Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Αν υπάρχει κάτι στη ζωή μας που δεν τιθασσεύεται, αυτό είναι η αέναη κίνηση του χρόνου. Το σήμερα γίνεται χθες εν ριπή οφθαλμού, και το αύριο σήμερα και χθες. Κι εμείς παρασυρόμεθα προς το τέρμα της πορείας μας, εκόντες άκοντες, παρακολουθούντες τα γεγονότα που περνούν από μπροστά μας, χωρίς αναστρέψιμη ελπίδα. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών. Κι αλλοίμονο σ' εκείνους που δεν έχουν ακόμη βρη την απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου. Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη της Οσίας ΘΕΟΚΛΗΤΟΥΣ της θαυματουργού εν ειρήνη τελειωθείσης.

Θεοκλητώ η Οσία έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ της τοποθεσίας της καλουμένης των Οπτιμάτων, των γονέων αυτής Κωνσταντίνου και Αναστασίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, προσείχεν εις εαυτήν· αναγκασθείσα όμως υπό των γονέων της συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν εις την αγαθήν γνώμην, ονομαζόμενον Ζαχαρίαν. Αφού δε υπανδρεύθη, εποίει πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας η μακαρία· επεδόθη μάλιστα εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν, αλλά και έπραττε συμφώνως προς τα εν αυταίς δια των έργων, παν καλόν και πάσαν αρετήν μεταχειριζομένη. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν και εβοήθει εις τας χρείας των πτωχών των ερχομένων εις τον οίκόν της· ωσαύτως υπηρέτει και τους ανθρώπους της οικίας της ως εκ της πολλής ταπεινώσεως. Όταν δε έμελλε να απέλθη η αοίδιμος προς Κύριον, τότε προσεκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς την ημέραν κατά την οποίαν μέλλει να αποθάνη· και τη αληθεία ούτως ηκολούθησε, καθώς η Αγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησιν αυτής δια του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράψωμεν, επιδιώκοντες την συντομίαν· εν δε μόνον είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν δυνάμεθα να παραλείψωμεν, καθότι το ύψος και μέγεθος αυτού δεν μας αφήνει να το παραδράμωμεν. Οι συγγενείς της Οσίας ταύτης έχουσι συνήθειαν να σηκώνωσι κατ’ έτος το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και ν’ αλλάσσωσι τα ιμάτια τα παλαιά και ενδύωσιν αυτό με νέα, ευτρεπίζουν δε και τας τρίχας της κεφαλής της, αι οποίαι είναι λευκαί, και έπειτα κόπτουσι τους όνυχας των χειρών και των ποδών της, ως αν ήτο ζωντανή και μετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και ούτως αποθέτουσι πάλιν το σώμά της εις την θήκην. 

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΤΕΦΑΝΟΥ Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ.

Στέφανος ο Πάπας και Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους Δεκίου, Ουαλλερίου και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σν΄ (250). Δια δε τον κατά των Χριστιανών διωγνόν εκρύπτετο εν Ρώμη, και τους προς αυτόν ερχομένους Έλληνας εδίδασκε και κατήχει εις τον Χριστιανισμόν, βαπτίζων αυτούς και χειροτονών εξ αυτών πρεσβυτέρους, διακόνους και αναγνώστας. Τινές τούτων συλληφθέντες ωμολόγησαν, δια παρακινήσεως αυτού, τον Χριστόν και έλαβον του Μαρτυρίου τον στέφανον. Όθεν δια ταύτα εφανερώθη ο μακάριος ούτος εις τον ηγεμόνα· προσαχθείς δε εις τον ναόν του Άρεως και προσευχηθείς, έσεισε τον ναόν και μέρος αυτού εκρήμνισε. Τότε οι μεν στρατιώται φοβηθέντες έφυγον, ο δε Άγιος ανεχώρησε και μετέβη εις τον τάφον της Μάρτυρος Λουκίας, τον ευρισκόμενον εν Καμπανία της Ιταλίας ένθα ετέλει την αναίμακτον θυσίαν. Ύστερον δε ζητήσαντες αυτόν οι στρατιώται και ευρόντες, τον ετιμώρησαν πολύ και τελευταίον τον απεκεφάλισαν, ούτω δε έλαβεν ο αοίδιμος διπλούν τον ομώνυμον στέφανον, και ως Αρχιερεύς, και ως αθλητής Κυρίου. 

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός Αυγούστου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΔΑΛΜΑΤΟΥ, ΦΑΥΣΤΟΥ και ΙΣΑΚΙΟΥ ή ΙΣΑΑΚΙΟΥ.

Δαλμάτος, Φαύστος και Ισάκιος οι Όσιοι Πατέρες ήκμασαν κατά τον Δ΄ αιώνα. Εκ τούτων, ο μεν Δαλμάτος ήτο στρατιώτης εις το δεύτερον στρατιωτικόν σχολείον, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου, εν έτει τοθ΄ (379) ζων ευσεβώς και θεαρέστως· ύστερον δε εγκαταλείψας γυναίκα, τέκνα και όλα τα κοσμικά πράγματα, και παραλαβών μεθ΄εαυτού μόνον τον υιόν του Φαύστον, επήγεν εις τον Άγιον Ισαάκιον, και εκεί γενόμενος Μοναχός έφθασεν εις βαθμόν αρετής. Ο δε θαυμαστός ούτος Ισάκιος κατώκησεν εις την έρημον και ησυχίαν, από της νεαράς του ηλικίας μεταχειριζόμενος παν είδος αρετής, και διότι ήτο εστολισμένος με ζωήν ενάρετον, δια τούτο και ο λόγος του ήτο λαμπρότατος. Όταν δε ο βασιλεύς Ουάλης ο Αρειανός εξήλθεν όπως πολεμήση τους Σκύθας και Γότθους, προσελθών εις αυτόν ο Ισάκιος τω είπεν· «Άνοιξον, ω βασιλεύ, τας Εκκλησίας εις τους Ορθοδόξους, και θέλεις νικήσει εις τον πόλεμον». Ο δε βασιλεύς όχι μόνον δεν επείθετο, αλλά μάλιστα οργισθείς είπεν εις τον Όσιον· «Όταν επανέλθω εκ του πολέμου, θέλω σε τιμωρήσει δια τους λόγους σου τούτους». Ο δε Όσιος είπεν· «Εάν συ επανέλθης εκ του πολέμου, δεν ελάλησεν εις εμέ Κύριος ο Θεός, διότι θα συνάψης μεν μάχην, αλλά θα φύγης έμπροσθεν των εχθρών σου, και μέλλεις να κατακαής ζων». Τούτο δε και έγινε, διότι κλεισθείς ούτος εις αχυρώνα, εκεί κατεκάη. Ούτος λοιπόν ο Όσιος, μέλλων να απέλθη προς Κύριον, κατέστησεν Ηγούμενον του Μοναστηρίου τον Δαλμάτον, όταν ήτο Πατριάρχης εις την Κωνσταντινούπολιν ο Άγιος Αττικός. Ο δε Όσιος Δαλμάτος διαπρέψας εν τη ασκήσει, έμεινε νήστις τεσσαράκοντα ημέρας, και εις άλλας τόσας ήλθεν εις έκστασιν· όθεν έγινεν αιδέσιμος και σεβάσμιος εις τε τους βασιλείς και την Σύγκλητον, ως και εις τους Αγίους Πατέρας τους εν Εφέσω συνελθόντας κατά την τρίτην Σύνοδον εν έτει υλα΄ (431), οι οποίοι εψήφισαν αυτόν Αρχιμανδρίτην, και τους μεταγενεστέρους αυτού διώρισαν παντοτεινούς εξουσιαστάς του Μοναστηρίου του. Εις ταύτα διαπρέψας ο αοίδιμος, προς Κύριον εξεδήμησε, και κατετέθη εις το Μοναστήριον αυτού. 

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 2α Αυγούστου, η εύρεσις των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΔΑΔΑ και ΚΥΝΤΙΛΛΙΑΝΟΥ.

Μάξιμος, Δάδας και Καντιλλιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού εν έτει 296 εις πόλιν καλουμένην Δορύστολον, εν τη χώρα της δευτέρας Μοισίας· παρασταθέντες δε εις τον ύπατον Ταρκύνιον, και μη θελήσαντες να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα εδάρησαν, και έπειτα οδηγηθέντες εις τόπον καλούμενον Οζοβίαν, εκεί απεκεφαλίσθησαν κατά την δεκάτην τρίτην του Απριλίου. Εκρύπτοντο λοιπόν τα λείψανα τούτων επί πολύν χρόνον· ύστερον δε απεκαλύφθησαν ταύτα δια θείου Αγγέλου, κατά την δευτέραν ταύτην του Αυγούστου μηνός, τα οποία και μέχρι σήμερον ευρίσκονται εις τον οίκον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τόπον λεγόμενον του Βιγλεντίου, όπου και η τούτων γίνεται Σύναξις και εορτή. 

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΥ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Επί τη καταθέσει του Αγίου Λειψάνου εν Κωνσταντινουπόλει.                          

Εν παντί καιρώ των μαρτυρικών αγώνων οι πόνοι νεάζοντες, και τας πενομένας εν ρήμασι γλώττας λαλείν αναγκάζουσιν· εκτήσαντο πολιτείαν ευάρεστον, και μετά θάνατον λάμπουσι, κεχωσμένοι τοις μνήμασι· προς ημάς διαλέγονται, και ο Θεός εν αυτοίς ως επί θρόνου καθέζεται· δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού, και ου μη άψηται αυτών βάσανος· όθεν Λουκάς εγκωμιάζων τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, δείκνυσι την επ’ αυτώ γενομένην χάριν της αρρήτου δυνάμεως· τι γαρ φησι; Στέφανος πλήρης πίστεως και δυνάμεως Θεού ων, εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ, και χάρις Θεού ην επ’ αυτώ. Στέφανος πλήρης πνεύματος και δυνάμεως Θεού ων, όλως ην παμμακάριστος. Στέφανος ως ευάνθητος ολκάς πεπληρωμένη καλώς, η του Παναγίου Πνεύματος αυτόν περιέσχε λαμπρότης η της του Θεού δυνάμεως αγιότης αυτόν περιήστραψεν· η του Χριστού πανταχόθεν αυτόν κατεφώτιζε χάρις· το των θαυμάτων περιέσκεπε φέγγος· η της θείας χάριτος αυτόν περιεκύκλωσε μεγαλοπρέπεια· πανταχόθεν εξ αυτού μεγαλουργημάτων εξεπήδων σπινθήρες· ένθεν ποσί χωλοίς εχαρίζετο υγεία· εκείθεν φως τυφλοίς περιέπιπτεν· αλλαχόθεν αρρωστιών απεδίωκε νόσους, τα των δαιμονιώντων ετέρωσεν εκαθάριζε μέλη· παραλελυμένων συνεδέσμει τα νεύρα· της θεραπείας των πτωχών περιενοείτο, των χηρών ην ως ανήρ, και των ορφανών ως πατήρ επεμελείτο· ο λόγος απαγγέλλει του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου την χάριν, η παναγία κατ’ αυτόν έφησε βίβλος· «εποίει γαρ, φησι, τέρατα και σημεία εν τω λαώ μεγάλα». Και ου τούτο μόνον, αλλά και προς Ιουδαίους επεδείκνυτο μίσος, υπέρ Χριστού προς αυτούς συνέχυνε τους Ιουδαίους· και σκότος αυτών ην καθώς ο λόγος ημίν εφανέρωσεν· ουκ ειδότες οι παμμίαροι, ότι και θεοπτίας αυτώ γενήσονται πρόξενοι· και φωνής αυτών πολεμίας ακούσουσι της του υπ’ αυτών σταυρωθέντος, της θείας εκ δεξιών εστώτα δυνάμεως επί πάντων βοώσης, και δι’ αυτού της ευσεβείας ανοίξας το στάδιον, και πάντας αυτού κατόπιν ερεθίση βαδίζειν· ως γαρ είδεν αυτόν ο διάβολος την τηλικαύτην της χάριτος περικείμενον δόξαν, και τας των θαυμάτων απολάμποντα ακτίνας, και μη του παναγίου Πνεύματος ενεργεία θεοπρεπώς φωτιζόμενον· και της χάριτος άξιον κειμήλιον· και των πενήτων άκλοπον γαζοφυλάκιον· και πρώτον όντα των επτά, των κληθέντων υπό των Αποστόλων χάριτι· και γνήσιον των μαθητών μαθητήν· και προς την του Σταυρού νωτοφορίαν γοργόν· τον των Ιουδαίων κατ’ αυτού ευθέως ανερρίπισε δήμον· και μάρτυρας κατασκευάσαντες ψευδείς εκείνοι κατ’ αυτού, ως ρήματα βλάσφημα λαλούντος κατά του Θεού και του νόμου και τα εξής και όλων αυτών των δυσσεβών λίθον επεκύλισε, και ταις των ψευδομαρτύρων αυτών κατηγορίαις ετόξευσεν. Εκ τούτου γέγονε δήλος επί πάντας ο Στέφανος· τας θείας αυτοίς υπαναγινώσκων Γραφάς, και τους εξ Αβραάμ υφηγείται καιρούς· και φανεροί το περί τους Προφήτας αυτών και τους δικαίους μίσος, και τον περί τον νόμον αυτών ουκ απέρριψε φθόνον· εφ’ οις πάντες κοινή πυρακτωθέντες, προς τον κατ’ αυτού κατέδραμον θάνατον, και της πόλεως έξω εκβαλόντες, ου γαρ ήσαν άξιοι τοιούτου κάλλους αρετών απολαβείν, ταις των λίθων βολαίς κατετόξευον, επικαλούμενον και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Έδειξε και δια τούτων των φωνών μαθητήν εαυτού του Χριστού δοκιμώτατον ο Στέφανος, κατόπιν της εκείνου μακροθυμίας ελθών· ως γαρ ο των όλων Δεσπότης επί το πάθος εκουσίως ελκόμενος, κατήλλατε τους εις αυτόν αμαρτάνοντας, τω Πατρί λέγων· «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Ούτω και ο παμμακάριστος Στέφανος, το της καθοσιώσεως φυλάττων ως δούλος, τας υπέρ των τιμωρούντων αυτόν πρεσβείας προς Χριστόν προεβάλλετο· «Κύριε», λέγων «μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Αυτός γαρ ην διαπαντός τοις πιστοίς της ευσεβείας διδάσκαλος· ο πρώτος ανοίξας της ευσεβείας το στάδιον· ο πλήρης χάριτος και δυνάμεως, ο δια πάντα προσαγορευόμενος Στέφανος· ο και της κλήσεως άξιος· ο και το όνομα κοσμών, και υπό της προσωνυμίας αυτού λαμπρυνόμενος, ο τον Βασιλέα καταξιωθείς ιδείν Χριστόν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος και έτερος Προφήτης φησίν· «Εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι, επ’ εμέ ελογίσαντο βουλήν πονηράν». Ω πράγμα φρικώδες και τόλμης φοβερόν κατά του Αγίου Στεφάνου. Ω Ιουδαίοι άνομοι, εκρεμάσατε τον υψώσαντα υμάς, και υβρίσατε τον δοξάσαντα υμάς, τον Δεσπότην ημών Ιησούν Χριστόν! Ω Ιουδαίοι άνομοι, εκρεμάσατε τον υψώσαντα υμάς; Και εσταυρώσατε τον φυλάξαντα υμάς, και απεκτείνατε τον ζωοποιήσαντα υμάς; Ταύτα έλεγεν αυτοίς ο Άγιος Στέφανος, εν ταις ημέραις εκείναις, τον εντειλάμενον τω Αβραάμ εις χιλίας γενεάς· του τεθηκότος τον όρκον αυτού τω Ισαάκ, και στήσαντα τον Ιακώβ εις πρόσταγμα, και τω Ισραήλ εις διαθήκην αιώνιον· τον δεδοκότα σοι την γην Χαναάν. Τον πατάξαντα Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι· τον καταδιελόντα την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις, και διαγαγόντα υμάς εν μέσω αυτής ως δια ξηράς· τον εκτινάξαντα Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν· τον φωτίσαντα υμάς εν στύλω πυρός την νύκτα και επισκιάσαντα υμάς νεφέλης στύλω την ημέραν· τον δεδωκότα Μωσήν και Ααρών προπορεύεσθαι προ προσώπου υμών· τον νομοθετήσαντα υμάς εν Χωρήβ και μανναδοτήσαντα υμάς εν τη ερήμω· και ύδωρ εκ πέτρας ποτίσαντα υμάς, τον αποκτείναντα βασιλείς κραταιούς δι’ υμάς· τον Σιών βασιλέα των Αμμοραίων και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν· τον θύσαντα έθνη επτά δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι· και εξολοθρεύσαντα τους βασιλείς αυτών· και δόντα την γην αυτών υμίν κληρονομίαν· τον καταστρέψαντα πόλεις οχυράς, και καταβαλόντα τείχη δι’ υμάς, ω Ιουδαίοι άνομοι, και κατακληροδοτήσαντα υμάς εξ Αιγύπτου, και φυτεύσαντα υμάς άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν και εκτείνοντα τα κλήματα υμών έως θαλάσσης και έως ποταμών τας παραφυάδας υμών· η άμπελος η αληθινή· διατί εστράφης εις πικρίαν, και ουκ εποίησας σταφυλήν, αλλά κραυγήν και ανομίαν κράζουσα, άρον σταύρωσον αυτόν, ω Ιουδαίοι άνομοι, τον τας νόσους υμών ιασάμενον, και το έθνος υμών ποικίλοις ιάμασιν ευεργετήσαντα. Εκείνος ως Δεσπότης τους νοσούντας υμών ιάτο και τους ξηρούς υμών εθεράπευσε, και ημείς ξύλον αυτώ ητοιμάσατε· εκείνος ως Δεσπότης Κύριος Ιησούς Χριστός τους νεκρούς υμών ήγειρε, και υμείς θάνατον αυτώ κατεσκευάσατε, ω Ιουδαίοι άνομοι. Και έλεγεν αυτοίς ο Άγιος Στέφανος· «Κύριε, απόδος αυτοίς καλά αντί κακών»· ω αχάριστοι Ιουδαίοι, τον ευερτην Θεόν παρωξύνατε τοις επιτηδεύμασιν υμών· εξέβαλεν υμάς ο Θεός εξ Αιγύπτου, εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ, και υμείς παραγενόμενοι παρά τον αιγιαλόν της θαλάσσης επιλαθόμενοι των θαυμάτων, ουκ ελέγετε δια το μη υπάρχειν μνήματα εν Αιγύπτω εξέβαλες ημάς ώδε αποκτείναι; Εμανναδότησεν υμάς εν τη ερήμω, και υμείς πικρίδας επεθυμήσατε φαγείν· ενέπλησεν υμάς ορτυγομήτρας, και υμείς χολήν επεθυμήσατε πιείν· υπομιμνήσκω υμάς, ω Ιουδαίοι, ουκ εγογγύσατε κατά Μωσή; Και παρεπικράνετε το πνεύμα Ααρών; Ουκ απέστητε από Θεού αρχηγού, και εζητήσατε πάλιν στραφήναι εις Αίγυπτον; Ανελθόντος δε του Μωσέως εις το όρος του λαβείν τον νόμον δακτύλω Θεού γεγραμμένον, υμείς εμοσχοποιήσατε εν Χωρήβ, και προσεκυνήσατε τω γλυπτώ, και ανηγάγετε θυσίας τοις ειδώλοις; Τότε ωργίσθη Κύριος και εξωλόθρευσε τα έθνη και εισήγαγεν υμάς και εμίγητε εν τοις έθνεσιν και εμάθετε τα έργα αυτών; Πως σε επαινέσω ή άξια εγκώμια δυνήσομαι εξειπείν της σης πολιτείας; Ου γαρ δυνήσομαι ατενίσαι εις τον σον χαρακτήρα. Άγιε Πρωτομάρτυς Στέφανε· τίνες εστέ υμείς, ω Ιουδαίοι; Αισχύνομαι γαρ εγώ, άμα δε και λυπούμαι επί τοις πεπραγμένοις κακοίς οις επράξατε, ω Ιουδαίοι· ου δύναμαι ουν εγώ αναβλέψαι εις το πρόσωπον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ο και προείπον· ο γαρ χαρακτήρ αυτού βασιλικός και το πρόσωπον αυτού ως ήλιος· ώσπερ ουν τω προσώπω ουκ έστι εις το ατενίσαι και καταμαθείν τον χαρακτήρα του ηλίου, ούτω καγώ ου δύναμαι επιδείν εις το πρόσωπον του Αγίου Στεφάνου· ότι γαρ απεστάλη Στέφανος υπό του καθαρού αμιάντου Χριστού, λάμπων εν τω κόσμω ως λαμπρόν απεικόνισμα του μεγάλου Θεού, τον Βασιλέα ημών Κωνσταντίνον η πόλις εδόξαζε και χαίρει επί το άγιον λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος επίστευσεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν· έστι δε ο Άγιος Στέφανος ουράνιον δώρον, και κτήμα οχυρόν, και φως θεϊκόν, και ανθρώποις ίασις, και πλεόντων λιμήν και αλιευόντων πενήτων προρρίπτων ιχθύας· ο του μεγάλου βασιλέως εν χώρα αιτούμενος δοθήναι παράδεισον. Στέφανος, ο των λίθων καταφρονήσας, και γένος επουρανίων Αγγέλων αγαπήσας, και υπό κυμάτων μη βυθισθείς· ο τους λίθους μη φοβηθείς και υπό πυρός μη καυθείς· ο εν γη διατρίβων και εν ουρανοίς πολίτης ων, και προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν παριστάμενος, και μετά Αγγέλων αγαλλόμενος, άνοιξον τους οφθαλμούς σου και ίδε επί την ασθένειαν ημών, ότι πάντες οι οφθαλμοί ημών εις σε ελπίζουσιν· αστήρ γαρ ηλίου φωτεινότερος υπάρχεις, λάμπων επί γης Πρωτομάρτυς Στέφανε· και φύλασσε τους σους δούλους· μη ουν εάσης τον κακοσύμβολον διάβολον ενοχλήσαι τινί ανθρώπω, αλλά φεύξεται απ’ αυτού τη δυνάμει του αγίου λειψάνου σου. Στέφανος υπέρ Χριστού αγωνιζόμενος είδε τους ουρανούς ανεωγμένους, και τον Κύριον Σαβαώθ καθήμενον επί θρόνου Χερουβίμ, και τον Υιόν του ανθρώπου εκ δεξιών εστώτα της δυνάμεως του Θεού· όθεν αναδραμών ο Στέφανος τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, έλαβε τον στέφανον τον δια ποικίλων μαργαριτών πεπλεγμένον. Τούτον τον Στέφανον πολλοί απεθαύμασαν Άγιοι, επειδή αυτός εγένετο στρατηλάτης του μεγάλου Βασιλέως. Όθεν αιτούμαι, Χριστέ ο Θεός ημών, τη πρεσβεία αυτού ειρήνην τω Κόσμω σου δώρησαι· τους πολέμους καταπράϋνον· τοις πλέουσι βοήθησον· τον καρπόν της γης πλήθυνον· τους αρρώστους ίασαι· τους δαιμονιώντας καθάρισον· τοις τυφλοίς το φως χάρισαι· τους παραλυτικούς ανόρθωσον· των χηρών φρόντισον, τα νήπια του λαού σου αύξησον, ότι μέγας ει, Κύριε, και φοβερός επί πάντα τον λαόν του· αυτός γαρ είπε και παρεκάλεσε, Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην· βλέπετε ουν, αδελφοί, μη καταφρονήσωμεν αυτού, αλλά φυλάξωμεν τας παραγγελίας του Δεσπότου ημών Χριστού, του ρυσαμένου ημάς από του σκότους και καλέσαντος ημάς εις την επουράνιον αυτού Βασιλείαν· ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ -- Εν Ιεροσολύμοις και μεταφορά αυτού εν Κωνσταντινουπόλει.

Ανενεχθέντος του αγίου λειψάνου εν Ιεροσολύμοις Αλέξανδρος ο Συγκλητικός συνέθετο κτίζειν μαρτύριον επ’ ονόματι του Αγίου ενδόξου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Πληρωθείσης ουν της οικοδομής αυτού εκ της ιδίας του Συγκλητικού Αλεξάνδρου ουσίας, πολλά εδεήθη ούτος του Επισκόπου Ιωάννου, ίνα κατάθηται εν αυτώ το άγιον λείψανον. Τότε ο Επίσκοπος Ιωάννης τελέσας λιτανείαν κατέθετο το γλωσσόκομον, ηλώσας τίτλον έξωθεν· απέθετο δε τον Άγιον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα του Χριστού μετά πολλής ασφαλείας και τιμής μηνί Δεκεμβρίω ιδ΄ (14), υπατεύοντος του Δεσπότου ημών και αυτοκράτορος Αυγούστου Κωνσταντίνου έτει δεκάτω της βασιλείας αυτού. Και μετά έτη πέντε νόσω περιπεσών Αλέξανδρος ο Συγκλητικός, διαθήκην διαθέμενος εις την Εκκλησίαν, και εις τους πτωχούς, και εις την αυτού συμβίαν, ενώρκισεν αυτούς τω Θεώ λέγων· «Εάν αποθάνω ποιήσατε γλωσσόκομον πέρσινον, και θέσατέ με εγγύς του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, επειδή τον οίκον εγώ ωκοδόμησα εκ της εμής ουσίας». Και τούτο ειπών εκοιμήθη· τη δε επιούση ημέρα παρών ο Επίσκοπος άμα τω πλήθει του λαού, συνεκόμισαν αυτόν εγγύς του Αγίου Στεφάνου. Μετά οκτώ έτη η γυνή του Συγκλητικού Αλεξάνδρου, ενθυμησαμένη εν εαυτή και καλόν ηγησαμένη, το του ανδρός αυτής λείψανον απεφάσισε απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει εις το ίδιον κτήμα· και τούτο βουλευσαμένη μετεκαλέσατο τον Επίσκοπον Κύριλλον τον εν Ιεροσολύμοις· και γνώμης γενομένης αυτού, είπε προς αυτόν η γυνή· «Του ανδρός μου το λείψανον χρη με απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει εις το εμόν κτήμα». Ο δε Επίσκοπος Κύριλλος είπεν αυτή· «Ου δύνη τούτο ποιήσαι και τον λαόν θορυβήσαι». Η δε γυνή είπε τω Επισκόπω· «Ου θέλεις δούναί μοι του ανδρός μου το λείψανον»; Ο δε Επίσκοπος είπεν· «Ου». Τότε η ελευθέρα κλαίουσα απήλθεν εις τον οίκον αυτής· και απέστειλε γράμματα προς τον εαυτής πατέρα, γράφουσα ούτως· «Η γνησία σου θυγάτηρ Ιουλιανή τω εμώ πατρί χαίρειν· τας πρεπούσας τιμάς προσάγω παρακαλούσα, υποδέξασθαι και παρασχείν μοι, ου λόγον κολακείας πεπληρωμένον, αλλ’ επουρανίων μυστηρίων μηνυτικόν· ουδέ συνθέτοις λόγοις ρητορικών πιθανότητα περιεχόντων, αλλά παράκλησιν προς τον εμόν Πατέρα και Δεσπότην, επειδή βίαν πάσχω τπό των αρχόντων ως χήρα χάριν γάμου· σπούδασον, ίνα έλθω εγώ, και αγάγω και εμού ανδρός το λείψανον εν Κωνσταντινουπόλει εις το εμόν κτήμα· σπεύσον ουν λαβείν σάρκαν και πέμψαι αυτήν τω Επισκόπω Κυρίλλω εν Ιεροσολύμοις». Ο δε έλαβε την σάρκαν παρά Κωνσταντίνου του μεγάλου βασιλέως μηνί Ιανουαρίω ιδ΄ ολυμπιάδος τρίτης εν υπατία του αυτού Δεσπότου ημών Κωνσταντίνου αυτοκράτορος Αυγούστου. Αποσταλείσης της σαρκός εδόθη αύτη τω Επισκόπω Κυρίλλω εν Ιεροσολύμοις, όστις λαβών και αναγνούς αυτήν και μη δυνάμενος αντειπείν, πέμψας προς την ελευθέραν είπε· «Πως δυνάμεθα τούτο ποιήσαι; Επειδή ουκ οίδαμεν ποίον εστι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ή ποίόν εστι του ανδρός σου και ουκ οίδα τι ποιήσω. Πλην ύπαγε, ευτρέπισον τα εν τη οδώ, και μήνυσόν μοι, και εγώ νυκτός δώσω σοι το γλωσσόκομον του ανδρός σου». Η δε ευτρεπίσασα τα εν τη οδώ, απήλθεν εις τον Επίσκοπον εν τη Εκκλησία· οψίας δε γενομένης βαθείας, κατήλθον εις το ευκτήριον ένθα κατέκειτο το λείψανον του Αγίου Στεφάνου· ανοίξαντες δε την θήκην, εύρον γλωσσόκομα δύο· ο δε Επίσκοπος λέγει τη γυναικί· «Ουκ οίδα εγώ ο ταπεινός ποίόν εστι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου». Η δε γυνή είπε τω Επισκόπω· «Εγώ οίδα το γλωσσόκομον του ανδρός μου, επειδή εγώ εποίησα αυτό». Τότε ακούσας ο μακάριος Επίσκοπος εκέλευσεν αυτήν άραι οίον οίδε· και ορμήσασα περιεπλάκη τω λειψάνω του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου· και αρούσα απέθετο τούτο εις το λεκτίκιον· και συνταξαμένη τω Επισκόπω απήει χαίρουσα. Δι’ όλης ουν της νυκτός ύμνος αγγελικός εγένετο εν τη οδώ· και οσμή μύρου ευωδίας εξήρχετο· έκραζον δε τα πνεύματα· «Ουαί ημίν, ότι ο Στέφανος διέρχεται δεινώς ημάς μαστίζων πυρί». Η δε ελευθέρα εις το βαστέρνιον αυτής εκαθέζετο· και οι παίδες περιπατούντες έμπροσθεν του λεκτικίου εδειλίασαν σφόδρα λέγοντες· «Τι τούτο το συμβάν ημίν· ότι τα ονεύματα κράζουσιν έμπροσθεν ημών περί του Αγίου Στεφάνου· μη άρα αυτός εστι και ουκ οίδαμεν; Επειδή γαρ πλήθος Αγγέλων έμπροσθεν ημών θεωρούμεν, και φόβω συνεχόμεθα, κυρία μου δέσποινα· τι ποιούμεν; Ουκ έστι του ανδρός σου το λείψανον τούτο, αλλ’ έστι του Αγίου Στεφάνου». Τότε η ελευθέρα ακούσασα ησύχασε και κλαίουσα παρήγγειλε τοις παισίν αυτής ότι· «Μηδενί λέγετε τον φόβον τούτον και τα οραθέντα ημίν εν τη οδώ· αλλ’ εάν τις ερωτά εν χώρα ή εν πόλει, τίνος εστί το λεκτίκιον τούτο, λέγετε ότι της ελευθέρας εστί, και απέρχεται εν Κωνσταντινουπόλει». Εν αυτή τη νυκτί διήλθον Μονάς τρεις, την δε ημέραν ησυχάσαντες, πάλιν εσπέρας βαθείας οδευόντων αυτών Άγγελοι συνεπορεύοντο αυτοίς και έλεγον· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ότι απεκάλυψεν ο Θεός εν τη οδώ τοις παισί τους Αγγέλους αυτού, του διαφυλάττειν αυτούς». Τη δε μέση της νυκτός έκραζον τα πνεύματα λέγοντα· «Τις ο διερχόμενος και μαστίζων ημάς; Ου φέρομεν την δύναμιν του αγίου τούτου λειψάνου, ότι πυρ εστι και κατακαίει ημάς δεινώς». Ιάσεις δε και δυνάμεις εγίνοντο εν τη οδώ και αγγελική δυνάμει έτρεχον τα ζώα εν αυτή, μη φέροντα την βίαν του Αγίου και ενδόξου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Φθάσαντες εις Ασκάλωνα, και ευρόντες πλοίον απερχόμενον εν Κωνσταντινουπόλει, μετεκαλέσατο η γυνή τον ναύκληρον, και έδωκεν αυτώ χρυσίνους πεντήκοντα ειπούσα ότι· «Μυστήριον έχω σοι ειπείν και μη αντείπης μοι· γλωσσόκομον έχω του απαγαγείν εν Κωνσταντινουπόλει· και εάν τούτο ποιήσης, έχεις τον μισθόν παρά του Παντοκράτορος Θεού». Ο δε ναύκληρος είπε· «Κυρία μου Δέσποινα, είσελθε εις το ίδιόν σου πλοίον· ου γαρ βούλομαι αντειπείν τη εμή κυρία, ότι ο Πρωτομάρτυς Στέφανος συν σοί εστί, και εν αυτώ η ελπίς μου· ότι είδον οι οφθαλμοί μου παράδοξα σήμερον. Δεύρο, κυρία μου, ανάβηθι εις το πλοίον· μέλλομεν γαρ καλώς πλεύσαι τη του Θεού δυνάμει και του αγίου τούτου λειψάνου». Τότε εισελθούσα συν τοις παισίν εις το πλοίον, απέπλευσαν από της γης ιδίω ανέμω, και ελθόντες μέσον του πελάγους, άφνω γέγονε ζάλη, ώστε τα κύματα υψωθήναι παρά το ιστίον του πλοίου. Και της θαλάσσης κυμαινούσης δεινώς συνείχοντο φόβω, αναστάντες δε πάντες προσεκύνησαν τω αγίω λειψάνω· κλαιόντων δε αυτών και οδυρομένων, ευωδία μεγίστη γέγονεν εν τω πλοίω και ώφθη αυτοίς ο Άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος και είπε· «Μη φοβείσθε, εγώ ειμι μεθ’ υμών». Τούτο δε ειπόντος αυτού, εκόπασεν ο άνεμος, και εγένετο γαλήνη μεγάλη· οψίας δε γενομένης, έπλεον εν τω πελάγει ιδίω ανέμω· μέσον της δε νυκτός φως εγένετο μέγα έγγιστα του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου· και ατενίσαντες πάντες είδον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τους Αγίους Αγγέλους Αυτού υμνούντας και λέγοντας· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ότι ηυδόκησας επί τον Άγιόν σου Στέφανον, τον μαρτυρήσαντα επί τω ονόματί αου». Ο δε Κύριος είπε τοις Αγγέλοις αυτού· «Παραμείνατε τω αγίω λειψάνω· αυτό γαρ φέρει θυσίαν τω ονόματί μου». Και τούτο ειπών άφαντος εγένετο. Πρωΐας γενομένης, ήλθον επί τα στενά χαλάσαντες και το άρμενον δια τον άρχοντα των στενών· άφνω εγένετο σεισμός εν τω τόπω εκείνω, ώστε σαλευθήναι πάντα τα θεμέλια της γης, έως ου παρήλθε το πλοίον, και τότε εκόπασεν η γη σειομένη· οι δε δαίμονες έκραζον τω άρχοντι· «Διατί ουκ έκαυσας το πλοίον εκείνο το παρελθόν, αλλ’ είασας αυτό καθ’ ημών παρελθείν; Αυτό γαρ το πλοίον επέφερε τον σεισμόν». Ο δε άρχων ηδέως ακούσας, απέστειλε δρόμωνας πέντε του φθάσαι το πλοίον· Άγγελος δε εξελθών εκ του πλοίου, εβύθισεν αυτούς, και εγένετο χαρά μεγάλη εν τω πλοίω, ότι ο Θεός ην μετ’ αυτών. Πλεύσαντες δε νυχθήμερα τρία ήλθον εν Χαλκηδόνι, ένθα παρέμεινε το πλοίον εις τον λιμένα ημέρας πέντε· όσοι δε είχον δαιμόνια ήρχοντο παρά την θάλασσαν βασανιζόμενοι και έκραζον λέγοντες· «Ο δούλος του Κυρίου ήλθεν ο λιθοβοληθείς παρά των ανόμων Ιουδαίων δεινώς ημάς μαστίζων». Τη δε χάριτι του λειψάνου αυτά τα πνεύματα έκραζον· «Ουαί ημίν, ότι κατακαίει ημάς δεινώς, που φύγωμεν την απειλήν αυτού την φοβεράν»; Εξήρχοντο δε από των ανθρώπων δεινώς ελαυνόμενα ως από πυρός· και όσοι είχον ασθενείς, έφερον αυτούς παρά την θάλασσαν, και πάντες υγιείς εγίνοντο, τη δυνάμει του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κακείθεν αποπλεύσαντες ήλθον εν Συκαίς· ακούσασα δε πάσα η πόλις έτρεχεν αντιπερώσα, των μεν Χριστιανών χαιρόντων, των δε Ελλήνων λυπουμένων, κακείθεν μεθορμήσαντες ήλθον εν τη πόλει, εν τω επιλεγομένω Στενώ, εν τω ζεύγματι της παραθαλασσίας. Ως έμαθε δε ο μακάριος Μητροφάνης ο Επίσκοπος περί του λειψάνου του Αγίου Στεφάνου εχάρη σφόδρα και απελθών ανήγγειλε τω βασιλεί. Ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος επυνθάνετο πως ήλθε το λείψανον από Ιεροσολύμων και μαθών περί της γυναικός εκέλευσεν αγαγείν αυτώ την γυναίκα· τούτου γενομένου λέγει αυτή· «Πως ήνεγκας το λείψανον του Αγίου Στεφάνου; Ειπέ μοι το αληθές». Αύτη δε είπε· «Δέσποτα αυτοκράτορ· ο μακάριος ανήρ μου Αλέξανδρος ο συγκλητικός, αυτός ωκοδόμησε το ευκτήριον του Αγίου Στεφάνου και αυτός άμα τω Επισκόπω Ιωάννη κατέθεντο τον Άγιον Στέφανον· μετά δε έτη τινά απέθανε και ο ανήρ μου, διαθέμενος διαθήκην τω Επισκόπω λέγων· εάν και αποθάνω θέσατέ με εγγύς του Αγίου Στεφάνου· ούτως εγένετο· εγώ δε βίαν πάσχουσα παρά των αρχόντων, ως χήρα, και μη θέλουσα γήμαι εδήλωσα τω πατρί μου, ότι θέλω εκεί ελθείν, και αγαγείν του ανδρός μου το λείψανον εις το εμόν κτήμα· ταύτα ακούσας ο πατήρ μου, λαβών την σάκραν παρά του υμετέρου κράτους, απέστειλε τω Επισκόπω ίνα άρω το λείψανον του ανδρός μου· κατελθόντες δε νυκτός μετά του Επισκόπου Κυρίλλου, εν ω τόπω κατέκειντο τα γλωσσόκομα, και νομίσασα του ανδρός μου το λείψανον αίρειν, του Αγίου Στεφάνου ήρα και δέξαι και την σάκραν Δέσποτα». Ο δε βασιλεύς λαβών και αναγνούς εγνώρισεν αυτού την χείρα· η δε γυνή είπε· «Δέσποτα αυτοκράτορ, του μεν σώματός μου εξουσίαν έχεις, της δε ψυχής μου μόνος ο Θεός εξουσιάζει, ο ποιών θαυμάσια εν ουρανώ και επί γης· ει ουν απιστής, Δέσποτα, πέμψον Εβραίον εις το πλοίον ένθα κατάκειται το γλωσσόκομον του Αγίου, και έστι τίτλος προσηλωμένος εν αυτώ, γράφων εβραϊκά γράμματα. Ανάγνωθι αυτά, και γνώση το αληθές». Ο δε βασιλεύς καλέσας Εβραίον ώρκισεν αυτόν κατά του νόμου, ότι «άπελθε και ίδε τι γράφει». Απελθών δε ο Εβραίος μετά δύο πρωτικτόρων και αναγνούς είπε· «Μέγα θέαμά εστιν». Οι πρωτίκτορες είπον· «Ειπέ ημίν το θέαμα». Και ο Εβραίος είπεν ότι· «ο Πρωτομάρτυς εστί και Αρχιδιάκονος Στέφανος, και εναυτώ η ζωή μου και η ελπίς μου, ότι είδον οι οφθαλμοί μου παράδοξα σήμερον». Τότε απελθόντες οι πρωτίκτορες (σωματοφύλακες) ανήγγειλαν τω βασιλεί, ότι ο Πρωτομάρτυς Στέφανος εστί· εχάρη ουν ο βασιλεύς μεγάλως και μετακαλεσάμενος τον Αρχιεπίσκοπον Μητροφάνην λέγει αυτώ· «Άπελθε εις το πλοίον μετά του πλήθους του λαού, καγώ αποστελώ το βουριχαλλίνιον, και φέρε μοι το γλωσσόκομον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου εις το παλάτιον». Τότε απελθών ο Επίσκοπος και πας ο λαός μετά κηρών συνέδραμεν. Ο δε μακάριος Μητροφάνης κατελθών εις το πλοίον ήρε το γλωσσόκομον· και επιθείς εις την καρούχαν εσπούδαζεν απελθείν εις το παλάτιον, αι δε μούλαι ανίασαν ελκόμεναι υπό των Αγγέλων βιαίως. Και ελθόντες εν τόπω επιλεγομένω Κωνσταντιαναίς έστησαν και ουκέτι μεταβήναι ίσχυον, αλλ’ εψόφων τα ζώα· η δε μία εξ αυτών, Αγγέλων δυνάμει αναγκαζομένη, μη φέρουσα, ανθρωπίνη φωνή ελάλησεν επί παντός του λαού και είπε· «τι τύπτετε ημών τας όψεις; Ώδε γαρ εν τόπω τούτω δει κατατεθήναι αυτόν και μη βιάζετε ημάς όλως· ειδέ μη σημεία και τέρατα έχετε ιδείν». Ο δε Αρχιεπίσκοπος, έντρομος γενόμενος επί τω παραδόξω του θεάματος, εδήλωσε τω βασιλεί, ότι· «Ου δύναμαι απενεγκείν το λείψανον του Αγίου Στεφάνου». Ο δε βασιλεύς ακούσας ελυπήθη· και πέμψας άλλα δώδεκα ζώα όπως σύρωσι την καρούχαν, και ομού σύροντες ουκ ίσχυσαν κινήσαι. Τότε ο λαός εβόησεν· «Εις ο Θεός Παντοκράτωρ ο ποιών θαυμάσια μόνος επί τον Άγιον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα τον μαρτυρήσαντα επί τω ονόματί σου, Κύριε· δος μοι έλεος ευχαίς και πρεσβείαις του Πρωτομάρτυρος». Τότε ο Επίσκοπος ήρε το γλωσσόκομον από της καρούχας και απέθετο αυτό εκεί, ποιήσας το ευκτήριον επί μήνας πέντε, παραμείναντος αυτού μετά πολλής ασφαλείας· κατέθετο δε αυτόν ο μακάριος Επίσκοπος Μητροφάνης μηνί Αυγούστω Δευτέρα. Ιάσεις δε πολλαί και δυνάμεις εγένοντο επί των ασθενούντων εν ταις ημέραις εκείναις επί τον λαόν τον παραμένοντα επί το άγιον λείψανον. Ο δε Επίσκοπος Μητροφάνης απηύθυνε προς τον λαόν του παραμένοντα επί το λείψανον του Αγίου ενόξου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου τον εξής περισπούδαστον εγκωμιαστικόν λόγον. 

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

ΛΟΓΟΣ Α΄ -- Δαμασκηνού Μοναχού, του Υποδιακόνου και Στουδίτου

Λόγος πεζή φράσει εις την κατά Σάρκα                                                                               ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.                                                              

Αι εορταί της Εκκλησίας μας, ευλογημένοι Χριστιανοί, ομοιάζουν ωσάν μεγάλον και υπέρλαμπρον κήπον, εις τον οποίον υπάρχουν όλα τα άνθη· εντός δε του κήπου αυτού κάθηται Βασιλεύς λαμπροφόρος, όστις προσκαλεί πάντας τους ανθρώπους και συνομιλεί μετ΄ αυτών· όσοι δε εισέλθουν εις αυτόν, έχουν μεν χαράν, διότι ωσφράνθησαν τα ωραία εκείνα άνθη, αλλά περισσότερον χαίρονται, διότι επλησίασαν τον Βασιλέα και συνωμίλησαν μετ΄ αυτού· ούτως είναι και αι εορταί και αι μνήμαι των Αγίων. Κήπος είναι η Εκκλησία μας η Αγία και θεοτίμητος· άνθη είναι αι πανηγύρεις των Αγίων όλων, είτε Μαρτύρων είπης, είτε Ιεραρχών, είτε Αποστόλων, είτε Προφητών, είτε άλλου τινός. Βασιλεύς δε μέγας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι, ο λαμπρός, ο καθαρός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο ιατρός των ανθρώπων, ο ζωοδότης των κτισμάτων όλων. Εις όλας λοιπόν τας εορτάς των Αγίων χαίρομεν και ευφραινόμεθα οι ευσεβείς Χριστιανοί, καθώς το λέγει και ο σοφός Σολομών· «Εγκωμιαζομένων δικαίων, ευφρανθήσονται λαοί» (Παρ. κθ: 2). Αλλά εις τας Δεσποτικάς εορτάς περισσότερον χαίρομεν, διότι βασιλική πανήγυρις είναι και η τιμή Βασιλέως γίνεται· διότι των δούλων αι τιμαί ολιγώτερον έχουν τον έπαινον και τα εγκώμια και τας πανηγύρεις· του βασιλέως δε η τιμή και η δόξα πρέπει να υπερβαίνη, διότι τότε πας άνθρωπος χρεωστεί να πανηγυρίζη, να χαίρη, να ευφραίνεται και να κάμνη όσα αρέσουν εις τον βασιλέα. Τοιαύτην εορτήν έχομεν και τοιαύτην ημέραν εορτάζομεν του Βασιλέως της ειρήνης και του κόσμου όλου, του ουρανίου, του αφθάρτου, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ποία δε είναι και πως ονομάζεται; Χριστούγεννα· ως να είπωμεν, Θεού φανέρωσις· διότι σήμερον ο αόρατος φαίνεται, ο Θεός άνθρωπος γίνεται· ο Θεός, όστις αρχήν δεν έχει, σήμερον γεννάται εις χρόνον· τι άλλο περισσότερον; Τι άλλο παραδοξότερον; Ποίος να ακούση και να μη θαυμάση; Τις να το συλλογισθή και να μη καταπλαγή; Ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος; Πόθεν και διατί; Δια την ιδικήν μας σωτηρίαν· δια το ιδικόν μας καλόν· δια να μας ελευθερώση από του μιαρού διαβόλου τας χείρας. Διότι εξ αρχής ο Θεός τον Αδάμ όλον καλωσύνην τον έκαμεν, όλον καθαρότητα, όλον αγιότητα και του εχάρισε και δώδεκα δυνάμεις ψυχικάς, τας οποίας έχει έκαστος άνθρωπος. Εκ των δυνάμεων τούτων του ανθρώπου αι μεν τρεις λέγονται φυσικαί· διότι με αυτάς γεννάται και τρέφεται και αυξάνει ο άνθρωπος· και πρώτη μεν είναι η γεννητική δύναμις, ήτοι όπου γεννάται πας άνθρωπος και χωρίς να ήτο γίνεται και υπάρχει· Δευτέρα δύναμις είναι η θρεπτική, ήτοι όπου τρέφεται ο άνθρωπος· Τρίτη είναι η αυξητική, δηλαδή όπου αυξάνει ο άνθρωπος και έχει το φυσικόν να ανατρέφεται από ολίγον εις πολύ, από μικρός να γίνεται μέγας· αυτάς τας δυνάμεις τας έχουν και τα άλογα ζώα και τα φυτά, διότι και αυτά γίνονται και τρέφονται και αυξάνονται. Άλλαι δε τέσσαρες δυνάμεις λέγονται ζωτικαί, διότι με αυτάς ζη και αναζωούται ο άνθρωπος· και πρώτη μεν είναι η βούλησις· βούλησις δε είναι όταν ο άνθρωπος όλως διόλου βούλεται και θέλει το καλόν· όταν δε διαλέγη το καλίν από το κακόν, ή το κακόν από το καλίν, τότε εκείνη η δύναμις λέγεται προαίρεσις, ήτις είναι Δευτέρα δύναμις ζωτική· δια τούτο και περί του Χριστού λέγομεν ότι μόνον βούλησιν είχε· διότι δεν ήθελεν εκείνος ποτέ το κακόν, αλλά πάντοτε το καλόν εζήτει και ηγάπα. Τρίτη δύναμις ζωτική είναι ο θυμός ήτοι, ως ορίζει ο θεολόγος Γρηγόριος, να θυμώνωμεν κατά του διαβόλου και εναντίον αυτού να έχωμεν τον θυμόν μας, εκείνον να υβρίζωμεν, εκείνου να κάμνωμεν κακόν, διότι αυτός μας κατήντησεν εις ταύτην την κατηραμένην γην, δι΄ εκείνον λοιπόν μας έδωκεν ο Θεός τον θυμόν· όχι δια τον άνθρωπον, όστις είναι πλάσμα Θεού· όχι δια τον Χριστιανόν, ο οποίος έχει μίαν πίστιν με ημάς όχι να οργιζώμεθα κατά τινος χωρίς αφορμήν ή έστω και με αφορμήν· δι΄ αυτό λοιπόν μας έδωκεν ο Θεός τον θυμόν. Τετάρτη δύναμις είναι η επιθυμία· ήτοι να επιθυμούμεν το καλόν, να επιθυμούμεν την πρώτην μας πατρίδα, ήτοι την Βασιλείαν των ουρανών· αύται είναι αι τέσσαρες ζωτικαί δυνάμεις. Αι δε υπόλοιποι πέντε δυνάμεις λέγονται γνωστικαί· με αυτάς γνωρίζει ο άνθρωπος το κάθε τι· και πρώτη μεν είναι η αίσθησις· Δευτέρα, η φαντασία· Τρίτη, η δόξα· Τετάρτη, η διάνοια· και Πέμπτη, ο νους· και αίσθησις μεν είναι τα εξής: όρασις, όσφρησις, ακοή, γεύσις και αφή. Και όρασις μεν είναι η ικανότης να βλέπη ο άνθρωπος το κάθε τι και να το αντιλαμβάνεται· ακοή δε είναι, όταν και χωρίς να ίδη τι, αλλ΄ ακούει μόνον ή από άλλον άνθρωπον λόγον, ή οιονδήποτε ήχον, παρευθύς γνωρίζει τι είναι· όσφρησις δε είναι, όταν οσφραίνεται ο άνθρωπος και καταλαμβάνει τι είναι εκείνο, ή δυσώδες, ή ευώδες· γεύσις δε πάλιν είναι, όταν ο άνθρωπος βλέπη μεν τι, αλλά δεν καταλαμβάνει, εάν είναι πικρόν, ή γλυκύ, ειμή μόνον όταν το γευθή με το στόμα· αφή δε είναι όταν πιάνης τι, και καταλαμβάνεις εάν είναι υγρόν ή ξηρόν, ψυχρόν ή ζεστόν, βαρύ ή ελαφρόν, σκληρόν ή μαλακόν και τα τοιαύτα· αυτά λοιπόν τα πέντε λέγονται αισθήσεις. Φαντασία δε είναι, εκείνη δια της οποίας ό,τι και αν ίδη ο άνθρωπος, μετά μίαν ή δύο ή περισσοτέρας ημέρας το ενθυμείται και το φαντάζεται· αυτή η φαντασία ενεργεί και εις τα όνειρα του ανθρώπου με τον λόγον αυτού τον ενδιάθετον, διότι ο άνθρωπος δύο λόγους έχει, ένα τον προφορικόν, αυτόν δηλαδή δια του οποίου ομιλούμεν, και ακούει ο εις τον άλλον· και δεύτερον τον ενδιάθετον, και είναι εκείνος με τον οποίον μόνος του ο άνθρωπος καταλαμβάνει ό,τι και αν λέγη· με αυτόν τον λόγον και την φαντασίαν βλέπει και ομιλεί εις τον ύπνον του ό,τι και αν ίδη. Δεκάτη δε δύναμις της ψυχής, Τρίτη από τας γνωστικάς, είναι η δόξα, η οποία είναι διπλή, ή με απόδοσιν ή χωρίς απόδοσιν· ήτοι ήκουσέ τις ότι έγινεν έκλειψις του ηλίου, όμως δεν γνωρίζει από τι έγινεν η έκλειψις, τότε αυτό λέγεται άλογος δόξα, ήτοι χωρίς λόγου απόδοσιν· με απόδοσιν δε είναι η δόξα, όταν γνωρίζη ο άνθρωπος διατί έγινεν έκλειψις του ηλίου, ότι δηλαδή η σελήνη διήλθεν υποκάτω του ηλίου και απέκρυψε την λάμψιν του· δια τούτο γίνεται αυτή η έκλειψις· αυτή είναι η δόξα. Ενδεκάτη δύναμις είναι η διάνοια· διάνοια δε είναι, όταν επί παραδείγματι ακούων τις ότι εις βασιλεύς δυνατός με πολύ στράτευμα ενικήθη από άλλον βασιλέα ολιγοδύναμον, ίσταται και συλλογίζεται, εάν τούτο είναι αληθές, ή ψευδές· αυτή η συλλογή ονομάζεται διάνοια. Πάντα δε όσα κάμνουσι αι ένδεκα αύται δυνάμεις, τας οποίας προαναφέραμεν, όλα δια προσταγής του νοός τα κάμνουσι και είναι ο νους ως βασιλεύς επάνω εις αυτάς. Αυτός ο νους είναι η δωδεκάτη δύναμις της ψυχής. Μόνον όμως εις τα φανερά και ομολογούμενα πράγματα, τα οποία περιέπεσαν εις την αντίληψίν του δια των αισθήσεων, εις αυτά περιπατεί ο νους, ήτοι ότι ο Θεός είναι αγαθός, ότι ο ήλιος λάμπει, ότι ο άνθρωπος είναι θνητός και τα τοιαύτα. Αυτάς τας δώδεκα δυνάμεις έδωκεν ο Θεός εις τον Αδάμ, να επιποθή το καλόν· να αγαπά το αγαθόν· να επιθυμή το δίκαιον· να συλλογίζεται το συμφέρον. Να γίνεται από του μη όντος εις το είναι· να τρέφεται σωματικά και ψυχικά· σωματικά μεν, με το φαγητόν· ψυχικά δε, με λόγον Θεού· να αυξάνη το σώμα του, και αι αρεταί να περισσεύουν ειςτην ψυχήν· να βούλεται το θέλημα του Θεού· να προκρίνη το καλόν από το κακόν· να οργίζεται κατά του διαβόλου· να επιθυμή την Βασιλείαν των ουρανών· να βλέπη το καλόν· να ακούη λόγον Θεού· να λαμβάνη τα καλά· να φαντάζεται την παλαιάν πατρίδα, ήτοι τον Παράδεισον· να δοξάζη τον Θεόν τον αγαθόν· να διανοήται τα ψυχικά, και να νοή ποίον το συμφέρον του. Δια ταύτα εχάρισεν ο Θεός εις τον Αδάμ τας δώδεκα αυτάς δυνάμεις· έπειτα του είπεν, ότι «Όλα είναι εις την εξουσίαν σου· δι΄ όλα σε αφήνω να εξετάζης την αρχήν των, μόνον τον Θεόν να μη θελήσης να ερευνήσης, πως έγινεν ή πως είναι»· αυτός όμως παρήκουσε την εντολήν του Θεού, και ηθέλησε να αναβή εκεί όπου δεν έφθανε, και να εννοήση τα ακατάληπτα· όθεν έγινε παραβάτης της εντολής, και εδιώχθη από τον Παράδεισον. Αυτή είναι η παράβασις του Αδάμ· εάν δε και αισθητά το μετρήσης, τίποτε δεν σφάλλεις, διότι ο Παράδεισος και το ξύλον εκείνο του γινώσκειν καλόν και πονηρόν διπλούν ήτο, και είναι όπως ο άνθρωπος, όστις είναι και αισθητός και νοητός· και από μεν το σώμα είναι αισθητός ήτοι βλεπόμενος, από δε την ψυχήν είναι νοητός· ούτω και το ξύλον εκείνο, και αισθητόν ήτο και νοητόν· και τούτο το βεβαιώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέγων· «Θεωρία γαρ ην το φυτόν, ως η εμή θεωρία». Ούτε δε ο Θεός το εφύτευσε κακά, ως έλεγεν ο θεόργιστος Πορφύριος, ούτε από φθόνον ο Θεός (άπαγε της βλασφημίας!) ημπόδισε τον Αδάμ, ίνα μη φάγη και γίνη ισόθεος· αλλά νόμον του έθεσε, να γνωρίζη ότι έχει άνωθεν αυτού αυθέντην τον Θεόν· εις τον Αδάμ όλα τα εχάρισεν, όλα τα επέτρεψε, μόνον δε εκείνην την μικράν εντολήν του ώρισεν ο Θεός να φυλάξη και αυτός ως δούλος και υπηρέτης του Θεού. Όμως αυτός δεν ήκουσε  το πρόσταγμα του Θεού, αλλά του πλάνου όφεως, του διαβόλου, όστις τον εφθόνει. Δια τούτο λοιπόν εδιώχθη, και δια τούτο εξωρίσθη ο δάμ από τον πάντερπνον Παράδεισον, από τα μεγάλα εκείνα και θαυμαστά αγαθά, από την χαράν την αιώνιον, από την συνομιλίαν του Θεού, από την τιμήν, την οποίαν του εχάρισεν ο Θεός, και μόνος του επροξένησε το κακόν του και την απώλειαν, συμπαρασύρας μεθ΄ εαυτού και όλον το ανθρώπινον γένος. Ο δε Θεός, ως φύσει φιλάνθρωπος όπου είναι, πολλάκις επαίδευσε τον άνθρωπον με απειλάς, με πληγάς και με όσα άλλα ηθέλησε συμβάντα· αλλά πλέον δεν εμίσησε την αμαρτίαν, πλέον δεν ηθέλησεν ο άνθρωπος να κάμη το θέλημα του ποιητού του και Θεού; αλλά πάντοτε έκαμε το θέλημα της σαρκός του και του εχθρού του τού διαβόλου· η αδικία εβασίλευεν, η πορνεία επηνείτο, η μάχη και η έχθρα επερίσσευεν, η ασωτία εμακαρίζετο, η ειδωλολατρία επληθύνετο· τον Θεόν ουδείς ελάτρευε· τα είδωλα επροσκυνούντο, τα θελήματά του έκαστος εποίει. Όλα λοιπόν ταύτα εζήτουν ιατρείαν, εζήτουν θεραπείαν· αλλ΄ ουδείς ευρίσκετο άξιος ιατρός· ουδείς ηδύνατο να σώση το γένος των ανθρώπων από την κόλασιν, και όχι μόνον όλους τους ανθρώπους, αλλ΄ ούτε καν τον εαυτόν του δεν ηδύνατο να εξαγοράση τις από την κόλασιν· ύστερον το τόσον μέγα κακόν εζήτει και μεγάλην θεραπείαν, ήθελε και μεγάλην ιατρείαν, και την εύρεν. Αυτός ο Μονογενής Υιός του Θεού και Πατρός, ο Λόγος του Πατρός, ο Κτίστης και Ποιητής της ανθρωπίνης φύσεως, Αυτός ήλθε και εσαρκώθη εκ της Αγίας Παρθένου· Αυτός, όστις είναι Βασιλεύς, κατεδέχθη πτωχείαν, δια να πλουτίση ημάς, οίτινες είμεθα πτωχοί από καλά έργα, και υστερημένοι από το θέλημα του Θεού· επτώχευσε, δια να ολιγοστεύση τας αμαρτίας μας. Εις σπήλαιον εγεννήθη πτωχικόν δια να καθαρίση τας ψυχάς μας, αίτινες ήσαν σπήλαια και κατοικητήρια των κακών ληστών, των δαιμόνων· την γην ηγίασε, και τον αέρα εφώτισε· την μεν γην, μεμιασμένην ούσαν από τας προς τα είδωλα θυσίας των ανθρώπων· τον δε αέρα εσκοτισμένον όντα από τον καπνόν των θυσιών. Εις φάτνην εγεννήθη ο Κύριος της δόξης, δια να ελευθερώση ημάς από τα άλογα πάθη. Θαύμα όντως παράδοξον! Ο τέλειος Θεός βρέφος ατελές φαίνεται· ο άναρχος αρχήν δέχεται· ο αόρατος σήμερον φαίνεται ορατός· δια τούτο και παν ποίημα Θεού δορυφορεί τον γεννηθέντα· οι μεν ουρανοί δίδουσι τον αστέρα· οι Άγγελοι τον ύμνον· η γη το σπήλαιον· η έρημος την φάτνην· οι ποιμένες το θαύμα και οι άνθρωποι την Θεοτόκον Μαρίαν. Επειδή δε έμελλεν ο Θεός να φωτίση όλον τον κόσμον, δίδων εις όλα τα έθνη την θεογνωσίαν, δια τούτο και οι Μάγοι τα δώρα έφερον, φανέντες ούτω ως απαρχή όλων των εθνών· δια τούτο οι Άγγελοι μετά των ανθρώπων πανηγυρίζουσι και υμνούσιν, ως μη έχοντες άλλο τι τούτου μεγαλύτερον· οι δε Μάγοι από την Περσίαν τα δώρα φέρουσιν, ότι σήμερον αι προφητείαι των Προφητών εκπληρούνται, και οι λόγοι των τέλος δέχονται σήμερον.                                                                             
Η Παρθένος, την οποίαν προανήγγειλεν ο Προφήτης Ησαϊας, σήμερον τον Εμμανουήλ εγέννησεν· εκ Πνεύματος δε Αγίου συνέλαβε και τον γεννά, ως αυτός ηθέλησεν. Ο Προφήτης Ιερεμίας δια του γραμματέως του Βαρούχ την σήμερον ημέραν προεκήρυττε, λέγων· «Ούτος ο Θεός ημών, ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν· εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ τω παιδί αυτού και Ισραήλ τω ηγαπημένω υπ΄ αυτού· μετά τούτο επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. Γ: 35-37). Αυτήν την ημέραν προεφήτευε πάλιν ο Προφήτης Ησαϊας, λέγων· «Και εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται, και αναπαύσεται επ΄ αυτόν Πνεύμα του Θεού, Πνεύμα σοφίας και συνέσεως» (Ησ. ια: 1-2). Ράβδος μεν από του Ιεσσαί, η Παναγία Θεοτόκος είναι, ήτις ήτο από το γένος του Ιεσσαί· άνθος δε της ράβδου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι, όστις εμύρισε και ευωδίασε το γένος των ανθρώπων. Αυτό πάλιν προέβλεπεν ο αυτός Προφήτης και έλεγε· «Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή εγενήθη επί του ώμου αυτού, και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής Άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησ. Θ: 6). Δια την σημερινήν αγίαν ημέραν και ο Προφήτης Μιχαίας προεφήτευσε λέγων· «Και συ, Βηθλεέμ οίκος Ευφραθά, ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται (ηγούμενος), του είναι εις άρχοντα του Ισραήλ και έξοδοι αυτού απ΄ αρχής, εξ ημερών αιώνος» (Μιχ. ε: 2). Αλλ΄ εις αυτό το ρητόν εναντιούνται οι φιλόνικοι Ιουδαίοι και λέγουν, ότι δια τον Ζοροβάβελ το λέγει αυτό ο Προφήτης Μιχαίας, όμως ψεύδονται εις αυτό· διότι αφ΄ ενός μεν ο Ζοροβάβελ δεν εγεννήθη εις την Βηθλεέμ, αλλά εις την Βαβυλώνα· αφ΄ ετέρου δε, ότι αι οδοί του δεν ήσαν από του αιώνος, ως ορίζει ο Προφήτης δια τον Χριστόν. Δια ταύτην την χαρμόσυνον ημέραν ο Προφήτης Δανιήλ προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα έλεγεν, ότι μέλλει να γεννηθή εις Βασιλεύς των βασιλέων όλων, όστις θα αφανίση και θα συντρίψη τας βασιλείας των ανθρώπων, οίτινες δεν τον προσκυνούσιν. Ουδείς των Προφητών παρέλειψε το να προφητεύση δια την σήμερον ημέραν· πλην ημείς, δια το συντομώτερον, τας μεν προφητείας ας αφήσωμεν, την δε υπόθεσιν της εορτής ας είπωμεν, ίνα μη αμελούντες καταναλώσωμεν τον καιρόν εις προφητείας και τα αναγκαιότερα αφήσωμεν.                                                                    
Άρχομαι λοιπόν απ΄ εδώ και δεν λέγω ιδικόν μου τίποτε, αλλά όσα ορίζει το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον· πλην αφήνω τα όσα είναι προγενέστερα της αγίας ταύτης ημέρας, ήτοι ότι ανετράφη η Παναγία Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων· ότι έκαμεν εκεί δώδεκα έτη· ότι Άγγελος Κυρίου της επήγαινε τροφήν και τα τοιαύτα, διότι αυτά όλα δεν είναι υποθέσεις της παρούσης εορτής και δι΄ αυτό τα αφήνω, άρχομαι δε από τότε όπου ο δίκαιος Ιωσήφ εμνηστεύθη την Παρθένον Μαρίαν. Δεν παρήλθον λοιπόν από τότε πολλαί ημέραι και την είδεν έγκυον· ως δίκαιος δε όπου ήτο ο Ιωσήφ δεν ηθέλησε να την φανερώση εις τους ανθρώπους, αλλά έβαλε κατά νουν να την διώξη κρυφίως. Κατά δε την νύκτα εκείνην, κατά την οποίαν εσκέφθη το τοιούτον, εφάνη εις αυτόν ο Άγγελος Κυρίου Γαβριήλ, και του λέγει· «Ιωσήφ υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής τίποτε, μόνον παράλαβε την Μαρίαν και έχε αυτήν φυλαττομένην, διότι αυτή είναι έγκυος εκ Πνεύματος Αγίου, και μέλλει να γεννήση υιόν (το όνομά του Εμμανουήλ), συ δε να τον ονομάσης Ιησούν· διότι αυτός θέλει σώσει το γένος των ανθρώπων από τας αμαρτίας του» (Ματθ. α: 20-21). Όταν λοιπόν ηγέρθη ο Ιωσήφ από τον ύπνον του, έκαμε καθώς του ώρισεν ο Άγγελος. Κατά τας ημέρας εκείνας εξεδόθη διάταγμα από τον Αύγουστον Καίσαρα, να απογραφούν άπαντες οι άνθρωποι, έκαστος εις την πατρίδα αυτού, ίνα ο κόσμος όλος καταγραφή εις τον κώδικα του βασιλέως. Αυτή δε η απογραφή ήτο η πρώτη και η αρχή των απογραφών, γενομένη επί της εποχής κατά την οποίαν ο Κυρήνιος ώριζε την Συρίαν. Όλοι λοιπόν επήγαιναν εις την ιδίαν αυτών πόλιν και απεγράφοντο· όθεν επήγε και ο δίκαιος Ιωσήφ από την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, όπου διέμενεν, εις την Βηθλεέμ, να γραφή και αυτός και η μεμνηστευμένη του Παρθένος Μαρία, διότι ήσαν από το γένος του Δαβίδ. Όταν λοιπόν απεγράφη, έφθασε και ο καιρός να γεννήση η Παρθένος το Βρέφος. Και επειδή δεν είχον τόπον να καταλύσουν, εισήλθον εις σπήλαιον, το οποίον είχε χώρον πολύν και επέζευον εις αυτό οι διαβάται. Εκεί λοιπόν εγέννησεν η Κυρία Θεοτόκος τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τον έθηκεν εις την υπάρχουσαν εκεί γάτνην των αλόγων ζώων. Ποιμένες δε ήσαν εκεί πλησίον, οίτινες αγρυπνούσαν την νύκτα εκείνην, φυλάττοντες τα πρόβατα, και παρευθύς Άγγελος Κυρίου επήγεν εκεί και φως πολύ έλαμψεν έμπροσθέν των· όθεν εφοβήθησαν φόβον μέγαν. Όμως ο θείος Άγγελος τους καθησύχασε λέγων· «Μη φοβείσθε. Μεγάλη χαρά γίνεται σήμερον εις τον κόσμον, διότι εγεννήθη ο Χριστός εις την πόλιν του Δαβίδ· και δια να βεβαιωθήτε, υπάγετε εις το σπήλαιον να εύρητε την Μητέρα του και αυτόν εσπαργανωμένον ως βρέφος» (Λουκ. β: 10-12). Αμέσως δε με την φωνήν του Αγγέλου, πλήθος πολύ Αγγέλων ηκούσθη, οίτινες έψαλλον: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (αυτ. 14). Οι Ποιμένες, ως ήκουσαν την φωνήν, είπον μεταξύ των· «Έλθετε να υπάγωμεν έως εις την Βηθλεέμ, δια να ίδωμεν αυτά τα οποία ηκούσαμεν» (αυτ. 15). Επήγαν λοιπόν και εύρον, καθώς τους είπεν ο Άγγελος. Βασιλεύοντος δε τότε του Ηρώδου, ήλθον τρεις Μάγοι από την Ανατολήν εις τα Ιεροσόλυμα και ηρώτησαν· «Που είναι ο γεννηθείς Βασιλεύς των Ιουδαίων; Διότι είδομεν τον αστέρα αυτού εις την Ανατολήν και ήλθομεν να τον προσκυνήσωμεν». Ως ήκουσε τούτο ο Ηρώδης εφοβήθη, και καλέσας τους Αρχιερείς και γραμματείς, τους ηρώτησε· «Που λέγουσιν αι Γραφαί, ότι μέλλει να γεννηθή ο Χριστός»; (Ματθ. β:4). Και του είπον· «Ο Προφήτης Μιχαίας λέγει· εις την Βηθλεέμ μέλλει να γεννηθή». Τότε καλέσας ο Ηρώδης κρυφίως τους Μάγους, τους είπε· «Υπάγετε, προσκυνήσατε αυτόν και εξετάσατε καλώς, όταν δε τον εύρητε, έλθετε να μου είπητε, δια να υπάγω και εγώ να τον προσκυνήσω» (Ματθ. β: 8). Αυτά δε έλεγεν ο μιαρός, όχι διότι επεθύμει να τον προσκυνήση, αλλά δια να αποστείλη να τον φονεύσουν, να μη βασιλεύση αυτός. Οι δε Μάγοι, ως ήκουσν τον λόγον του βασιλέως εξήλθον από την Ιερουσαλήμ και ακολουθήσαντες τον αστέρα επήγαν έως εκεί όπου εστάθη, ήτοι εις την Βηθλεέμ, επάνω εις το σπήλαιον· εισελθόντες δε και προσκυνήσαντες το Παιδίον, ήνοιξαν τους θησαυρούς των και έδωκαν εις την Θεοτόκον χρυσόν, λίβανον και σμύρναν. Άγγελος δε Κυρίου τους είπε δια νυκτός, να μη υπάγουσιν εις τον Ηρώδην. Όθεν ανεχώρησαν δι΄ άλλης οδού εις την πατρίδα των, εις την οποίαν όταν έφθασαν διηγούντο όσα είδον και ήκουσαν. Την μεν υπόθεσιν της εορτής μας της αγίας εν συντόμω και δι΄ ολίγων διηγήθημεν· έχομεν δε ζητήματα διάφορα εις την εορτήν αυτήν να είπωμεν· και πρώτον μεν και εξαιρετώτερον, διατί δεν εγεννήθη ο Πατήρ ή το Άγιον Πνεύμα, αλλά ο Υιός; Δεύτερον, διατί έτυχε τότε καιρός να απογραφή ο κόσμος; Τρίτον, τι καιρός του έτους και του μηνός ήτο; Τέταρτον, οι Μάγοι πόθεν ηννόησαν και ήλθον να προσκυνήσουν τον Χριστόν; Πέμπτον, τι εσήμαινον τα δώρα των; έκτον, πως ηννόησαν και έφερον τοιαύτα δωρήματα; Έβδομον που εύρον τον Χριστόν οι Μάγοι, εις το σπήλαιον ή εις άλλον τόπον, όγδοον, ο αστήρ όπου εφαίνετο, φυσικός αστήρ ήτο ως τους άλλους ή μόνο τότε εφάνη; Ένατον, ο αστήρ υτός πόσα έτη εφάνη πρωτύτερα από την Γέννησιν του Χριστού; Διότι αν ήθελε φανή ομού με την Γέννησιν, πως ήθελον έλθει τόσον γρήγορα οι Μάγοι να εύρουν τον Χριστόν εις το σπήλαιον; Και δέκατον, διατί δεν εσαρκώθη ο Χριστός πρωτύτερα, αλλά εις τον έσχατον καιρόν και άφησε τόσας ψυχάς ανθρώπων, οίτινες εγεννήθησαν έως τότε, να κολασθώσιν; Αυτά λοιπόν τα δέκα ζητήματα έχομεν να επιλύσωμεν εις την σημερινήν ημέραν· και αν τύχη να είναι και άλλα περισσότερα ζητήματα, πλην ημείς τα αναγκαιότερα λέγομεν· αλλά πριν να αρχίσωμεν να διαλύσωμεν τα ζητήματα αυτά, δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν αγάπην, να μη αμελήτε και νυστάζετε· έπρεπε μεν και πρωτύτερα να τα είπωμεν, πλην η επισημότης της εορτής με ηνάγκασε και επερίσσευσα τον λόγον, τον δε καιρόν ωλιγόστευσα· αλλά και τώρα να τα λύσωμεν εν συντόμω. Αρχίζομεν δε το πρώτον και έχετε καλώς τον νουν σας, διότι θεολογίαν πολλήν έχει το ζήτημα αυτό, το οποίον έχει ούτως. Η Αγία Τριάς είναι άπειρος, ατελεύτητος, άφθαρτος, αϊδιος, αείποτε κανένα από ό,τι είναι εις τον κόσμον δεν της ομοιάζει· και πώς να της ομοιάση, όπου αυτή είναι η αιτία και η αφορμή και Ποιητής και παν ό,τι είπης του κόσμου; Ο δε κόσμος είναι φθαρτός, πρόσκαιρος, κτίσμα και δούλος και ποίημα αυτής· ονομάζεται δε Τριάς, διότι έχει τρία πρόσωπα· Μονάς δε ονομάζεται, ότι τα τρία αυτά πρόσωπα έχουν μίαν φύσιν· ως να είπης, τρεις άνθρωποι, οι οποίοι έχουν τρία πρόσωπα και μίαν φύσιν μόνον, κατά τούτο δε μόνον είναι όμοιοι, εις δε τα άλλα ουδέ ποσώς· διότι ο άνθρωπος είναι ιδιοθέλητος, ήτοι οι τρεις άνθρωποι αυτοί έκαστος έχει και θέλημα χωριστόν και άλλα έκαστος ιδιώματα, η δε Αγία Τριάς είναι ομότιμος. Ήτοι μίαν ισότητα τιμής έχουσι τα τρία πρόσωπα, αρχήν χρόνου και τέλος δεν έχουσι· τίποτε το ένα από το άλλο πρόσωπον δεν αλλάσουν, πλην του ότι ο μεν Πατήρ γεννά και εκπορεύει, ο δε Υιός γεννάται και το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται· και ο μεν Πατήρ είναι αγέννητος, διότι δεν εγεννήθη από τινα, ως ο νους του ανθρώπου, όπου άλλοθεν δεν γεννάται· ο δε Υιός και Λόγος είναι γεννητός, διότι εγεννήθη από του Πατρός, ως ο λόγος του ανθρώπου, όστις γεννάται από τον νουν· το δε Άγιον Πνεύμα ούτε γεννητόν είναι, ούτε αγέννητον· διότι αν ήτο γεννητόν, ήθελεν είναι Υιός· εάν δε ήτο αγέννητον, ήθελεν είναι Πατήρ· τι δε είναι; εκπορευτόν, διότι εκπορεύεται εκ του Πατρός του αγεννήτου και αναπαύεται εις τον γεννητόν Υιόν· ως το Πνεύμα το φυσικόν του ανθρώπου, ήτοι η αναπνοή. Έκαστον εκ των τριών τούτων προσώπων έχει δύο ονόματα· και ο μεν Πατήρ λέγεται και Πατήρ και Προβολεύς, ήτοι εκπορευτής· ο δε Υιός ονομάζεται και είναι Λόγος και Υιός· αλλά και το Πνεύμα το Άγιον και αυτό δύο ονόματα έχει, Πνεύμα και Πρόβλημα. Ο Πατήρ προς μεν τον Υιόν λέγεται Πατήρ, ότι αυτόν γεννά· προς δε το Πνεύμα λέγεται Προβολεύς, ότι αυτό προβάλλει, ήτοι εκπορεύει· ο δε Υιός προς μεν τον Πατέρα λέγεται Υιός, ότι του Πατρός είναι Υιός, προς δε το Πνεύμα λέγεται Λόγος, ότι του Πνεύματος είναι Λόγος· το δε Πνεύμα το Άγιον, προς μεν τον Λόγον λέγεται Πνεύμα, προς δε τον Πατέρα λέγεται Πρόβλημα, επειδή υπ΄ αυτού προβάλλεται ήτοι εκπορεύεται. Επειδή λοιπόν τα τρία αυτά άγια και σεβάσμια πρόσωπα έχουν έκαστον δύο ονόματα, απρεπές θα ήτο να σαρκωθή του Πατρός η υπόστασις και να ονομάζεται με τρία ονόματα, δηλαδή Πατήρ, Υιός, και Προβολεύς· και πάλιν μηδέ του Πνεύματος η υπόστασις ήτο πρέπον να σαρκωθή δια να μη ονομάζεται και αυτό με τρία ονόματα, Πνεύμα, Υιός και Πρόβλημα. Δια τούτο λοιπόν ηυδόκησεν ο Πατήρ, το Πνεύμα συνήργησε, και εσαρκώθη ο Υιός του Θεού και Πατρός, δια να έχη και μετά την γέννησιν πάλιν δύο ονόματα, ως και πριν να σαρκωθή, δηλαδή Υιός και Λόγος. Αυτός, όστις χωρίς μητέρα εγεννήθη από του Πατρός εν τοις ουρανοίς, Αυτός σήμερον κατεδέχθη χωρίς πατέρα να γεννηθή από την Αγίαν Παρθένον Μαρίαν και έγινεν όμοιος με ημάς, δια να μας σώση, άνθρωπος έγινε, να σώση τον άνθρωπον, Θεός έμεινε, δια να θεώση ημάς· έγινε θνητός κατά Σάρκα, δια να αθνατίση ημάς κατά την ψυχήν· ήτο Υιός Θεού, και ωνομάσθη Υιός ανθρώπου, δια να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της Βασιλείας των ουρανών· δια τούτο εσαρκώθη ο Υιός και Λόγος, δια να μη περισσεύη όνομα εις την Αγίαν Τριάδα. Και το μεν πρώτον ζήτημα ήθελε και περισσότερον λόγον· πλην δια να είναι θεολογία η υπόθεσις, δια τούτο εν συντομία και δι΄ ολίγων το εδιαλύσαμεν, όχι διότι δεν έχει πλατύτερον λόγον το διάλυμα, αλλά διότι δεν δύνασθε να το εννοήσετε, καθώς είναι. Ας έλθωμεν και εις το δεύτερον ζήτημα, να διαλύσωμεν και αυτό· είναι δε τούτο, διατί έτυχε τοιούτος καιρός, να απογραφή ο κόσμος, όταν εγεννήθη ο Χριστός; Και λέγομεν εις αυτό, ότι σκοπός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ήτο να γεννηθή, δια να σώση το πλάσμα των χειρών του, ήτοι τον Αδάμ και το γένος του όλον· δια τούτο έτυχε και τοιούτος καιρός· όταν ο Αύγουστος ο Καίσαρ εβασίλευσεν εις την γην, τότε αι πολλαί βασιλείαι των ανθρώπων έπαυσαν από τον κόσμον· ούτω και όταν εγεννήθη ο Χριστός, έπαυσεν η πολυθεϊα από τον κόσμον, και εφάνη παρευθύς το φως, δια να προσκυνούσιν οι άνθρωποι ένα Θεόν αληθινόν· αι πόλεις όλαι υπετάχθησαν εις μίαν βασιλείαν, και τα έθνη τα οποία επίστευσαν εις τον Χριστόν, εις μίαν Βασιλείαν και εις ένα Βασιλέα, τον Χριστόν, υπετάχθησαν· εγράφησαν οι άνθρωποι όλοι εις εν κατάστιχον του βασιλέως Αυγούστου, εγράφησαν και οι Χριστιανοί εις την βίβλον την ουράνιον· ωνομάσθησαν οι άνθρωποι τον καιρόν εκείνον Αυγουστιανοί, ωνομάσθημεν και ημείς, όσοι επιστεύσαμεν τον Χριστόν, Χριστιανοί. Εγράφη δε ο Χριστός εις το διάταγμα του Αυγούστου δια δύο αιτίας· πρώτον μεν δια να μας δείξη να έχωμεν υποταγήν εις τους άρχοντας· καθώς ο ίδιος ώρισεν εις το θείον και ιερόν αυτού Ευαγγέλιον λέγων· «Απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. κβ: 21, Μάρκ. ιβ: 17, Λουκ. κ: 25)· και πάλιν ο Απόστολος Παύλος ύστερον λέγει· «Απόδοτε ουν πάσι τας οφειλάς, τω τον φόρον, τον φόρον, τω το τέλος, το τέλος» (Ρωμ. ιγ: 7), ότι άνωθεν και εξ αρχής είναι νομοθετημένον να έχωμεν υποταγήν εις τους βασιλείς μας· δεύτερον δε, επειδή ημείς είμεθα δεδουλωμένοι εις τας χείρας του διαβόλου, υπετάχθη ο Χριστός δια να ελευθερώση ημάς· εγράφη εκείνος δια να διαγράψη ημάς από την υποταγήν του διαβόλου, και να γράψη τα ονόματά μας εις το βιβλίον, περί του οποίου ο Προφητάναξ Δαβίδ λέγει· «Επί το βιβλίον σου πάντες γραφήσονται» (Ψαλμ. ρλη: 16). Εδουλώθη εκείνος δια να κάμη ημάς δούλους του θελήματός του, οίτινες είμεθα δεδουλωμένοι εις «πάθη ατιμίας» (Ρωμ. α: 26), καθώς λέγει ο θείος Παύλος ο Απόστολος· και πάλιν αλλαχού λέγει· «Ότε δε ήλθε το πλήρωμα (ήτοι το τέλος) του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ. δ: 4-5). Δια τούτο λοιπόν έτυχε και τοιούτος κατάλληλος καιρός εις την Γέννησιν του Χριστού.                           
Είπομεν το δεύτερον ζήτημα· τώρα δε να είπωμεν το τρίτον· είναι δε τούτο, τι καιρός του έτους και του μηνός ήτο, όταν εγεννήθη ο Χριστός; Και λέγομεν εις αυτό: Το έτος τέσσαρας καιρούς έχει· ένα, το έαρ· δεύτερον, το θέρος· τρίτον, το φθινόπωρον· και τέταρτον, τον χειμώνα. Και έαρ μεν είναι από τας 17 του Φεβρουαρίου, έως τας 18 του Μαϊου· από δε τας 18 του Μαϊου, έως τας 16 του Αυγούστου, ονομάζεται θέρος· από δε τας 16 του Αυγούστου, έως τας 14 του Νοεμβρίου, ονομάζεται φθινόπωρον· από δε τας 14 του Νοεμβρίου έως τας 17 του Φεβρουαρίου, ονομάζεται χειμών. Και εις μεν το έαρ είναι ζώδια, κριός, ταύρος, δίδυμοι· εις το θέρος είναι, καρκίνος, λέων, παρθένος· εις το φθινόπωρον είναι, ζυγός, σκορπίος, τοξότης· εις δε τον χειμώνα είναι, αιγόκερως, υδροχόος, και ιχθύες. Και πάλιν,ανωφερή μεν ζώδια είναι, κριός, δίδυμος, παρθένος, υδροχόος, ιχθύς, ίσως και τοξότης· κατωφερή δε είναι, λέων, σκορπίος, αιγόκερως· μεσαία δε είναι, ταύρος, καρκίνος, ζυγός. Τα τέσσαρα πάλιν στοιχεία του κόσμου έχουσι διαμοιρασμένα τα ζώδια· και ο μεν αιθέρας έχει τον λέοντα, τον σκορπίον, και τον αιγόκερων· ο αήρ έχει τον κριόν, την παρθένον και τον ζυγόν· το ύδωρ έχει τον καρκίνον, τον υδροχόον, και τους ιχθείς· η δε γη έχει ζώδια τον ταύρον, τον τοξότην και τον δίδυμον. Εγεννήθη λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις τον Δεκέμβριον μήνα, όστις έχει ζώδιον τον υδροχόον, καιρόν δε τον χειμώνα, διότι έμελλεν ο Χριστός να καταπαύση τον κακόν χειμώνα της αμαρτίας, και να ανατείλη το έαρ της θεογνωσίας· να αφανίση τον πικρόν καιρόν της πλάνης του διαβόλου, και να δείξη την γλυκυτάτην άνοιξιν του θελήματός του· έμελλε να καταπαύση τον πολύν πόλεμον των ανθρώπων, και να κάμη ειρήνην εις τον κόσμον· να χαλάση τον μεσότοιχον της έχθρας, και να ενώση τα ουράνια με τα επίγεια, τους Αγγέλους με τους ανθρώπους· αληθώς κακός χειμών ήτο και πλέον δεν ηδύνατο να γίνη χειρότερος, οι άνθρωποι ήσαν χειμασμένοι από τους πειρασμούς του δαίμονος, και φως, ακτίνα, και ήλιον του αληθινου Φωτός, του Θεού, δεν έβλεπον, διότι οι άνθρωποι ουδόλως ηδύναντο να ίδουν το φως της θεογνωσίας. Δια να δείξη λοιπόν ο Χριστός το ερχόμενον της αληθείας έαρ, δια τούτο χειμών ήτο ο καιρός της σαρκώσεώς του.                                                                 
Νυξ δε ήτο, ως ορίζει το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον, διότι οι Ποιμένες εφύλαττον φυλακάς της νυκτός, και τότε επήγαν και εύρον τον Χριστόν γεγεννημένον· νύκτα ήτο, ήτις έμελλε να περάση ομού με το πονηρόν σκότος της αμαρτίας, και να έλθη ημέρα η σωτήριος, κατά την οποίαν έμελλε να ανατείλη ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να λαμπρύνη και να φωτίση τους σκοτεινούς οφθαλμούς των αμαρτωλών ανθρώπων· διότι οι εσκοτισμένοι άνθρωποι έμελλον να ίδουν Θεού λαμπρότητα· ο Προφήτης Ησαϊας το λέγει· «Ο λαός, ο καθήμενος εν σκότει (της αγνοίας), ίδετε φως μέγα» (Ησαϊας θ: 2). Ποίος περιπατεί την ημέραν με φως; Ποίος έχει ανάγκην να ίδη κατά την ημέραν φως πυρός; Μόνον την νύκτα χρειάζεται φως· ούτω και τα έθνη τα εσκοτισμένα από τας αμαρτίας· εάν μεν ήσαν καλά τα έργα των, ήθελον λάμπει ως τον ήλιον, και δεν θα είχον ανάγκην να ίδουν το φως της θεογνωσίας. Επειδή όμως τα εσκοτισμένα έργα των ήσαν σκοτεινότερα από την νύκτα, εχρειάζοντο να ίδουν φως και λαμπρότητα Θεού, τούτο δε εσημείωνεν η Γέννησις του Κυρίου, ήτις έγινεν εις καιρόν χειμώνος. Αλλά βοηθεία Θεού εδιαλύσαμεν και το τρίτον ζήτημα· ας έλθωμεν δε και εις το επόμενον. Τέταρτον ζήτημα είναι το πόθεν οι Μάγοι ηννόησαν και ήλθον να προσκυνήσουν τον Χριστόν; Και λέγομεν εις αυτό: Ο Προφήτης Μωϋσής, όταν επορεύετο με τον λαόν προς την Γην της Επαγγελίας, ήτοι εις την Ιερουσαλήμ, από όπου και αν διήρχοντο εκυρίευον τον τόπον εκείνον· ηχμαλώτισε λοιπόν μεταξύ άλλων και τον Σηών τον βασιλέα των Αμορραίων και την πόλιν, ήτις ωνομάζετο Εσεβών. Επήγε και προς την Δύσιν, πλησίον εις την Ιεριχώ· εκεί δε ήτο βασιλεύς ονόματι Βαλάκ, υιός του Σεπφώρ. Αυτός, ως τους είδε, παρευθύς εφοβήθη και καλέσας τους γέροντας του παλατίου του, λέγει προς αυτούς· «Βλέπετε αυτό το πλήθος των Εβραίων; Εις ολίγας ημέρας θέλει μάς αφανίσει, μόνον σκεφθήτε να εύρωμεν τρόπον, να ελευθερωθώμεν από τας χείρας των». Έλαβον λοιπόν όλοι ομού με τον βασιλέα την εξής απόφασιν: Μάντις τις, Βαλαάμ ονόματι, υιός του Βεώρ, ήτο κατά τον καιρόν εκείνον, όστις ει τινα ήθελε καταρασθή, ήτο κατηραμένος, και ει τινα ήθελεν ευλογήσει, ήτο ευλογημένος· εις εκείνον λοιπόν τον Βαλαάμ απεφάσισαν να παραγγείλουν δια να καταρασθή τους Εβραίους. Παρευθύς τότε έστειλαν άρχοντας, να υπάγουν εις τον Βαλαάμ με χαρίσματα πολλά, δεόμενοι και παρακαλούντες αυτόν να υπάγη εις τον βασιλέα Βαλάκ. Ο δε μάντις είπε προς αυτούς· «Μείνατε εδώ την νύκτα ταύτην και εγώ θα ερωτήσω τον Θεόν απόψε και εάν με αφήση ο Θεός μου, θέλω έλθει μαζί σας». Ο Θεός όμως του είπεν, να μη υπάγη. Όθεν την πρωϊαν είπεν ο Βαλαάμ προς τους άρχοντας· «Δεν με αφήνει ο Θεός μου να έλθω μαζί σας»· και δεν επήγεν. Επέστρεψαν λοιπόν οι άρχοντες εις τον βασιλέα και του είπον τα γενόμενα. Τότε στέλλει εκ δευτέρου περισσοτέρους ανθρώπους με χρήματα και δωρήματα περισσότερα· αλλά και πάλιν τους είπεν ο Βαλαάμ· «Και αν ήθελε δώσει ο βασιλεύς την οικίαν του όλην γεμάτην χρυσίον, δεν εξέρχομαι έξω από του Θεού μου το θέλημα· μείνατε όμως και ταύτην την νύκτα εδώ, και κατά πως θέλει ορίσει ο Θεός μου θέλω είπει». Την νύκτα δε εκείνην του είπεν ο Θεός· «Ύπαγε, πλην εκείνο το οποίον θα σου είπω εγώ, εκείνο να κάμης». Ηγέρθη λοιπόν ο Βαλαάμ την πρωϊαν και εκίνησε με τους άρχοντας του βασιλέως να υπάγη· εις την οδόν όμως έτυχε και εχωρίσθη από τους άρχοντας, Άγγελος δε Κυρίου εστάθη έμπροσθεν εις την ημίονόν του και δεν την άφηνε να υπάγη παρέκει. Ο Βαλαάμ, μη βλέπων τον Άγγελον, ήρχισε να δέρη το ζώον δυνατά· αυτό δε άφησε την οδόν και επεριπάτει μέσα εις τους αγρούς· δέρων δε αυτό και πάλιν εισήλθεν εκείνο εις την οδόν· αλλά ο Άγγελος επήγε και εστάθη εις το μέσον δύο φραγμών, εκατέρωθεν των οποίων ήσαν άμπελοι και δεν άφηνε πλέον το ζώον να προχωρήση εμπροσθήτερα· προσπαθών όμως εκείνο να περάση εγδάρθη ο πους του Βαλαάμ από τον φραγμόν και έδειρε πάλιν το ζώον. Τότε ο ΄γγελος επήγε και εστάθη εις άλλον τόπον εμπροσθήτερα, από τον οποίον δεν ηδύνατο ούτε δεξιά ούτε αριστερά να περάση τις και από εκεί δεν το άφηνε να περάση ουδόλως· όθεν το ζώον από τον φόβον του εγονάτισε και πλέον δεν ήθελε να υπάγη παρέκει. Θυμωθείς τότε ο Βαλαάμ έλαβεν εν ρόπαλον και έδερε μετά σκληρότητος το ζώον, ο δε Θεός εις θαύμα μέγα ήνοιξε το στόμα τής ημιόνου, ήτις ωμίλησε και λέγει προς τον Βαλαάμ· «Τι έχεις με εμέ και με δέρεις»; Απεκρίθη ο Βαλαάμ· «Τι έχω; Έχεις τόσας φοράς, όπου δεν υπάγεις εις την οδόν σου, αλλά περιπατείς απ΄ εδώ και απ΄ εκεί· εάν δε είχον μαζί μου μάχαιραν, θα σε έσφαζον». Λέγει η ημίονος· «Δεν είχες εμέ εκ νεότητός σου; Είδες ποτέ να κάμω ούτως; Τώρα όμως ίσταται Άγγελος Κυρίου έμπροσθέν μου και δεν με αφήνει να περάσω». Κοιτάξας τότε ο Βαλαάμ είδε καθαρά τον Άγγελον· και ως τον είδεν, από τον φόβον του έπεσε και τον προσεκύνησε. Λέγει δε ο Άγγελος προς αυτόν· «Διατί έδερες τόσον την ημίονόν σου, ήτις δεν σου έπταισεν; Εγώ ήμην όστις δεν την άφηνα να προχωρήση και ηβουλόμην να σε φονεύσω, διότι δεν μου αρέσει η οδός σου». Απεκρίθη προς τον Άγγελον ο Βαλαάμ· «Έσφαλα, διότι δεν εγνώριζα, ότι συ εμποδίζεις την οδόν μου, αλλ΄ εάν δεν θέλης, δεν πηγαίνω». Λέγει ο Άγγελος· «Ύπαγε· μόνον ό,τι σου ειπώ, εκείνο νακάμης». Τότε αφήσας αυτόν ο Άγγελος συνηντήθη πάλιν ο Βαλαάμ με τους άρχοντας του βασιλέως. Όταν δε έφθασαν εις τον βασιλέα, εξήλθεν ο βασιλεύς και προϋπήντησε τον Βαλαάμ· είπε δε προς αυτόν· «Διατί δεν ήλθες, όταν το πρώτον σε εκάλεσα; Μήπως δεν είμαι άξιος να σε τιμήσω»; Απεκρίθη ο Βαλαάμ· «Ήλθον τώρα, και ό,τι με ορίση ο Θεός μου θέλω κάμει». Έμεινε λοιπόν εκεί κατ΄ εκείνην την νύκτα, την δε πρωϊαν ανεβίβασεν ο βασιλεύς Βαλάκ τον Βαλαάμ επάνω εις εν όρος, όπερ ωνομάζετο επί τω ονόματι του θεού του Βάαλ· λέγει δε ο Βαλαάμ· «Βασιλεύ, πρόσταξον να κάμουν εδώ επτά βωμούς, φέρε μου δε επτά μόσχους και επτά κριούς». Τούτου γενομένου εθυσίασεν ο Βαλαάμ προς τον Θεόν· έπειτα είπε προς τον Βαλάκ· «Επιμελήσου συ, βασιλεύ, την θυσίαν δια να παραμερίσω εγώ και να ερωτήσω τον Θεόν, ό,τι δε μου είπη, να κάμω». Αποσυρθέντος λοιπόν του Βαλαάμ ένευσεν ο Θεός εις την καρδίαν αυτού και επιστρέψας εύρε τον βασιλέα και τους άρχοντας των Μωαβιτών συνηγμένους και τους λέγει· «Ο βασιλεύς Βαλάκ με εκάλεσεν από την Μεσοποταμίαν, να καταρασθώ τους ανθρώπους αυτούς, τους Εβραίους, και να ευλογήσω τους Μωαβίτας· πως όμως να καταρασθώ αυτούς τους οποίους ηυλόγησεν ο Θεός; ή πώς να ευλογήσω εκείνους τους οποίους ο Θεός κατηράσθη; Πολύ είναι το σπέρμα του Ιακώβ και κατάραν ανθρώπου δεν δέχεται· διότι ο Θεός το ηυλόγησεν». Ως δε ήκουσεν ο βασιλεύς Βαλάκ τον λόγον αυτόν, λέγει προς τον Βαλαάμ· «Εγώ σε έφερα να τους καταρασθής, και συ τους ευλογείς»; Απεκρίθη ο Βαλαάμ· «Εγώ σου είπον πρωτύτερα, πως ό,τι μου ειπή ο Θεός μου, εκείνο θα ειπώ· τι λυπείσαι εις τους λόγους μου»; Τότε επήρεν ο Βαλάκ εις άλλον τόπον τον Βαλαάμ και έκαμεν εκεί θυσίαν, ως και την πρώτην· αλλ΄ ο Θεός ήνοιξε και πάλιν το στόμα του Βαλαάμ και είπε· «Εγείρου, βασιλεύ, να ακούσης τι λέγει ο Θεός· με έφερες να τους καταρασθώ και θέλημα Θεού δεν είναι· διότι ευλογημένοι είναι από του αιώνος αυτοί. Ο Θεός τους ηυλόγησεν, ο Θεός τους ηύξησεν, ο Θεός τους επλήθυνεν, ο Θεός τους επερίσσευσε· και τις άνθρωπος αποτολμά να τους καταρασθή; Θέλουσι φάγει ως λέοντες δυνατοί πολλά σώματα των εχθρών των». Ως ήκουσε τον λόγον αυτόν ο βασιλεύς Βαλάκ, εθυμώθη και λέγει προς τον Βαλαάμ· «Δι΄ άλλο σε εκάλεσα, και άλλο κάμνεις». Απεκρίθη ο Βαλαάμ· «Δεν τολμώ να εξέλθω έξω από του Θεού μου το θέλημα· αλλ΄ εκείνο το οποίον μού λέγει, εκείνο σου λέγω». Επήγε δε πάλιν ο βασιλεύς Βαλάκ εις άλλον τόπον, όστις ωνομάζετο Φογώρ, και έκαμεν εκεί άλλους βωμούς ως τους πρώτους, και εθυσίασε και άλλους μόσχους και κριούς. Ήνοιξε δε ο Θεός παρευθύς το στόμα του Βαλαάμ και είπε· «Λέγει ο Βαλαάμ ο υιός του Βεώρ, λέγει ο άνθρωπος, όστις είδε μυστήρια Θεού, ότι είναι πολύ ηυξημένον το γένος του Ιακώβ, και ο Θεός είναι με αυτό. Μέλλει δε να γεννηθή άνθρωπος από το γένος αυτό, ο οποίος θα κυριεύση πολύν κόσμον· ως λέων θέλει πέσει να κοιμηθή, και τις θέλει τολμήσει να τον εξυπνήση; Εκείνοι οίτινες υμνούσιν αυτόν, θέλουσιν είναι υμνημένοι, και εκείνοι οίτινες τον καταρώνται, θέλουσιν είναι κατηραμένοι· άστρον θέλει ανατείλει, και άνθρωπος θέλει γεννηθή, όστις θέλει συντρίψει τους βασιλείς, οίτινες δεν τον προσκυνούσιν». Ως ήκουσε πάλιν ο βασιλεύς τον λόγον αυτόν, εθυμώθη πολύ και λέγει προς τον Βαλαάμ· «Μεγάλην τιμήν εσκεπτόμην να σου δώσω, επειδή όμως μόνος σου έχασες την τιμήν, φύγε, να σώσης την ζωήν σου». Ηγέρθη λοιπόν ο Βαλαάμ παρευθύς και επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού, οι δε Εβραίοι μετ΄ ολίγας ημέρας εκυρίευσαν τον τόπον εκείνον του Βαλάκ. Οι μάντεις δε, όσοι και αν εγεννήθησαν από τότε εις την Περσίαν, ανέμενον να ίδωσι το άστρον, να εννοήσωσιν ότι εγεννήθη ο μέγας Βασιλεύς εκείνος, τον οποίον προανήγγειλεν ο μάντις Βαλαάμ. Παρήλθον λοιπόν από τότε έτη χίλια οκτακόσια εβδομήκοντα, έως ου εγεννήθη ο Χριστός· οι δε Μάγοι, οίτινες ήσαν κατά τον καιρόν εκείνον, δια να ίδωσι την αλήθειαν του Βαλαάμ, έλαβον δώρα και ακολουθούσαν το άστρον να εύρωσι που εγεννήθη ο Βασιλεύς. Όθεν ακολουθούντες αυτό επήγαν μέχρι του σπηλαίου της Βηθλεέμ. Από ταύτην την αιτίαν επήγαν οι Μάγοι με τα δώρα προς τον Χριστόν. Ιδού λοιπόν ότι Θεού βοηθεία ετελειώσαμεν και το τέταρτον ζήτημα. Ενθυμείσθε τώρα τι είχομεν πέμπτον ζήτημα; Ιδού· τα δώρα, τα οποία επήγαν οι Μάγοι εις τον Χριστόν, τι εσήμαιναν; Και λέγομεν εις αυτό ολίγα, διότι εμεγεθύναμεν τον λόγον μας. Τα δώρα των Μάγων τα εξής εικόνιζον· το μεν χρυσίον εδείκνυεν, ότι είναι Βασιλεύς, διότι μόνον εις τον βασιλέα αρμόζει ο πολύς πλούτος και το χρυσίον. Τούτ΄ αυτό και ο Προφήτης Δαβίδ προεφήτευσε λέγων· «Βασιλείς Θαρσίς και αι νήσοι δώρα προσοίσουσι, βασιλείς Αράβων και Σαβά δώρα προσάξουσι, και προσκυνήσουσιν αυτώ πάντες οι βασιλείς της γης» (Ψαλμ. οα: 10). Και κατωτέρω πάλιν λέγει εις τον αυτόν Ψαλμόν· «και ζήσεται, και δοθήσεται αυτώ εκ του χρυσίου της Αραβίας» (αυτόθ. 15). Δια τούτο λοιπόν επήγαν εις τον Χριστόν δώρον το χρυσίον. Τον δε λίβανον τον επήγαν ως Θεόν, διότι εις άλλον δεν αρμόζει ο λίβανος, ειμή εις τον Θεόν. Ο Προφήτης Δαβίδ το μαρτυρεί και αυτό λέγων· «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου» (Ψαλμ. ρμ: 2). Πάλιν δε την σμύρναν επήγαν ως τριήμερον νεκρόν, όπου έμελλε να γίνη, διότι τον Χριστόν με σμύρναν τον ήλειψαν και τον έθηκαν εις τον τάφον, καθώς το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον μαρτυρεί. Αυτά προεσήμαινον τα δώρα των Μάγων. Έχομεν λοιπόν και την λύσιν του πέμπτου ζητήματος. Έκτον ζήτημα είναι· πόθεν οι Μάγοι εγνώρισαν και επήγαν τα δώρα ταύτα εις τον Χριστόν; Και αυτό φανερόν είναι, ότι από τους λόγους του Βαλαάμ, επειδή είπεν, ότι ως λέων θέλει πέσει να κοιμηθή· εκ τούτου το εγνώρισαν, διότι ο λέων τον βασιλέα ομοιοί, επειδή αυτός είναι βασιλεύς εις όλα τα θηρία. Θεόν δε τον ηννόησαν επειδή είπεν, ότι όστις τον υμνεί, θέλει είναι υμνημένος· ήτοι όστις τιμά τον Θεόν, τιμά και ο Θεός εκείνον· τούτο δε εις άλλον δεν ανήκει ειμή μόνον εις τον Θεόν· δια τούτο όθεν επήγαν το θυμίαμα ως Θεόν αληθινόν· θνητόν δε τον ηννόησαν, οπόταν είπεν, ότι θέλει πέσει να κοιμηθή. Όθεν εκ τούτου εγνώρισαν την ανθρωπίνην φύσιν του Κυρίου και επήγαιναν την σμύρναν. Είπομεν και την λύσιν του έκτου ζητήματος. Ας έλθωμεν τώρα και εις το έβδομον ζήτημα· τούτο δε είναι, αν οι Μάγοι, οίτινες εύρον τον Χριστόν, εις το σπήλαιον τον εύρον ή εις άλλον τόπον; Το ζήτημα τούτο απιτεί μεγαλυτέραν έρευναν, διότι ευρίσκονται τινές, οίτινες λέγουσιν, ότι δεν τον εύρον εις το σπήλαιον, αλλά εις την Αίγυπτον, εις την οποίαν τον είχε παραλάβει η Μήτηρ αυτού. Τούτο λέγει ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης. Όμως ο θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ορίζει, ότι εις το σπήλαιον τον εύρον, εξηγεί δε ότι το σπήλαιον εκείνο ήτο εμπορείον, ήτοι τόπος εις τον οποίον κατέλυον οι έμποροι· εχρησιμοποίουν δε τούτο προς τον σκοπόν αυτόν, διότι ήτο μέγα και ηδύναντο να διαμένουν εκεί επί ικανάς ημέρας, επειδή από τον πολύν κόσμον δεν είχον που αλλού να μείνουν. Αλλά και ο Άγγελος, όστις είπεν εις τον Ιωσήφ να φύγη εις την έρημον, έρημον δε λέγω την Αίγυπτον, όχι ότι είναι έρημος από ανθρώπους, αλλά από Χάριν Θεού, εκεί εις το σπήλαιον τον εύρε. Όθεν φανερόν είναι, ότι εις το σπήλαιον εύρον τον Χριστόν οι Μάγοι. Ας έλθωμεν τώρα εις το όγδοον ζήτημα· ενθυμείσθε ποίον είναι τούτο, ή μήπως από το μήκος του λόγου το ελησμονήσατε; Νομίζω ότι ολίγοι θα το ενθυμείσθε· όθεν ας το επαναλάβω. Εζητήσαμεν να μάθωμεν αν ο αστήρ, όστις εφάνη εις τους Μάγους, φυσικός αστήρ ήτο ως τους άλλους, ή μόνον τότε εφάνη; Απαντώμεν δε εις τούτο, ότι ο αστήρ εκείνος δεν ήτο εξ αρχής ως τους άλλους αστέρας, διότι αν ήτο απ΄ εκείνους, ήθελε φανή και πρωτύτερα, ή εις άλλον καιρόν· όθεν ούτε αστήρ φυσικός ήτο, αλλά Άγγελος Κυρίου, όστις εφαίνετο εις σχήμα αστέρος και τους ωδήγει καθ΄ όλην την οδόν των. Ούτε πάλιν ήτο ζώδιον φυσικόν του ουρανού, ως λέγουσιν οι αστρονόμοι, αλλά τότε μόνον εφάνη από θελήματος Θεού, δια να εκπληρωθή ο λόγος του Βαλαάμ, και διότι Άγγελον αισθητώς δεν ηδύναντο οι Μάγοι να ίδωσιν. Αλλά ποίον να διαλύσω και ποίον να αφήσω; Από την πολλήν έννοιαν πίπτω εις απορίαν· ο λόγος με αναγκάζει να συνεχίσω και η αγάπη της εορτής με κάμνει να πολυλογώ· πλην ας διακόψω τον λόγον μου περί του ζητήματος τούτου και ας διαλύσω το επόμενον ζήτημα. Ένατον ζήτημα είναο; Ο αστήρ αυτός πόσα έτη εφάνη πρωτύτερα από την Γέννησιν του Χριστού; Διότι αν ήθελε φανή ομού με την Γέννησιν, πως ήθελον έλθει τόσον γρήγορα οι Μάγοι, να εύρουν τον Χριστόν εις το σπήλαιον; Λέγουν δε περί τούτου πολλοί εκ των Αγίων της Εκκλησίας μας, ότι σημείον φανερόν είναι η σφαγή των Νηπίων, τα οποία εφόνευσεν ο Ηρώδης· διότι εκείνος από δύο ετών και κάτω προσέταξε να φονεύσουν τα Νήπια· ο Χριστός δε τότε ακόμη ήτο εις το σπήλαιον· ώστε πρωτύτερα δύο έτη εφάνη ο αστήρ από την Γέννησιν του Χριστού και ωδήγει τους Μάγους από την Περσίαν έως εις την Βηθλεέμ. Θα ηδύναντο δε να έλθουν και ενωρίτερον των δύο ετών, αλλά Θεού οικονομία ήτο να αργήσουν, δια να διέλθωσι τόπους πολλούς, διηγούμενοι και λέγοντες, ότι Βασιλεύς μέγας εγεννήθη και υπάγομεν να τον προσκυνήσωμεν. Αλλά και άλλο σημείον μαρτυρεί, ότι δύο έτη προ της Γεννήσεως εφάνη ο αστήρ· διότι ο Άγγελος, όστις εφάνη εις τους Μάγους και τους είπε να μη επιστρέψουν εις τον Ηρώδην, εις το σπήλαιον τους εύρεν ακόμη· ώστε απεδείξαμεν, ότι δύο έτη προ της Γεννήσεως εφάνη ο αστήρ· αυτό δε ήτο το ένατον ζήτημα. Ας έλθωμεν τώρα να διαλύσωμεν και το δέκατον ζήτημα, το οποίον είναι: διατί δεν εσαρκώθη ο Χριστός πρωτύτερα, αλλά εις τον ύστερον καιρόν, αφήσας τόσας ψυχάς ανθρώπων να κολασθώσι; Τούτο ακόμη ας διαλύσωμεν και έπειτα να είπωμεν και τα επίλοιπα, να τελειώσωμεν τον λόγον, τον οποίον κατά πολύ εμακρύναμεν, και το οποίον δεν ήτο πρέπον· διατί όμως δεν ήτο πρέπον; Διότι η υπόθεσις της εορτής μας δεν είναι άγνωστος· όλοι γνωρίζετε ότι η Γέννησις του Χριστού είναι και ότι ο Χριστός εγεννήθη κατά την σήμερον, καθώς και ότι η σημερινή ημέρα είναι η απαρχή της σωτηρίας των ανθρώπων. Ημείς δε ας διαλύσωμεν το ζήτημα αυτό απ΄ εδώ. Πιστεύομεν και ομολογούμεν, ότι ο Θεός είναι φύσει αγαθός, εύσπλαγχνος, μακρόθυμος, ποτέ δεν θέλει το κακόν του ανθρώπου, ούτε παντάπασιν αγαπά το κακόν, αλλά μόνον το καλόν αγαπά, το αγαθόν θέλει, το συμφέρον της ψυχής του ανθρώπου οικονομεί· διότι είναι φύσει αγαθός δια παντός. Δι΄ αυτό και πρώτον εποίησε τους Αγγέλους τους οποίους έκαμε πνεύματα λογικά δια να αντιλαμβάνωνται και να μετέχωσι και αυτοί από την Χάριν και το φως του Θεού. Δεν ηρκέσθη όμως ο Θεός εις μόνους τους Αγγέλους, αλλ΄ έκαμε και όλον τον άλλον κόσμον, τον υλικόν, όστις είναι από τον ουρανόν έως την γην· και οι μεν Άγγελοι έχουν ομοιότητά τινα με τον Θεόν· ο άλλος όμως κόσμος ουδεμίαν ομοιότητα έχει προς Αυτόν· όθεν δι΄ αυτό τα δύο αυτά κτίσματα του Θεού ήσαν τελείως αμέτοχα το εν από του άλλου. Θέλων δε ύστερον ο Πανάγαθος Θεός να δείξη την άπειρον σοφίαν του, έκαμεν ένα πλάσμα, τον άνθρωπον, τον οποίον έκαμε να μετέχη και από τα δύο άλλα κτίσματά του, από πνεύμα δηλαδή και από ύλην, να είναι θνητός ομού και αθάνατος, αισθητός και νοητός, αισθητός από το σώμα και νοητός από την ψυχήν, να βασιλεύη εις τα κτίσματα του Θεού και να βασιλεύεται από τον Θεόν, να προσκυνή τον Θεόν και να προσκυνήται από τα ποιήματα του Θεού· να είναι θνητός δια να είναι εδώ ολίγον καιρόν, όταν δε αποθάνη, να γίνεται αθάνατος, να ζη δηλαδή αιωνίως· να αποθνήσκη το σώμα και να ζη η ψυχή· το σώμα να φθείρεται, η δε ψυχή να είναι αθάνατος, δια να υμνή τον Θεόν. Έκαμε δε ο Θεός τον Αδάμ και τον άφησεν εις την εξουσίαν του· μίαν μόνον εντολήν τον προσέταξε να φυλάττη και εκείνην μόνον δια να γνωρίζη ο Αδάμ, ότι έχει τον Θεόν υπεράνω αυτού. Είχεν ο Θεός καιρόν να αφήση τον Αδάμ δια να φάγη από το ξύλον εκείνο, αλλά δεν υπέμεινεν ο Αδάμ και παραβάς την εντολήν του Θεού εδιώχθη από τον Παράδεισον· ουδείς του έπταισεν· ουδείς τον εδίωξε· μόνος του από την αμαρτίαν του εδιώχθη· εξέπεσεν από την δόξαν του Θεού και κατήντησεν εις την γην αυτήν την κατηραμένην. Δεν ήρκεσε δε μόνον αυτό, αλλά και περισσότερα ακόμη μετεχειρίσθη ο άνθρωπος, πορνείας, ειδωλολατρίας, μοιχείας, φόνους, φθόνους, ζημίας και όσα κακά είναι του διαβόλου ευρήματα και νοήματα, όλα ο άθλιος άνθρωπος τα έκαμε· το δε χειρότερον, ότι και τον Θεόν δεν προσεκύνει, αλλ΄ εφεύρεν είδωλα κωφά και τυφλά, ξύλα και λίθους και άλλα αισθητά πράγματα, τα οποία ετίμα και εσέβετο ως θεούς. Ο δε Πανάγαθος Θεός, θέλων να επαναφέρη τον ταλαίπωρον άνθρωπον από την πλάνην, εδείκνυε πάντοτε κατά καιρούς σημεία πολλά· κατακλυσμόν έκαμεν εις όλον τον κόσμον, πόλεις κατέκαυσε, άλλα σημεία πολλά έδωκεν, αλλ΄ ο άνθρωπος δεν εννοούσε πλέον να επιστρέψη από τας αμαρτίας του· ανέμενεν ο Θεός να μετανοήση, αλλ΄ αυτός δεν μετενόει δια τα τόσα κακά, τα οποία έκαμε. Τέλος βλέπων ο Θεός, ότι δεν επιστρέφει πλέον ο άνθρωπος από τας κακίας του, κατήλθε μόνος του και εσαρκώθη από της Αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας· δεν κατήλθε δε πρωτύτερα, διότι δεν είχον εισέτι διέλθει όλοι οι Προφήται· ο κόσμος ακόμη δεν είχε διαλεχθή να φανή ποίος είναι ο καλός και ποίος ο κακός· ακόμη δεν είχον δοκιμασθή τελείως οι άνθρωποι· ακόμη ο Προφήτης Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν ήτο γεγεννημένος· ο στρατιώτης ακόμη δεν είχεν έλθει· ο ετοιμαστής δεν είχεν ετοιμάσει· ο κήρυξ δεν είχε κηρύξει· ο διαλαλητής ακόμη δεν είχε διαλαλήσει, ότι έρχεται ο Χριστός· πρώτον περιπατεί ο διαλαλητής και διαλαλεί, ότι έρχεται ο βασιλεύς, και τότε φθάνει και ο βασιλεύς· ούτως ήτο και ο Τίμιος Πρόδρομος, ως κήρυξ· ο δε Χριστός είναι ο Βασιλεύς· δια τούτο λοιπόν ύστερον ήλθεν ο Χριστός και εσαρκώθη. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος το μαρτυρεί, λέγων· «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ. δ: 4-5). Ιδού βοηθεία του γεννηθέντος Χριστού εδιαλύσαμεν και τα δέκα ζητήματα· φέρε λοιπόν να είπωμεν και τα επίλοιπα της εορτής. Δια την σημερινήν ημέραν ο Προφήτης Μωϋσής προφηρεύων έλεγε· «Προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε κατά πάντα» (Δευτ. ιη: 15), και ολίγον κατωτέρω, προσθέτει «και ο άνθρωπος, ος εάν μη ακούση όσα αν λαλήση ο Προφήτης εκείνος επί τω ονόματί μου, εγώ εκδικήσω εξ αυτού» (αυτόθι 19). Προφήτην έλεγε τον Χριστόν, καθότι είναι καρδιογνώστης και γνωρίζει, ως Θεός όπου είναι, τι μέλλει να γίνη ή διότι προεφήτευσεν ο Χριστός, ότι μέλλει να καταστραφούν τα Ιεροσόλυμα και ο Ναός, ως και κατεστράφησαν· ως εμέ δε λέγει, διότι και ο Χριστός άνθρωπος ήτο, κατά την ανθρωπίνην φύσιν, ως τον Μωϋσήν, πλην μόνον ότι ήτο χωρίς αμαρτίας, ή είπε τούτο διότι και ο Χριστός ενομοθέτησεν άλλον Νόμον, ως και ο Μωϋσής. Αυτό προέβλεπεν ο Δαβίδ ο βασιλεύς και έλεγε· «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην» ( Ψαλμ. οα: 6). Αυτό προέβλεπεν ο Προφήτης Δανιήλ και έλεγε προς τον Ναβουχοδονόσορα· «και εν ταις ημέραις των βασιλέων εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού Βασιλείαν, ήτις εις τους αιώνας ου διαφθαρήσεται, και η Βασιλεία αυτού λαώ ετέρω ουχ υπολειφθήσεται· λεπτυνεί και λικμήσει πάσας τας βασιλείας, και αυτή αναστήσεται εις τους αιώνας» (Δαν. β: 44). Αυτό προέβλεπε και ο Προφήτης Αββακούμ, και έλεγεν· «Ο Θεός από Θαιμάν ήξει, και ο Άγιος εξ όρους Φαράν κατατασκίου δασέος» (Αβ. γ: 3). Όρος κατάσκιον την Παναγίαν ονομάζει, ήτις ήτο εσκιασμένη όλη από τας Χάριτας του Παναγίου Πνεύματος. Αυτό προεσήμανεν η Βάτος, την οποίαν είδεν ο Μωϋσής (Έξ. γ: 2)· διότι και η Παναγία εδέχθη το πυρ όλον της Θεότητος και έμεινεν ακατάφλεκτος. Αυτό προεσήμαινεν η Ράβδος του Ααρών (Αριθ. ιζ: 8), ήτις χωρίς τινα υγρότητα εβλάστησεν, διότι και η Παναγία χωρίς σποράν ανδρός εγέννησε σήμερον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αυτό προεσήμαινεν η Κλίμαξ του Ιακώβ (Γεν. κη: 12), διότι δια του τόκου της Παναγίας οι άνθρωποι αναβαίνουσιν εις την Βασιλείαν των ουρανών. Αυτό προεσήμαινεν η Κάμινος των Αγίων Τριών Παίδων (Δαν. γ: 19-29), διότι και η Κυρία Θεοτόκος δεν κατεκάη από το πολύ πυρ της Θεότητος. Αυτήν την αγίαν ημέραν όλοι οι Προφήται προεφήτευσαν, αν και εγώ χάριν συντομίας αντιπαρέρχομαι τους πολλούς. Δια τούτο και ημείς, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας πανηγυρίσωμεν σήμερον, ας τιμήσωμεν την ημέραν την Δεσποτικήν, ας δοξάσωμεν τον Χριστόν, όχι με θυσίας ειδωλολατρικάς ή με χορούς ή μέθας και άσματα και όσα χαίρεται ο δαίμων, αλλά με ευχαριστίας, με δοξολογίας, με καθαράν καρδίαν και γενικώς με όσα χαίρεται και δοξάζεται ο Θεός· δια να αξιωθώμεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του σήμερον γεννηθέντος, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΕ΄ (25) του αυτού μηνός Δεκεμβρίου, η κατά Σάρκα ΓΕΝΝΗΣΙΣ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Η Γέννησις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού ούτως εγένετο.  Βλέπων ο φιλάνθρωπος Θεός ότι το γένος των ανθρώπων ετυραννείτο υπό του διαβόλου, ευσπλαγχνίσθη, και αποστείλας τον Άγγελον αυτού Γαβριήλ διεμήνυσε δι΄ αυτού εις την Θεοτόκον το «Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου»· ειπούσης δε Αυτής το «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», ευθύς συνελήφθη εν τη αχράντω και παρθενική μήτρα Αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Όταν δε ήγγιζον προς το συμπληρούσθαι οι εννέα μήνες από της Συλλήψεως, τότε εξεδόθη διάταγμα υπό του Καίσαρος Αυγούστου, ίνα απογραφή όλη η οικουμένη, ήτις ήτο υπό την εξουσίαν του· ταύτην δε την απογραφήν ίνα ενεργήση, απεστάλη ο ηγεμών Κυρήνιος εις τα Ιεροσόλυμα. Τότε λοιπόν ανέβη και Ιωσήφ ο Μνήστωρ και φύλαξ της Θεοτόκου μετ΄ Αυτής εις την Βηθλεέμ, ίνα απογραφώσιν εκεί. Μέλλουσα δε να γεννήση η Παρθένος, δεν εύρε τόπον προς κατοικίαν, δια τον πολύν λαόν, όστις συνήχθη εκεί, και ο οποίος προλαβών κατώκησεν εις όλας τας οικίας της Βηθλεέμ. Δια τούτο εμβήκεν εντός πτωχικού σπηλαίου, ένθα εγέννησεν αφθόρως τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και σπαργανώσασα ως βρέφος τον Κτίστην των απάντων, έθηκεν αυτόν εις την φάτνην (Λουκ. β: 7) των αλόγων ζώων, διότι έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν.                           

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΟΠΤΑΣΙΑ

Τοις κατά πόλιν και χώραν αγιωτάτοις και θεοσεβεστάτοις και εναρέτοις επισκόποις και πρεσβυτέροις και διακόνοις εν Χριστώ πεπιστευκόσι, κληρικοίς τε και αδελφοίς, παρά Λουκιανού ελαχίστου χαίρειν.                                                                                                                       

Όρασις εκ τρίτου σημείου, ήν περ ακούσαντες συναθλήσατε αυτοίς ταις θερμοτάταις και αγίαις υμών ευχαίς, δοξάζοντες τον τοιαύτα γνωρίσαντα αμαρτωλοίς ανδράσιν, ων πρώτος ειμί εγώ. Περί την ώραν της νυκτός, ο Θεός είδε και το Άγιον Πνεύμα, έτι μου γρηγορούντος και ως εν εκστάσει γενομένου, τεθέαμαι άνδρα τη ηλικία υπερμεγέθη, νεοφανή, ωραίον, απλότριχα, στολήν λευκήν ημφιεσμένον, ης τα γραμμεία ήσαν χρυσά· και ένδον αυτής σημείον σίγμα, και υποπόρφυρα· και σανδάλια χρυσολώρινα υποδεδεμένος· και ράβδον χρυσήν ην περιφερόμενος τη δεξιά χειρί, ήλθε και ένυξέ με τη ράβδω τρίτον και το όνομά μου εκ τρίτου εκάλεσεν· εγώ δε είπον αυτώ· «Τις ει, Κύριε»; Λέγει μοι τότε ο φανείς· «Εγώ ειμί ο Πρωτομάρτυς Στέφανος· άνελθε εις Ιεροσόλυμα, ειπέ τω Επισκόπω Ιωάννη τω εκείσε· έως πότε εγκατάκλειστοί εσμεν, και ουκ ανοίγεις ημίν και κηρύττεις τα άθλα; Και μάλιστα εν τοις χρόνοις της αρχιερωσύνης σου δει ημάς αποκαλυφθήναι· και άνοιξον ημίν ταχέως, ίνα δι’ ημών ανοίξη ο Θεός θύραν φιλανθρωπίας τω κόσμω· κινδυνεύει γαρ απολέσθαι από των πολλών ανομιών των επ’ αυτώ καθ’ εκάστην ημέραν γινομένων· και ου τοσούτον μέλει, λέγει μοι, δι’ εμαυτόν, όσον υπέρ της του κόσμου ζωής και δια τους συν εμοί κειμένους Αγίους, και αξίους όντας πολλής τιμής και δόξης· ο γαρ εν ω κείμεθα τόπος ημέληται· και ποτέ μεν τα λείψανα ημών βρέχονται, ποτέ ηλιόκαυστα γίνονται και τόπον ουδείς οίδεν». Εγώ δε απεκρίθην λέγων· «Τις ει συ, Κύριε»; Ο δε αποκριθείς ειπέ μοι· «Στέφανός ειμι ο λιθοβοληθείς υπό των απίστων Ιουδαίων εν Ιερουσαλήμ· οι δε συν εμοί κείμενοί εισι Γαμαλιήλ ο τον Παύλον αναθρέψας και τον νόμον διδάξας εν Ιερουσαλήμ· και οι άλλοι Νικόδημος και Αβελβούλ». Τη δε άλλη Παρασκευή κατά την αυτήν ώραν παρέστη πάλιν ο Άγιος Στέφανος τω αυτώ σχήματι λέγων· «Εις τι ημέλησας και ουκ απήλθες και εξηγήσω τω Επισκόπω Ιωάννη τα λεχθέντα σοι»; Εγώ δε απεκρίθην λέγων· «Σύγγνωθι μοι, Κύριε, ότι εν μιά ώρα ουκ ηδυνάμην τον τοιούτον Αρχιερέα του Θεού κινήσαι και τον λαόν θορυβήσαι· ακούω γαρ της θείας Γραφής πανταχού λεγούσης, ότι επί δυσί και τρισί μάρτυσι σταθήσεται παν ρήμα· αλλά τούτο εδεήθην παρά Κυρίου, ίνα, εάν η όρασις αύτη απ’ αυτού μοι απεστάλη, ακριβεστέραν μοι αποκάλυψιν δείξη». Ως δε της θύρας εξήει πάλιν επανήλθε λέγων· «Πρεσβύτερε, άλλο τι σοι έχω ειπείν». Και είπον· «Λάλει, Κύριε». Και λέγει μοι· «Ως ότι αμφέβαλες εν τη διανοία σου λέγων· ως ότι εάν εύρω αυτούς, άρα τους τέσσαρας έχω ευρείν συγκεκριμένους εν μιά θήκη; Και πως γνώσομαι του Αγίου Στεφάνου το λείψανον από των άλλων; Ουκ οίδα εγώ ο ταλαίπωρος· ουκ έστι δε ούτως ως υπονοείς, αλλ’ έκαστος ημών ιδίαν θήκην έχει φανεράν». Εγώ δε είπον· «Πως, Κύριε»; Λέγει μοι πάλιν ο Άγιος· «Πρόσεχε και δεικνύω σοι». Και εκτείνας την αγίαν αυτού δεξιάν χείρα εις τον αέρα, ευρέθη βαστάζων καλάθους τέσσαρας· τρεις μεν χρυσούς, ένα δε αργύρεον· και οι μεν δύο χρύσεοι κάλαθοι έγεμον ρόδα λευκά και ο τρίτος χρύσεος κάλαθος έγεμε ρόδα πυρά ως αίμα· ο δε αργύρεος κάλαθος έγεμε κρόκον ευωδέστατον· συνεκεκόλλητο δε ο αργύρεος ενί των τεσσάρων ως δίδυμος φαινόμενος, και υψηλότερος των άλλων καλάθων· έστησε δε τους καλάθους, τον μεν των πυρών ρόδων εκ δεξιών προς ανατολάς· τον δε λευκόν προς βορράν· τους δε άλλους κρεμαστούς ανέδειξεν επάνω των του βορεινού καλάθων, ως από πηχών τριών· και λέγει μοι ο Άγιος Στέφανος· «Είδες τους καλάθους τούτους»; Και λέγω· «Ναι, Κύριε». Ο δε Άγιος λέγει· «Οι κάλαθοι ούτοι τα λείψανα ημών εισι και αι θήκαι ημών· και ο μεν τα πυρά ρόδα έχων εγώ ειμι ο Στέφανος· αυτός γαρ μόνος εμαρτύρησα υπέρ του Δεσπότου μου Ιησού Χριστού· ο δε άντικρυς του προσώπου μου ο κύριος Νικόδημός εστιν ο του Χριστού ομολογητής». Πάλιν δε αποτολμήσας εγώ είπον· «Ίνα τι, Κύριε, ο εις κάλαμος χρύσεος, και άλλος αργύρεος; Και ίνα τι εις ρόδα γέμει, και ο έτερος κρόκον»; Και λέγει μοι ο Άγιος Στέφανος· «Ο αργύρεος κάλαθός εστι του κυρίου Νικοδήμου, επειδή καθαρός ων τω σώματι και λαμπρός την ψυχήν ώσπερ ο άργυρος, εν τω του Θεού Ναώ ανετρέφετο γυναίκα μη ορών ειμή την εαυτού μητέρα μόνον και δια τούτο κρόκον γέμει ευωδίας πεπληρωμένον». Και ούτω πάλιν εξαναστάς, ηυχαρίστησα τω φιλανθρώπω Θεώ. Και τη άλλη Παρασκευή αυτή τη ώρα κατά το πρότερον, ο αυτός Άγιος Στέφανος παρέστη απειλών και εμβριμώμενός μοι έλεγε· «Τι ουκ εφρόντισας ανελθείν και ειπείν τω Επισκόπω; Πίστευε ότι εάν μη απέλθης, παθείν έχεις πολλά κακά α ου προσδοκάς και τας σάρκας σου τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης διασκορπίσω». Ο δε ταπεινός εγώ Λουκιανός είπον προς αυτόν· «Κύριε, εδεήθην του Κυρίου περί τούτου, και εξεδεχόμην την τρίτην σου παρουσίαν, ίνα ούτω πληροφορηθείς κηρύξω υμών την αποκάλυψιν». Αυτού δε εστώτος και απειλούντος, είδον εαυτόν αρπαγέντα εν τη πόλει, και πάσας τας οπτασίας εξηγησάμην τω Επισκόπω· και εν αυτή δε τη ώρα λέγει μοι ο Επίσκοπος· «Ει ταύτα ούτως εώρακας εν τοις χρόνοις ημών, και ταύτα εθεάσω, αγαπητέ, και ει ταύτα απεκαλύφθη σοι, εμέ δει λαβείν εκείθεν τον βουν τον άρρενα, τον αροτήρα τον αμαξικόν, τον εργάτην, και εάσαι σου το χωρίον μετά των όντων καρπών». Απεκρίθην δε και είπον αυτώ· «Τι εστί μοι το χωρίον, Κύριε, εάν μη έχω τον βουν τον κάμνοντα»; Ο δε λέγει μοι· «Ούτως εστίν, η πόλις ημών δι’ αμαξίων υπηρετείται· λείπει δε τω μεγάλω αμαξίω εις βους· λέγεις δε αυτόν μένειν παρά σοι· δίκαιον όμως εστίν αυτόν μάλλον την πόλιν έχειν, αρκούσι δε σοι οι άλλοι δύο βόες μετά του δαμαλίου και η σκευή του μεγάλου βοός προς καλλιέργειαν του χωρίου». Και ταύτα ειπών τω Επισκόπω εν τη οράσει, είδον τον Άγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον ελθόντα και κατασχόντα μου την χείρα, και ανενέγκαντά με πάλιν εις την αυτήν κώμην και λέγει μοι ο Άγιος Στέφανος· «Ει βούλει ημάς ευρείν, ζήτησον ημάς εν τω χωρίω τω λεγομένω Συριστί Λαγάγ Αβραάμ· όπερ ερμηνεύεται χωρίον Θεού». Εξυπνισθείς ουν το τρίτον και ερωτήσας ποίον εστί το χωρίον, μηδενί δηλώσας το όραμα απήλθον καθ’ εαυτόν στοχαζόμενος· και είδον το χωρίον παμμέγεθες εισόπεδον, ευθαλέστατον και κατά το μέσον αυτού βουνός μέγας, και ενόμιζον εκεί ευρίσκειν αυτούς· και ούτως ανελθών εις την πόλιν γνώμη εγένετο προς τους αξιοπίστους πρεσβυτέρους, ίνα με συμβουλεύσωσι, το τι οφείλω ποιήσαι· οι δε είπον μοι· «Ουχ οράς τους σεισμούς τους καθ’ ώραν γινομένους και την τοσαύτην αβροχίαν, και βούλει κρύψαι την αποκαλυφθείσάν σοι όρασιν προς σωτηρίαν του κόσμου; Μη αναμείνης ειπείν τω Επισκόπω Ιωάννη». Και τότε προλαβόντες με εισήλθον και εμήνυσαν τω Επισκόπω περί εμού· όστις προσκαλεσάμενός με εις το ίδιον ταμείον, επυνθάνετο παρ’ εμού ει ταύτα ούτως έχει· και ούτως εξηγησάμην αυτώ την πρώτην και δευτέραν όρασιν φυλάξας τον διάλογον του βοός, αναμένων ακούσαί τι παρ’ αυτού· ο δε ευθέως απεφθέγξατο ούτω λέγων· «Ευλογητός Κύριος ει όλως ταύτα έχει, α εθεάσω, αγαπητέ· και εν τοις χρόνοις ημών ηυδόκησεν ο Κύριος τους Αγίους αυτού αποκαλύψαι ημίν· εμέ δει λαβείν εκείθεν το λείψανον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και Αρχιδιακόνου του Χριστού του αθλητού της ευσεβείας και αυτόπτου της των ουρανών Βασιλείας». Ούτω χαίρων επί τη τοιαύτη αγγελία, επέτρεψεν εμοί κατελθείν και ορύξαι εις τον βουνόν λέγων· «Επάν εύρης, φρούρησον αυτός δι’ εαυτού και δήλωσον δια τινος γραμματοφόρου». Ούτω λαβών την τοιαύτην παραγγελίαν ώρμησα εις την κώμην κηρύξας πάσιν, ώστε πάντας ορθρίσαι επί τον βουνόν. Αυτή δε τη νυκτί επιφαίνεταί μοι ο Άγιος Στέφανος και λέγει μοι· «Πρεσβύτερε, μη θελήσης εις τον βουνόν καμείν· ου γαρ ειμι εκεί· ο βουνός γαρ εις μαρτύριον ετέθη του εκείσε τελεσθέντος ημίν κοπετού· αλλά προς βορράν του χωρίου ζήτησον ημάς από της οδού κάτωθεν, μετρήσας από του βουνού πήχεις εβδομήκοντα πέντε». Ορμήσαντες ουν ηβουλήθημεν πρώτον εις τον βουνόν εξελθείν· μονάζων δε τις διεκώλυεν ημάς λέγων· «Τάδε και τάδε εν οράματι προσετάγην σοι ειπείν σήμερον, κύριε πρεσβύτα». Ακούσας δε εγώ έγνων, ότι αληθής εστιν η όρασις· όμως δε πρώτον εις τον βουνόν ωρμήσαμεν· και έως τρίτης ώρας ορύξαντες, εύρομεν στήλην μίαν λιθίνην, εβραϊκοίς γράμμασι γεγραμμένην· Εβραίον δε τινα μεταστειλάμενοι, εποιήσαμεν κοινώς αναγνώναι τα γράμματα· και λέγει ημίν· «Η γραφή αύτη του χωρίου τούτου, ούτως ερμηνεύεται· κοπετός δικαίων, θρήνος Αγίων». Και ούτως εάσαντες απήλθομεν εις τον τόπον όπου αυτή τη νυκτί ώφθη ημίν ο ένδοξος Πρωτομάρτυς Στέφανος. Και ορύξαντες, εύρομεν κατά πάντα τα οραθέντα ημίν· και το επίγραμμα αυτού εύρομεν ούτω· «Χιλιλήμ· νασουάμ· αβελβούς». Ο δε αβελβούς υιός ερμηνεύεται· ερμηνεύεται δε ο χιλιλήμ, από του Συριακού, ο Άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυς του Χριστού· και ο Νασουάμ Νικόδημος. Εν αυτή δε τη ώρα σεισμός εγένετο μέγας, ώστε σαλευθήναι πάντα τα θεμέλια της γης και το λείψανον του Αγίου Στεφάνου σκιρτήσαι και αναθάλλειν· ευωδία δε μεγάλη εξελήλυθεν εκ της αυτού θήκης, ώστε εις ύπνον ημάς πάντας εφελκυσθήναι. Άγγελοι δε ύμνουν, «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη», ότι απεκάλυψε το λείψανον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου τοις ανθρώποις· και έως δεκάτου σημείου περικύκλω φθάσαι εις πάντα τον λαόν την ευωδίαν· ιάσεις δε και θεραπείαι εγένοντο εν αυτή τη ημέρα, εν τοις παρατυχούσιν όχλοις· και ούτως εδήλωσα τω Επισκόπω, και ευθέως παρεγένετο μετά δύο συνεπισκόπων και θεασάμενοι ηγαλλιάσαντο σφόδρα· και εκέλευσεν ανενεχθήναι το λείψανον του Αγίου και ενδόξου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου εν Ιεροσολύμοις εν τη Αγία Σιών. 

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΛΟΓΟΥ Εις την εύρεσιν του τιμίου λειψάνου του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

Μετά το λιθάσαι τον Άγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον διωγμός πολύς επί την Εκκλησίαν  την εν Ιεροσολύμοις εγένετο εν εκείνη τη ημέρα και πάντες διεσπάρησαν κατά τας χώρας της Ιουδαίας και Σαμαρείας, πλην των Αποστόλων· συνεκομίσαντο δε τον Άγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον άνδρες ευλαβείς και ποιήσαντες γλωσσόκομον πέρσινον, κατέθεντο αυτόν εκ δεξιών του θυσιαστηρίου της αγίας Σιών, γράψαντες και τίτλον εβραϊκοίς γράμμασι χιμήλ, από συριακής γλώσσης· και εποίησαν κοπετόν μέγαν απ’ αυτόν· και τύπτοντες τα στήθη αυτών υπέστρεφον εις Ιερουσαλήμ. Γαμαλιήλ δε τις, ιδών την αρετήν του ανδρός, και ελπίζων έχειν μέρος μετ’ αυτού εν τη αναστάσει, εγερθείς δια νυκτός, και προσπεσών τοις Αποστόλοις εν τω καιρώ εκείνω, επί της θλίψεως της γενομένης επί Στεφάνω, και προτρεψάμενος αυτούς παντί τρόπω συνεβούλευσεν, ώστε συνελθείν αυτούς και συγκομίσαι αυτού το άγιον σώμα, και απενέγκαι εις το ίδιον χωρίον το επ’ ονόματι αυτού κληθέν, εκ διαστήματος όντος της πόλεως από εικοστού σημείου και κατά το ειθισμένον αυτοίς υπό του νόμου επετέλεσαν ημέρας τεσσαράκοντα· και τα υπέρ του κοπετού αναλισκόμενα, εκ της του Γαμαλιήλ δαπάνης εδόθη, και ούτως αυτόν κατέθεντο εν τω αυτού μνημείω τω καινώ. Ακούσας δε Νικόδημος, ο του Γαμαλιήλ ανεψιός, κατενύγη υπό Ιησού του Κυρίου και Σωτήρος ημών Θεού, ώστε εξ ύδατος και πνεύματος αναγεννηθήναι· και απελθών νυκτός, εφωτίσθη παρά Πέτρου και Ιωάννου των μαθητών· και ακούσαντες οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι ηγανάκτησαν κατ’ αυτού λίαν· και εσκέψαντο ανελείν αυτόν, καθώς και Στέφανον ανείλον· δια δε τον Νικόδημον τούτο ουκ εποίησαν· αλλ’ αναθεματίσαντες αυτόν, και πάντα τα υπάρχοντα αυτού αρπάσαντες, εις όνομα του Ναού, της πόλεως εξώρισαν, και αικίσαντες και πληγώσαντες ημιθανή κατέλιπον αυτόν·ο δε Γαμαλιήλ και τούτον κρυφή προσλαβόμενος, εν τω αυτώ χωρίω ένθα ο Λουκιανός εκλήρωσεν αυτώ πρεσβυτέριον, εποίησεν αυτόν διατρέφεσθαι και ενδύεσθαι εκ της αυτού ουσίας, έως ου και αυτός μετ’ ολίγον χρόνον κοιμηθείς, ως ομολογητής Χριστού ετελειώθη· και εποίησεν αυτόν κατατεθήναι πλησίον του Αγίου Στεφάνου· οι δε έτεροι δύο οι συν αυτοίς κείμενοι εισί Γαμαλιήλ και ο τούτου ηγαπημένος υιός, ου το όνομα Αβελβούλ, εικοσαετής υπάρχων, ο συν αυτώ πιστεύσας εν τω του Χριστού κηρύγματα, και εν μια ημέρα συν αυτώ φωτισθείς εν τω αγίω λουτρώ υπό των του Χριστού μαθητών. Ο δε αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός, έτι μάλλον βουλόμενος υψώσαι το κέρας του Χριστού αυτού, τουτέστι το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ηυδόκησε δια της αυτού χάριτος επ’ εσχάτων των ημερών αποκαλύψαι τον αυτού δούλον, τούτον, λέγω, τον τρισμακάριον και ενδοξότατον Στέφανον τον Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονον, και αυτόπτην της ουρανίου Βασιλείας, τον επ’ αγαθής μνήμης μακαριζόμενον· δι’ ο εν οράματι ταύτα τω πιστώ αυτού δούλω Λουκιανώ τω ιερεί απεκάλυψεν ως εν τη κατωτέρω επιστολή αυτού ο ίδιος διηγείται. 

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Τη Β΄ (2α) του αυτού μηνός Αυγούστου, η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

Στέφανος ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος εγένετο ο πρώτος της των Χριστιανών πίστεως Μάρτυς υπό των Ιουδαίων λιθοβοληθείς και τελειωθείς. Αφ’ ου δε παρήλθον τριακόσια τέσσαρα έτη από του μαρτυρίου του και αφ’ ου ετελειώθησαν δια του μαρτυρίου πολλοί Χριστιανοί, η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη απελάμβανεν ελευθερίαν και ησυχίαν· και όλαι μεν αι φυλακαί εκενώθησαν εκ των φυλακισμένων Χριστιανών, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων κατέπαυσαν, βασιλεύσαντος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του χριστιανικωτάτου και πρώτου βασιλέως των Ορθοδόξων, τότε δ΄εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου ούτω πως. Άνθρωπός τις κατώκει εις εκείνην την ιδίαν κώμην, όπου ήτο κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων την ηλικίαν, Ιερεύς το αξίωμα και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Εις τούτον λοιπόν εφάνη δις ή τρις ο Άγιος Στέφανος και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. Ο δε Ιερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Ιωάννην, ο οποίος χαράς πολλής εμπλησθείς ήλθεν εις τον μηνυθέντα τόπον μετά των κληρικών του και σκάψας εύρε την θήκην εντός της οποίας ήτο το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς μέγας σεισμός, και ευωδία πολλή εξήλθεν ευωδιάζουσα τους παρευρεθέντας· άνωθεν δε εξ ουρανών εγίνοντο φωναί αγγελικαί λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Αι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου· αλλά και ιατρείαι ενηργούντο εις τους πάσχοντας διάφοροι, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν. Αφ’ ου λοιπόν προσεκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο λείψανον, μεθ’ όλων των κληρικών και του παρατυχόντος λαού, εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και ούτω μεθ’ όλης της πρεπούσης τιμής το μετέφερον εις την Ιερουσαλήμ και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Μετά ταύτα δε έκτισε Ναόν εις το όνομα του Αγίου Στεφάνου εντός της Ιερουσαλήμ άρχων τις συγκλητικός, Αλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας θερμώς τον Πατριάρχην Ιωάννην κατέπεισεν αυτόν να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Ναώ εκείνω. Μετά παρέλευσιν δε πέντε ετών ησθένησεν ο κτίτωρ του Ναού Αλέξανδρος· όθεν κατασκευάσας θήκην εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας) ομοίαν με την θήκην, ήτις περιείχε το λείψανον του Αγίου Στεφάνου, έθηκεν αυτήν πλησίον της θήκης του αγίου λειψάνου, αφ’ ου δε απέθανεν, απετέθη το λείψανόν του εις την καινήν εκείνην θήκην. Μετά δε οκτώ έτη, όταν εβασίλευεν ο Μέγας Κωνσταντίνος και επατριάρχευεν εις την Κωνσταντινούπολιν ο θείος Μητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Αλεξάνδρου, Ιουλιανή ονόματι, επειδή ηνωχλείτο μεν υπό πολλών να νυμφευθή εκ δευτέρου δια τον πλούτον και το κάλλος της, αυτή δε δεν ήθελε, τούτου ένεκα εσκέφθη να πράξη το εξής, να λάβη το σώμα του ανδρός της και να υπάγη εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της, την Κωνσταντινούπολιν. Παρουσιάσθη λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ Άγιον Κύριλλον, και παρεκάλει αυτόν να της επιτρέψη να λάβη την θήκην την περιέχουσαν το λείψανον του ανδρός της· αλλ’ ο Άγιος Κύριλλος δεν επέτρεπε τούτο εις αυτήν. Δια τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, και τη συνεργεία αυτού έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, να δύναται να λάβη το λείψανον του ανδρός της και να αναβή εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν μη δυνάμενος πλέον ο Πατριάρχης να εναντιωθή, επέτρεψεν εις την γυναίκα να το λάβη. Πλανηθείσα όμως η γυνή κατά θείαν πρόνοιαν, αντί του ανδρός της έλαβε την ομοίαν εκείνην θήκην, την περιέχουσαν το του Αγίου Στεφάνου λείψανον· ταλυτην δε βάλουσα επί θρόνου, και τον θρόνον φορτώσασα εις όνον, ήρχισε την οδοιπορίαν δια Κωνσταντινούπολιν. Καθ’ όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι, έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», τα δε μέρη εκείνα επληρώθησαν ευωδίας μύρου πολλού και ευωδεστάτου· οι δε δαίμονες μακρόθεν κλαίοντες, εφώναζον με συνεχείς φωνάς· «Αλλοίμονον εις ημάς! Διότι ο Στέφανος διέρχεται εκ μέσου ημών και μας πληγώνει αοράτως». Αφιχθείσα δε η γυνή εις την παράλιον πόλιν της Ασκάλωνος εύρεν εκεί πλοίον, και δούσα ναύλον πεντήκοντα φλωρία επεβιβάσθη εις αυτό και ανεχώρησε δια την Κωνσταντινούπολιν. Όσα δε θαύματα εγίνοντο καθ’ οδόν και όσα σημεία ετελέσθησαν αδύνατον να τα περιγράψωμεν εν συντομία. Όταν δε η γυνή αφίκετο εις την Κωνσταντινούπολιν και έφθασεν εις τα ώτα του βασιλέως, ότι έρχεται το λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εγένοντο δε εις αυτόν γνωστά τα περί της γυναικός του Αλεξάνδρου, η οποία παρασταθείσα ενώπιόν του διηγήθη ακριβώς δια ζώσης φωνής, απ’ αρχής μέχρι τέλους, τίνι τρόπω έλαβε χώραν το τοιούτον, τότε ο φιλευσεβέστατος βασιλεύς Κωνσταντίνος ενεπλήσθη αφάτου χαράς και αγαλλιάσεως· όθεν προσέταξεν ευθύς τον Πατριάρχην και όλον τον κλήρον να εξέλθωσιν εις προϋπάντησιν του Αγίου λειψάνου με τιμήν μεγίστην και ευλάβειαν, και ούτω να φέρωσιν αυτό εντός των βασιλικών παλατίων. Τότε δε όσα θαύματα έγιναν αδύνατον να τα περιγράψη τις ακριβώς. Έσυρον λοιπόν αι ημίονοι την άμαξαν, επί της οποίας ήτο το άγιον λείψανον, έως ου έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Κωνσταντιαναί, και εκεί εσταμάτησαν· επειδή δε έπληττον τα ζώα ίνα προχωρήσωσι, τούτου ένεκα μία των ημιόνων ελάλησεν ανθρωπίνην φωνήν λέγουσα· «Διατί μας δέρετε; Ενταύθα πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον» ταύτην την φωνήν ακούσαντες ο τε Πατριάρχης και όλοι οι παρευρεθέντες έδωκαν μεγαλοφώνως δόξαν τω Θεώ. Ταύτα δε μαθών και ο πιστότατος βασιλεύς εξεπλάγη, και παρευθύς έκτισε Ναόν εις τον τόπον εκείνον επ’ ονόματι του Πρωτομάρτυρος, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις τον Ναόν εκείνον τελείται κατ’ έτος η του Αγίου Στεφάνου σύναξις και εορτή. Η εύρεσις του λειψάνου του Αγίου εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου, η δε μνήμη του, κατά την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου.