Μαριάμ, ω αδελφοί μου Χριστιανοί, τας παναγίας αυτής χείρας, ίνα θέση ημάς εις τας παρθενικάς αυτής αγκάλας, ίνα εγείρη ημάς εκ του βυθού της αμαρτίας, ίνα υψώση ημάς επάνω εις την δόξαν της ουρανίου Ιεραρχίας, ίνα ποιήση ημάς τέκνα φωτός και κληρονόμους της Βασιλείας του Υιού αυτής και ίνα κάμη ημάς, τέλος πάντων, κατά Χάριν θεούς, καθώς εγεννήθημεν και υιοί Θεού δια του Αγίου Βαπτίσματος. Όθεν και αοράτως φαίνεται μετ’ ευσπλαγχνίας ταύτη τη ώρα, ίνα ανοίγη το πανάγιον αυτής στόμα, αναζητούσα ημάς τα κατά Χάριν τέκνα αυτής και λέγουσα· «Ω τέκνα μου Χριστιανοί, οι οποίοι εβαπτίσθητε και επιστεύσατε εις τούτο το βρέφος Ιησούν, τον οποίον εγέννησα από την κάμινον της καθαρωτάτης μου κοιλίας, όλον Θεόν και όλον άνθρωπον, φέροντα εις μίαν υπόστασιν την φύσιν του Θεού και την φύσιν των ανθρώπων, διατί απεμακρύνθητε τόσον πολύ και εξ εμού της Μητρός σας, και εκ τούτου μου του ηγαπημένου Υιού δια των έργων της αμαρτίας; Εάν ο Υιός μου κατεδέχθη, ίνα γεννηθή εκ της μήτρας μου, όλος Θεός και όλος άνθρωπος, μόνον ίνα πυρώση τον κατάψυχρον σίδηρον της σαρκός υμών με την φλόγα της Θεότητος αυτού, διατί υμείς ίστασθε εισέτι εις το ψύχος και τον παγετόν των πονηρών έργων και πράξεων; Εάν ο Μονογενής μου Υιός, δι’ άκραν αυτού ευσπλαγχνίαν εφόρεσε το ένδυμα της σαρκός σας, ίνα στολίση υμάς με την βασιλικήν αυτού αλουργίδα της Θεότητος, διατί σεις είσθε γυμνοί και εστερημένοι από την θείαν αυτού και παντοδύναμον Χάριν; Εάν ο ηγαπημένος μου Υιός ηθέλησεν, ίνα ενώση την ιδικήν σας φθαρτήν φύσιν μετά της αφθάρτου και αϊδίου αυτού θείας φύσεως, ίνα αφθαρτίση υμάς και πάλιν, καθώς και προ της παρακοής, χαρίση εις υμάς την ουράνιον αυτού Βασιλείαν, διατί σεις «χωλανείτε επ’ αμφοτέραις ταις ιγνύαις»; (Γ΄ Βασ. ιη, 21) διατί σεις σκοντάπτετε εις τα σκότη των αμαρτιών και δεν εγείρεσθε πλέον εκ του πηλού και του βορβόρου του διαβόλου»; «Όχι, όχι, δεν υποφέρω εγώ, ίνα βλέπω υμάς, τα κατά Χάριν τέκνα μου, κεχωρισμένα από τον Μονογενή μου Υιόν, από την φύσιν της αυτού Θεότητος· επειδή, ως Μήτηρ Θεού φυσική και Μήτηρ κατά Χάριν υμών των Χριστιανών, θέλω ίνα είσθε και πάντοτε ηνωμένοι μετά του Υιού μου δια της εργασίας των θείων αυτού εντολών· θέλω όπως γενήτε κατά Χάριν Θεοί, εγερθέντες από τα βάθη των αμαρτιών υμών, ίνα θέσω υμάς επάνω εις αυτάς τας αγκάλας όπου βαστάζω τον γλυκύτατόν μου Υιόν, ίνα μεθέξητε πάλιν της θείας Χάριτος, της προτέρας τιμής και προτέρας βασιλείας και της προτέρας αθανασίας και δόξης του Υιού μου. Έλθετε λοιπόν, όσοι εβαπτίσθητε εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, όσοι επιστεύσατε την σάρκωσιν του Μονογενούς μου Υιού και κηρύττετε αυτόν όλον Θεόν και όλον άνθρωπον, εις μίαν μόνην υπόστασιν, όσοι ομολογείτε εμέ την Μητέρα αυτού Παρθένον και Θεοτόκον. Έλθετε, διότι ως Μήτηρ Θεού έχω και μεγάλην την δύναμιν εκ του Παντοδυνάμου Υιού μου, ίνα ποιήσω υμάς κατά Χάριν θεούς. «Εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός και Άγιον το όνομα αυτού» (Λουκά α΄ 49). «Έλθετε, όσοι εβαρύνετε την ψυχήν σας με την σκωρίαν του σιδήρου, ήτοι με την αμαρτίαν της σαρκός σας, όσοι εφυτρώσατε εντός του παραδείσου της Χριστιανικής πίστεως, αλλά δια της επιβουλής του διαβόλου εβλαστήσατε ξηράδια και φύλλα και όχι καρπούς και άνθη. Έλθετε, όσοι προσκυνείτε τον Υιόν μου και δοξάζετε εμέ την Μητέρα αυτού, ίνα ανεβάσω υμάς με τας χείρας μου όθεν εξεπέσετε, επάνω εις το ύψος της υιοθεσίας, της ουρανίου Βασιλείας». «Δύναμαι, ως Μήτηρ Θεού, μόνον να με επικαλεσθήτε, μόνον να με παρακαλέσητε, ίνα βάλω υμάς επάνω εις τας αγκάλας μου και ποιήσω υμάς κατά Χάριν θεούς. Έλθετε, εις εμέ την Παρθένον, την αγνήν, την καθαρωτέραν, την πλατυτέραν, την Βασίλισσαν, την Μητέρα του Θεού. Έλθετε και μη φοβείσθε οι πόρνοι, οι βέβηλοι, οι εναγείς και δούλοι των παθών της αμαρτίας. Έλθετε και μη δειλιάτε, διότι εγώ ως Παρθένος δύναμαι ίνα ποιήσω υμάς παρθένους, ως αγνή, αγνούς, ως αγιωτέρα, αγίους, ως καθαρωτέρα, καθαρούς· ως Βασίλισσα βασιλείς, ως Πλατυτέρα, να χωρέσω άπαντας υμάς εις τας αγκάλας μου· και τέλος, καθ’ ο Μήτηρ Θεού, δύναμαι, ίνα ποιήσω υμάς κατά Χάριν θεούς. Τι λυπείσαι συ ο μαθητής, όστις διατρίβεις εις τα σχολεία; Δράμε μόνον μετ’ ευλαβείας εις εμέ την Μητέρα του Θεού, και εγώ παρευθύς δύναμαι ίνα σοι στάξω εις τα χείλη το γλυκύτατον γάλα, το οποίον τρέχει πλουσιοπαρόχως από τους μαστούς των χαρίτων μου και εκμυζήσης εκ της γαλακτομελιρρεούσης γλώσσης μου όλην την ουράνιον φιλοσοφίαν, την οποίαν έβρεξεν εις εμέ ο Υιός μου. Τι λυπείσαι συ ο άρρωστος, όστις κατάκεισαι παράλυτος εις την κλίνην δια τας αμαρτίας, τας οποίας έπραξας; Δράμε μόνον εις εμέ, την Μητέρα του Θεού, και παρευθύς δύναμαι, ίνα σε ποτίσω με το ακεσώδυνον φάρμακον της βοηθείας μου και να σε εγείρω εκ της πολυχρονίου ταύτης αρρωστίας σου». «Τι λυπείσαι συ όστις καταποντίζεσαι υπό μεγάλου κλύδωνος ένδον της θαλάσσης και πνίγεσαι; Δράμε μόνον ευλαβώς εις εμέ την Μητέρα του Θεού και πάραυτα δύναμαι, ίνα σε σύρω εκ του βυθού της θαλάσσης επάνω εις τας αγκάλας μου, με την ανίκητον δύναμιν της δεξιάς μου. Τι λυπείσαι συ ο πτωχός, ο δούλος, ο ξένος, ο ορφανός, ο αδύνατος, ο φυλακισμένος, ο τυφλός, ο χωλός; Τι λυπείσθε οι πάντες;  Τι; Δράμετε μόνον εις εμέ, την Μητέρα του Θεού, μετ’ ευλαβείας, Παναγία, κράξατε μόνον. Παναγία, Σκέπη, Καταφυγή και Μεσίτρια των Χριστιανών· και παρευθύς ετοίμη είμαι, ίνα εισακούσω της δεήσεως ημών, ίνα προφθάσω εις την ανάγκην υμών, ίνα ανοίξω τας αγκάλας μου και ποτίσω υμάς το αίμα του Υιού μου, θρέψω δε υμάς με την σάρκα αυτού την αθάνατον βρώσιν, την τράπεζαν της τρυφής, τον ουράνιον άρτον και ψωμίσω υμάς τούτο το ουράνιον Βρέφος, το οποίον εγέννησα από τα αίματα και την μήτραν μου χωρίς πείραν ανδρός· τούτο μου το Βρέφος, όπου τρέφω με το γάλα των μαστών μου, όπου τρέφει τον κόσμον όλον δια της Χάριτός του· τούτο μου το Βρέφος, όπου το σφάζουσιν εκουσίως και δεν νεκρούται, αλλά ζωοποιεί τους θυσιάζοντας αυτό· τούτο μου το Βρέφος, όπου το κόπτουσι και μένει αχώριστον· όπου το σφάζουσι και μένει αθάνατον· όπου το μερίζουσι και δεν διαιρείται· όπου το τρώγουσι και ουδέποτε δαπανάται· όπου κάθεται εις τας αγκάλας μου και είναι εις τους κόλπους του ουρανίου Πατρός· όπου χωρείται εις τας αγκάλας μου και είναι αχώρητον εις όλον τον κόσμον· όπου θεωρείτε αυτό και είναι αόρατον· όπου πιάνετε αυτό και είναι άϋλον· τούτο μου το Βρέφος όπου αγιάζει και θεοποιεί τους τρώγοντας αυτό. Έλθετε λοιπόν εις εμέ την Μητέρα του Θεού, ίνα ανεβάσω υμάς εις τας αγκάλας μου, ίνα κοινωνήσω υμάς την Σάρκα του Υιού μου· και τοιουτοτρόπως ενώνουσα την θείαν ουσίαν του Υιού μου, μετά της υμετέρας ουσίας, ίνα ποιήσω υμάς κατά Χάριν θεούς και κληρονόμους της Βασιλείας Αυτού». Ω πλουσιόδωρον έλεος της Ελεούσης! Ω ηγαπημένη Μήτερ φυσική του Θεού και ηγαπημένη Μήτερ κατά Χάριν ημών των Χριστιανών! Ω κεχαριτωμέναι αγκάλαι της Θεοτόκου, αίτινες κρατούσιν ημάς! Ω ουράνιος τροφή της ευλογημένης Μητρός, ήτις τρέφει ημάς καθ’ εκάστην. Χριστιανοί, τέκνα κατά Χάριν της ευλογημένης Μαρίας, τι αποφασίζετε; Στέργετε ίνα προσκαλή υμάς την σήμερον ημέραν η Παναγία Παρθένος, ίνα αγιάση υμάς δια της Χάριτός της, ίνα καθαρίση υμάς δια της καθαρότητος αυτής, ίνα ποιήση υμάς αγίους δια της αγιότητός της, ίνα θρέψη υμάς με το σώμα και αίμα του Βρέφους αυτής και υμείς να μη υπακούητε; Στέργετε ίνα αγωνίζηται, επειδή είναι Μήτηρ Θεού φυσική και Μήτηρ κατά Χάριν ημών των Χριστιανών, ίνα ποιήση υμάς εν κράμα μετά του Θεού, ωσάν ένα πεπυρακτωμένον σίδηρον, ίνα αναλάβη υμάς εις τας αγίας αυτής αγκάλας και ποιήση υμάς κατά Χάριν θεούς, υμείς δε να μη τρέχητε εις αυτήν, αλλ’ επιμένητε εις τας ασωτείας και τας πονηρίας; Ω! τούτο δεν είναι άλλο, παρά μία τύφλωσις του διαβόλου, όστις σφαλίζει τα όμματα της διανοίας υμών και βουλώνει τα ώτα της ψυχής σας, ίνα μη βλέπετε την Παντάνασσαν, ήτις κράζει υμάς εις την βοήθειαν αυτής, να μη ακούητε δε της Μητρός σας της Παναγίας, ήτις προσκαλεί υμάς εις την Σκέπην αυτής και μη βλέπητε, τέλος πάντων, τας παναγίας αυτής χείρας, τας οποίας εξαπλώνει σήμερον, ίνα θέση υμάς εις τας παρθενικάς αυτής αγκάλας, φυλάξη δε υμάς από τα δίκτυα του εχθρού υμών και ποιήση κατά Χάριν θεούς· υμείς ή δεν πιστεύετε πως είναι κατά Χάριν Μήτηρ σας και σπουδάζει ίνα λυτρώση υμάς εκ των αμαρτιών υμών, ανεβάση δε επάνω εις τας αγίας αυτής αγκάλας και ποιήση κατά Χάριν θεούς και δια τούτο δεν υπακούετε ίνα τρέξητε, ή το πιστεύετε, αλλ’ επιμένετε πάλιν εις τας κακίας σας, με αναβολήν του καιρού, κυλίεσθε ανοήτως εις τον βόρβορον των αμαρτιών υμών και δια τούτο αναβάλλετε, επιμένοντες σήμερον και αύριον και μεθαύριον εις το πείσμα και την αμετανοησίαν σας και δεν τρέχετε ταχέως εις τας αγκάλας, εις την Σκέπην και καταφυγήν αυτής· και λοιπόν ή δια το εν, ή δια το άλλο, εκείνη η Μήτηρ, ήτις σας κράζει πολλάκις και δεν υπακούετε αυτής, ίνα μισήσητε τας αμαρτίας και δράμετε εις αυτήν, θέλει παροξυνθή ποτέ, ίνα σας μισήση και σφαλίση τας αγκάλας αυτής και τότε, αλλοίμονον! Θα πέσητε κάτω εις τον κρημνόν της κολάσεως, διότι δεν εισακούετε αυτής. Αλλ’ ω Παρθενομήτορ Μαρία Παντάνασσα, Σκέπη και καταφυγή του Χριστιανικού γένους, αν και έως τώρα αυτοί τους οποίους κράζεις την σήμερον, ίνα ανεβάσης επάνω εις τας παρθενικάς σου αγκάλας και ποιήσης αυτούς κατά Χάριν θεούς, εμποδίζωνται από μίαν κακήν των συνήθειαν, αν και αυτά τα κατά Χάριν τέκνα σου κρέμωνται από την επιβουλήν του μισοκάλου διαβόλου, κάτω εις τον βυθόν της αμαρτίας και δια τούτο κωλύονται μέχρι του νυν, ίνα υπακούσωσι των μητρικών σου φωνών και ευσπλάγχνων αναζητήσεων, μη αποκάμης, δεόμεθα, εις την αμετανόητον καρδίαν των δούλων σου. Εξαπόστειλον την Χάριν σου επί τα τέκνα σου ταύτα, ίνα ακούσωσι της συμπαθεστάτης αυτών Μητρός. Κατάπεμψον, παρακαλώ, το μέγα σου έλεος εις ημάς τους αμαρτωλούς δούλους σου· διότι, αν και εβυθίσθημεν από τα βάρη των αμαρτιών ημών εις τον μυχιαίτατον τόπον του άδου, αλλά πάλιν ελπίζομεν, ίνα αναλάβης ημάς εις τας αγίας σου αγκάλας, χαρίσης εις ημάς την πρώτην υιοθεσίαν, την αθανασίαν, και την ουράνιον δόξαν του ηγαπημένου σου Υιού. Πέμψον μίαν ακτίνα των Χαρίτων σου εις την εζοφωμένην καρδίαν ημών, ίνα τρέχωμεν όλοι προθύμως εις Σε την Μητέρα ημών, όπως φιλούμεν τους αχράντους σου πόδας και φυλαττώμεθα πάντες υπό της ακαταμαχήτου Σκέπης σου. Ω γλυκεία Μαρία, ικετεύομεν άπαντες και παρακαλούμεν την Χάριν σου, ίνα σβέσης την άσβεστον φλόγα της ψυχής ημών, την οποίαν ανήψεν ο ολοθρευτής μας· λύτρωσαι ημάς, οίτινες εβάφημεν με το αίμα του Βρέφους σου, από όλους τους ορατούς και αοράτους εχθρούς ημών, οίτινες αγωνίζονται, ως άγριοι λέοντες ίνα ρίψωσι και πνίξωσιν εντός της αβύσσου. Οράς, Παρθένε, τους κινδύνους και πειρασμούς όπου μας έστησαν, ωρυόμενοι ως λύκοι, ίνα καταξεσχίσωσιν ημάς τους αθλίους και δια τούτο απόρριψον αφ’ ημών πάντα εχθρόν και πολέμιον· βλέπεις την αδυναμίαν μας και δια τούτο δος χείρα εις τους δεομένους, πάρεξον βοήθειαν εις τους επικαμπτομένους. Ομολογούμεν  σε Θεοτόκε και Δέσποιναν, αν και αμαρτωλοί είμεθα, όμως ελπίζομεν εις την κραταιάν σου βοήθειαν, όχι μόνον από τούτους τους κύκλωπας, όπου βρυχώνται, ίνα λυτρώσης ημάς, αλλά και από εκείνους τους δράκοντας όπου χάσκουσι να μας ελευθερώσης· κηρύττομεν ότι καθ’ εκάστην διαφυλάττεις ημάς, και περισκέπεις εκ παντός εναντίου της ψυχής και του σώματος. Οίδαμεν, ω Ελεούσα Βασίλισσα, την ευσπλαγχνίαν και το έλεος όπου χύνεις πάντοτε εις ημάς τους αμαρτωλούς, και ότι διψάς την σωτηρίαν μας, επιποθούσα ίνα αξιωθώμεν ημείς της ουρανίου Βασιλείας· και λοιπόν καίτοι βλέπομεν τας μυριοβρύτους σου Χάριτας και να μη φθάνη ποτέ η γλώσσα μας, δια το πέλαγος τούτων, ίνα επαινέση ή και θαυμάση κατ’ αξίαν την μεγαλοπρέπειαν του ελέους σου, καίτοι σκοτίζεται μάλιστα και θολούται ο εζοφωμένος ημών νους, μόλις συλλογισθή το άπειρον έλεος του Θεού, όπερ βρέχεις ακαταπαύστως εις την αυχμηράν ημών και κατάξηρον ταύτην ψυχήν και δια τούτο αμηχανούμεν εις τους επαίνους σου και εξύμνια άπερ οφείλομεν εις την ιδικήν σου Μεγαλειότητα, μ’ όλον τούτο γιγνώσκεις, Κυρία ημών, τον πόθον και την προθυμίαν μας. Δια τούτο λοιπόν πρόσδεξαι, παρακαλούμεν, Πανάχραντε Δέσποινα, την πίστιν και ευλάβειαν, την οποίαν σώζομεν εις το όνομά σου το άγιον και λύτρωσε ημάς, τα φιλόστοργα τέκνα σου, όπου προσκυνούμεν την άχραντον Εικόνα σου, εκ πάσης ανάγκης και πειρασμού ορατού και αοράτου. Αξίωσον ημάς, ω Θεοτόκε Μαρία, καθώς εδώ εις τον επίγειον τούτον Ναόν βλέπομεν τον χαρακτήρα του προσώπου σου, ούτω και επάνω εις το υπερουράνιον θυσιαστήριον, ίνα ίδωμεν  την δόξαν σου, όπως υμνώμεν και δοξάζωμεν το πανυπερύμνητον όνομά σου της καταφυγής ημών, εις αιώνα αιώνος. Αμήν.