Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Μνήμη του δικαίου ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ.

Τη ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη του δικαίου ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ.                                                                         

Ευδόκιμος ο θαυμάσιος ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του εικονομάχου εν έτει ωκθ΄ (829), είλκε δε το γένος από την Καππαδοκίαν, γεννηθςίς και ανατραφείς από γονείς ευσεβείς· ο πατήρ του εκαλείτο Βασίλειος και η μήτηρ του Ευδοκία, επίσημοι κατά το γένος, κατά την περιουσίαν πλουσιώτατοι, κατά δε το αξίωμα ένδοξοι και περιφανείς, επειδή ο Βασίλειος είχε το αξίωμα του Πατρικίου. Έχων δε ο Ευδόκιμος τοσούτον γένος λαμπρόν, δεν ετιμάτο τόσον δια την λαμπρότητα του γένους του, όσον εδοξάζετο και εθαυμάζετο δια τας αρετάς, τας οποίας ετέλει μετά προθυμίας εκ προαιρέσεως ο αείμνηστος. Ότι το να γίνουν παίδες ένδοξοι και αξιωματούχοι από γονείς ευγενείς ευρίσκονται εις τον κόσμον πάμπολλοι· αλλά το να φυλάξουν πολιτείαν ενάρετον και άκραν σωφροσύνην, συναναστρεφόμενοι εις το μέσον του κόσμου, εκεί όπου προτιμάται και επιτηδεύεται η ηδονή και η τρυφή, δυσκολώτατα ευρίσκονται. Ούτος λοιπόν ο μακάριος παις, δοθείς υπό των γονέων του εις την σπουδήν των γραμμάτων, δεν εχρειάσθη να παρακινηθή εις την σπουδήν από τον φόβον και τους ραβδισμούς των διδασκάλων, αλλά αυτός τον εαυτόν του είχε κέντρον να παρακινήται εις τούτο, μάλιστα δε να καταγίνεται με κάθε λογής επιμέλειαν, ημέρας και νυκτός, εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών, εις των οποίων την μελέτην ηυφραίνετο η τρισόλβιος εκείνη ψυχή περισσότερον, παρά εκείνοι όπου ευρίσκονται εις τραπέζια πολυέξοδα και διασκεδάζουν μετά χορών και τυμπάνων. Όθεν εις τούτον τον Άγιον ήρμοζε το προφητικόν ρητόν· «ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, Κύριε, υπέρ μέλι και κηρίον εν τω στόματί μου». Η καθ’ αυτό δε απασχόλησίς του ήτο να πηγαίνη εις τους θείους Ναούς, να ακούη τας ιεράς ακολουθίας και τα θεία λόγια και όλως δι’ όλου εσπούδαζε να γίνη Ναός καθαρός Θεού ζώντος κατά τον μέγαν Απόστολον. Παρεκίνει πολλάκις ο εχθρός της αληθείας πολλούς νέους συνηλικιώτας του Ευδοκίμου να τον αναγκάζουν, δια να πηγαίνουν εις διασκεδάσεις και απολαυστικάς διατριβάς, εις κυνήγια και εορτάς· αλλ’ αυτός ο αοίδιμος μίαν διασκέδασιν και τρυφήν και απόλαυσιν είχε, να προσεύχηται και να καταγίνεται εις την ανάγνωσιν των ψυχωφελών βιβλίων· όχι καθώς κάμνουν μερικοί, οι οποίοι προσεύχονται, χωρίς να έχουν τον νουν των εις την προσευχήν, και να αναγινώσκουν, χωρίς να προσέχουν, ούτε εις εκείνα όπου αυτοί αναγινώσκουν, ούτε εις εκείνα τα οποία ακούουν αναγινωσκόμενα από άλλους, αλλ’ αυτός ως αληθής δούλος του Κυρίου, και όταν προσηύχετο, και όταν ανεγίνωσκεν, είχεν όλον τον νουν, την ψυχήν και πάσαν την διάνοιαν προσηλωμένην εις τα ιερά λόγια όπου εμελέτα. Την δε σωφροσύνην και καθαρότητα, την τιμιωτέραν πασών των άλλων αρετών, ήτις και κάμνει ισάγγελον τον άνθρωπον, τόσον την ηγάπησεν ολοψύχως ο μακάριος, ώστε ημπορούσε με θάρρος να λέγη και αυτός, με τον δίκαιον εκείνον και πολύαθλον Ιώβ, ότι· «Ποτέ δεν ηκολούθησεν η καρδία μου εις τον οφθαλμόν μου», αν δηλαδή κατά τύχην μη θέλων έβλεπέ τι σκανδαλώδες· «Ει τω οφθαλμώ μου επηκολούθησεν η καρδία μου» (Ιώβ). Το δε μεγαλύτερον από τούτο είναι, ότι και απεφάσισεν ο αοίδιμος να μη βλέπη εις γυναικείον πρόσωπον παντάπασιν, έως ότου ευρίσκεται εις την παρούσαν ζωήν. Όθεν και όσον καιρόν έζησεν, εκτός της μητρός του άλλην γυναίκα ή παρθένον ούτε εκύτταξεν εις το πρόσωπον, ούτε ωμίλησε με καμμίαν. Κοντά δε εις την σωφροσύνην, έσμιξεν ομού και την ελεημοσύνην, συντροφευμένην με άκραν ιλαρότητα· ίνα, δια μεν της σωφροσύνης λαμπρύνεται το πρόσωπον ενώπιον του Θεού, δια δε της ελεημοσύνης τρέφεται η ψυχή με την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Τόσον δε πολύ μετεχειρίζετο την ελεημοσύνην, ώστε και εκείνα όπου είχεν αυτός ανάγκην δια να ζήση τα εχάριζεν εις τους πτωχούς, όχι μόνον χρήματα, αλλά και ει τι άλλο ήθελεν έχουν ανάγκην. Τόσον δε εβοήθει τους πτωχούς, ώστε και αν ακόμη ήτο ανάγκη να πωληθή σκλάβος δι’ άλλων την ελευθερίαν, μετά χαράς το έστεργε· διότι ήξευρεν ο μακάριος, ότι ο καρπός της αγάπης είναι η ελεημοσύνη· όθεν και ήτο πατήρ των ορφανών, κυβερνήτης των χηρών, ενδυμασία των γυμνών, χορτασμός των πεινασμένων, παρηγορία των λυπουμένων. Τοιούτος ων θαυμάσιος δια τας αρετάς του, ηξιώθη, χωρίς την θέλησίν του, και βασιλικής αξίας· αλλά με όλον τούτο, δεν εξέπεσε ποσώς από το να φαντάζεται τα κάλλη του ουρανού· μάλιστα συλλογιζόμενος, ότι η αξία του εδόθη δώρον από τον Θεόν, εδούλευεν αυτόν χρεωστικώτερον, αφιέρωσε δε τον εαυτόν του εις τον θείον έρωτα· εψηφίσθη ακόμη ούτος ο Άγιος και στρατοπεδάρχης της Καππαδοκίας, εις επαρχίαν λεγομένην Χαρσιανά· ο οποίος ως φρόνιμος οικονόμος δεν μετεχειρίζετο το αξίωμα δια τιμήν και δόξαν ιδικήν του, καθώς το κάμνουν οι περισσότεροι, οι οποίοι λαμβάνουν κανέν αξίωμα, δια να δοξάζωνται οι ανόητοι και να πλεονεκτούν, και δεν βάζουν οι ταλαίπωροι εις τον νουν των την φοβεράν εξέτασιν, όπου μέλλει να κάμη εις αυτούς ο δίκαιος κριτής· αλλ’ ο μακάριος Ευδόκιμος δεν ήτο τοιούτος, μόνον όλη του η επιμέλεια και φροντίς ήτο δεδομένη εις το να κυβερνά μικρούς τε και μεγάλους εν οσιότητι και δικαιοσύνη· αλλά και αυτήν την ψυχήν, εάν ήθελε παραστή ανάγκη, εθυσίαζε δια το υπήκοον αυτού. Και τι να λέγω τα πολλά; Τέλειος ήτο ο μακάριος Ευδόκιμος εις πάσαν αρετήν· εις την αγάπην του πλησίον αμίμητος, δια την οποίαν απέφευγεν από κάθε είδος καταλαλιάς· όχι δε μόνον αυτός εφυλάττετο από την κατάκρισιν, αλλά με κάθε τρόπον ημπόδιζε και τους άλλους να λαλώσι κανένα εναντίον λόγον, όστις να εγγίζη εις τον πλησίον· εδίδασκεν ακόμη ότι κάθε ένας πρέπει να μανθάνη περισσότερον να ακούη, παρά να ομιλή· με τοιαύτην μακαρίαν διαγωγήν εχρημάτισε σκεύος εκλογής και διδάσκαλος και με λόγον και με έργον τύπος και παράδειγμα και ζώσα εικών, εις εκείνους οίτινες τον συνανεστρέφοντο, έως ότου έφθασεν εις το μακάριον τέλος της παρούσης ζωής, εκεί εις την Καππαδοκίαν, ζήσας τριάκοντα τρεις χρόνους, κατά μεν την ηλικίαν νέος, κατά δε την σύνεσιν και γνώσιν πρεσβύτατος. Γνωρίσας δε το τέλος του ο δίκαιος, δεν εταράχθη· επειδή όλη του η ζωή ήτο μία μελέτη θανάτου· ένα και μόνον τον ελύπει, ότι ήτο μακράν η μήτηρ αυτού και δεν ήτο εκεί εις το τέλος της ζωής του. Ήλθεν όμως η τελευταία ώρα, να υπάγη ο μακάριος προς Κύριον και ήλθον εκεί πολλοί να τον επισκεφθώσιν· αφού δε τους ωμίλησεν ικανώς δια την ενθύμησιν του θανάτου, τους ώρκισεν εις τον Θεόν να τον ενταφιάσουν με τα ίδια ενδύματα, τα οποία εφόρει, και να μη κάμουν εις αυτόν εκείνα τα συνειθισμένα, όπου κάμνουν εις τους άλλους νεκρούς· τότε έκαμε νεύμα, και αφού εξήλθον όλοι έξω, ήρχισε να προσεύχεται προς Θεόν λέγων ταύτα, τα οποία ήκουσαν μερικοί από εκείνους και τα εφανέρωσαν ύστερον. «Κύριε ο Θεός μου, καθώς δεν ηθέλησα έτι ζων να φανή η πολιτεία μου, ούτω παρακαλώ και η τελευτή μου να γίνη χωρίς καμμίαν χάριν, ούτε να θαρρήση τις, ότι σοι ευηρέστησα» · έπειτα λέγων το «εις χείρας σου παραδίδω, Κύριε, το πνεύμα», εξήλθεν εκείνη η αγιωτάτη ψυχή εν έτει ωκθ΄ (829) Ιουλίου 31, κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου. Τότε οι εκεί παρευρεθέντες, ευλαβούμενοι την παραγγελίαν του Αγίου, όχι μόνον του άφησαν τα φορέματα όπου εφόρει, αλλά και την κλίνην όπου εκοιμάτο, ήτις ήτο κατεσκευασμένη από ξύλα και μόνον, αυτήν, καθώς ήτο, την έρριψαν εις τον τάφον του Αγίου. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να κρυφθή ο ήλιος εις το νέφος, ούτε ο λύχνος υπό τον μόδιον· διότι όσον αυτός ο τρισμακάριος εκρύπτετο, τοσούτον ο Κύριος τον εφανέρωνε δια την ωφέλειαν των πολλών· διότι, Ηλίας τις ονόματι, είχε δαιμόνιον φοβερόν, αφού δε παρήλθον πολλαί ημέραι μετά τον θάνατον του Αγίου, έτυχε να διέλθη από το μέρος εκείνο, όπου έκειτο το άγιον λείψανον, ευθύς δε τότε το δαιμόνιον ήρχισε και εβασάνιζε τον Ηλίαν, και τινάσσον αυτόν με μεγάλους σπαραγμούς τον έρριψεν εις την γην ως νεκρόν και ούτως εξήλθε και ηλευθερώθη ο άνθρωπος. Δια να δοξάση λοιπόν ο Κύριος τον δούλον του, διεδόθη ως δια σάλπιγγος τούτο το θαύμα όπερ έγινεν εις τον Ηλίαν, εις πολλά μέρη, και ήρχετο πλήθος πολύ, φέροντες ασθενείς από διάφορα πάθη και ιατρεύοντο εις τον τάφον του Αγίου. Γυνή τις είχε παιδίον, το οποίον ήτο παράλυτον και από τας δύο χείρας και μη δυνάμενον να τας κινήση παντάπασιν· ευθύς δε ως ήλθεν εις το μνήμα του Αγίου εκείνην την ημέραν, ιατρεύθη. Και άλλο πάλιν παιδίον ήτο παράλυτον, όχι μόνον κατά τας χείρας, αλλά και κατά τους πόδας, το οποίον ελθόν με την ομοίαν πίστιν εις τον τάφον του Αγίου, έλαβε και την υγείαν ομοίαν με το πρώτον παιδίον. Ακόμη και η κανδήλα του Αγίου ήτο μία βρύσις των ιάσεων· διότι ευθύς ως εχρίοντο οι ασθενείς με το έλαιον της κανδήλας, εθεραπεύοντο. Άλλη δε γυνή, έχουσα πνεύμα ακάθαρτον, ευθύς ως ήγγισεν εις τον τάφον του Αγίου, έφυγε το δαιμόνιον. Και άλλη πάλιν γυνή, βασανιζομένη από χρόνων ικανών από δεινόν και ανίατον πάθος, επήγε μετά πίστεως εις τον τάφον του Αγίου, και λαμβάνουσα χώμα το ανέμιξε περισσότερον με τα δάκρυά της παρά με το νερόν και το έκαμε λάσπην, αλείψασα δε με αυτήν το πάθος έλαβεν ευθύς την ποθουμένην υγείαν της. Τούτο το χώμα, το από τον τάφον του Αγίου, όχι μόνον ενήργει εις εκείνους όπου επήγαινον εκεί, αλλά και εις εκείνους όπου ήσαν μακράν, ή δεν ηδύναντο να υπάγουν· διότιεστέλλετο τούτο εις τους ασθενείς και εχρίοντο με αυτό και ο καθείς ελάμβανε, κατά την πίστιν, και την υγείαν του. Και τούτο ακόμη ήτο χάριτος υπερβολή εις τούτον τον Άγιον, επειδή ευθύς ως εχρίοντο οι ασθενείς και επεκαλούντο το όνομά του, ευθύς εθεραπεύοντο. Αδύνατον πράγμα είναι να περιγράψη τις όλα τα θαύματα τούτου του Αγίου. Καιρός δε είναι να είπωμεν τώρα και δια την μετάθεσιν του τιμίου του σώματος από τα Χαρσιανά εις την Κωνσταντινούπολιν. Η φήμη των θαυμάτων του Αγίου εξήλθε και επλεόνασεν εις πάσαν πόλιν και χώραν, πολλοί δε εθαύμαζον και ηπόρουν πως ένας άνθρωπος νέος εις την ηλικίαν, όστις ευρίσκετο εν μέσω τοσούτων θορύβων, με αξιώματα και αρχοντίας, κατώρθωσε τόσας αρετάς, τας οποίας μόλις κατορθώνουν οι ασκηταί εις τας βαθυτάτας ερήμους, φυλάξας τόσην καθαρότητα και σωφροσύνην· ακούοντες δε και τα άπειρα και ταχύτατα θαύματα όπου έκαμνεν, εξίσταντο πάντες. Όθεν και οι περισσότεροι άνθρωποι δι’ αυτόν τον Άγιον διηγούντο και εμελέτων. Αυτή, λέγω, η φήμη του θανάτου και των θαυμάτων του Αγίου, επειδή ηκούσθη και εις τους γονείς του, ελυπήθησαν μεν αυτοί σφοδρότατα δια τον θάνατον του υιού των, ακούοντες όμως τα θαύματα όπου έκαμνε, παρηγορούντο, και είχον διάπυρον έρωτα δια να βεβαιωθούν και με την όρασιν. Λοιπόν η μήτηρ του Αγίου, νικωμένη από το πάθος της φιλοτεκνίας, δεν έβαλεν εις τον νουν της το μάκρος του τόπου, ούτε εσυλλογίσθη τους κόπους και τους κινδύνους της οδοιπορίας, αλλά εκίνησε με μεγάλην προθυμίαν και επήγεν εις τον τάφον του φιλτάτου και αγιωτάτου αυτής υιού, βλέπουσα δε εκεί το πλήθος των μετά πάσης ευλαβείας προσερχομένων και τα θαύματα, τα οποία εγίνοντο από το ιερόν εκείνο μνήμα, όπου δαιμονιζόμενοι και από άλλα διάφορα πάθη πάσχοντες εθεραπεύοντο ταχύτατα, έπεσε και ενηγκαλίσθη τον τάφον του υιού της και έκλαιε μεν αυτόν ως νεκρόν, ευλαβουμένη δε και θαυμάζουσα δια την χάριν των θαυμάτων, την οποίαν έλαβε παρά του Θεού, εκαυχάτο και αυτή, ως μήτηρ του Αγίου. Όθεν η ευλογημένη εκείνη έκαμε και τον θρήνον συμπεπλεγμένον μαζί με έπαινον, τοιαύτα λέγουσα· «Τέκνον  μου γλυκύτατον· τέκνον, το φως των ομματιών μου· τέκνον, ανεκδιήγητον καλόν εις ημάς τους γονείς σου· πόθεν εις τον εαυτόν σου η τόση χάρις των ιαμάτων; Βέβαια αυτή η χάρις δίδεται παρά Θεού εις εκείνους, οίτινες πολιτεύονται με καθαρότητα και αγώνας, με κρυπτούς πόνους και αρετάς· αυτή η χάρις δίδεται από τον Θεόν εις τους αληθινούς δούλους του, ως προοίμιον των μελλόντων εκείνων αγαθών της ουρανίου Βασιλείας· δια μέσου σου, τέκνον μου, και έγινα και ονομάζομαι μήτηρ μακαρία και τρισόλβιος· δεν συνθέτω πλέον εις τον εαυτόν σου θρήνους και οδυρμούς μητρικούς, αλλά ως εις φίλον και ηγαπημένον Θεού προσφέρω άσματα και ύμνους πνευματικούς· δεν σε ονομάζω πλέον καρπόν της εμής κοιλίας, αλλά υιόν Θεού κατά χάριν· εγώ σε εγέννησα σαρκικώς, αλλά τώρα αντιγεννώμαι από σε πνευματικώς· δεν αισχύνομαι να σε ονομάσω πατέρα μου, επειδή δια τας αρετάς σου ιδικός σου πατήρ είναι αυτός ο πατήρ ο ουράνιος· συγγενείς έχεις τους Αγίους Αγγέλους και τους χορούς των Αγίων· κάμε την χάριν, φίλτατε, και εις ημάς τους γεννήτοράς σου, τους οποίους περισσότερον μας δαμάζει η λύπη σου, παρά το πολυχρόνιον γήρας· ήθελες αποδώσει την πληρωμήν δια την ανατροφήν σου εις εμέ την σαρκικήν σου μητέρα, ανίσως με την μεσιτείαν σου με οικειοποιήσης εις τον ουράνιόν σου πατέρα· ως ανταμοιβήν εις τον γεννήσαντά σε πατέρα θα δώσης, ανίσως και προξενήσης εις αυτόν ανάπαυσιν του γηρατείου του, τον κόλπον του Αβραάμ. Τοιαύτην παρακάλεσιν προσφέρουν εις σε, τέκνον μου ευλογημένον, γήρας πατρικόν, και πόνοι κοιλίας μητρικής, και μαστοί γάλακτος τους οποίους εθήλασας, και σειρά των συγγενών σου· γνωρίζω των γεννητόρων σου, τους οποίους, είναι ιδική του εντολή, να τιμούν τα τέκνα· επειδή η τιμή όπου γίνεται από τα τέκνα εις τους γονείς, εις τον Θεόν αναφέρεται, διότι αυτός είναι πάντων πατήρ και δημιουργός». Ταύτα ειπούσα η ευλαβής μήτηρ του Αγίου, επρόσταξε και εσήκωσαν την πλάκα από το μνήμα και εξήγαγον έξω την λάρνακα όπου έκειτο το ιερόν λείψανον, εκεί δε εφάνη θαύμα παράδοξον και πολλά ικανόν να πιστώση τα λαληθέντα· δεκαοκτώ μήνες είχον παρέλθει αφ’ ης ενεταφίασαν τον Άγιον, τόσον δε καιρόν ευρισκόμενον μέσα εις την γην εκείνο το σεβάσμιον λείψανον δεν έπαθε κανένα συμβεβηκός από όσα συμβαίνουν αναγκαίως εις τα νεκρά σώματα· ούτε ήλλαξε το πρόσωπον· ούτε έγινε καμμία σήψις, ή ολίγη καν διαφθορά εις κανένα μέλος του σώματος· ούτε εμαράνθη, ούτε εμαύρισε ποσώς εκείνο το αγιώτατον σώμα· αλλ’ εφαίνετο το πρόσωπον φαιδρόν, ανθηρόν, χαριέστατον με όλους τους χαρακτήρας, παρόμοιον με ανθρώπου κοιμωμένου και όχι νενεκρωμένου· μόνον δε ένα κίνημα έλειπε, δια να φανή ο Άγιος ζωντανός. Ακόμη και τα ενδύματα, με τα οποία τον ενεταφίασαν, έμειναν καθώς τα έβαλαν εις την αρχήν. Ηξεύρομεν όλοι ότι εις τα νεκρά σώματα ακολουθεί, χωριστά από την δυσωδίαν του σώματος, και τα ενδύματα να αναδίδουν κάποιαν μούχλαν βαρείαν και σήψιν βρωμεράν· αλλά εις το τρισόλβιον Ευδόκιμον και αυτό το σώμα και τα ενδύματα ανέδιδον ευωδίαν θαυμάσιον και ηδονήν, και εις την θεωρίαν και εις την όσφρησιν τόσον, ώστε δεν εφαίνετο ότι ηνοίχθη τότε μνήμα νεκρού, αλλά κανένα περιβόλι ωραιότατον με φυτά και άνθη ευωδέστατα. Εκεί ευρέθη τότε εις Ιερομόναχος, ονόματι Ιωσήφ, ο οποίος έλαβε το ιερόν λείψανον, δια να το σηκώση όρθιον, ευθύς δε ως το ενηγκαλίσθη εστάθη όρθιον,ως να ήτο ζωντανόν. Όθεν φοβηθείς φόβον μέγαν, έπεσεν έμπροσθεν εις τους πόδας του Αγίου και τον παρεκάλει, ως ζωντανόν, να αφήση να πάρουν τα ενδύματά του δια ευλάβειαν· ούτως ήρχισε πρώτον και αφήρεσε τον χιτώνα και του εφόρεσεν άλλον· έπειτα αφήρεσεν από τους πόδας του εκείνο όπου εφόρει, με τόσην ευκολίαν, ώστε εφαίνετο, ωσάν να εβοήθει και ο ίδιος ο Άγιος εις τούτο. Αφού δε τον εξέδυσε, τον κατέστησε πάλιν εις τον πρώτον σχηματισμόν, δοξάζων ομού με τους παρευρεθέντας τον Θεόν τον δοξάζοντα τους Αυτόν αντιδοξάζοντας. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι οικονομικώς απεκαλύφθη ο τάφος του Αγίου, δια να φανή η μεγίστη χάρις, με την οποίαν τον εδόξασεν ο Θεός, ώστε να φυλάξη υπέρ φύσιν το σώμα του αδιάφθορον, το οποίον φανερωθέν, έφριξαν οι δαίμονες και έφευγαν ως υπό αστραπης διωκόμενοι· και βέβαια ανίσως κρυπτόμενον εις την γην το εφοβούντο και έφευγον από τους ανθρώπους, πόσω μάλλον το εφοβούντο φαινόμενον και εν δόξη αγιότητος απαστράπτον. Μετά ταύτα έγινε μεγάλη φιλονεικία μεταξύ της μητρός του Αγίου και των εντοπίων· διότι η μεν μήτηρ του Αγίου ήθελε να πάρη το άγιον λείψανον να το υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, λέγουσα, ότι ούτος ο αστήρ ανέτειλεν εκ της εμής κοιλίας· οι δε εντόπιοι έλεγον· αληθώς από σε ανέτειλεν, αλλ’ εις ημάς εβασίλευσε και πως είναι δυνατόν να μας υστερήσης τοιαύτης χάριτος, η οποία εδώ εξήπλωσε τας ακτίνας των τοσούτων θαυμάτων; Η άμπελος, ναι, από σε είναι, αλλ’ εις ημάς απέδωκε τον καρπόν των χαρίτων· ο Θεός ούτως ηυδόκησε· λοιπόν μη αντιτείνης εις την απόφασιν του Θεού· μη φθονήσης εις ημάς τας θεϊκάς χάριτας· μη θέλης να υστερήσης από τόσον πλήθος την ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος, φθάνει σε η δόξα, όπου εφάνης μήτηρ τοιούτου Αγίου. Ταύτα ακούσασα εκείνη, ως φρονίμη, ανεχώρησεν ήσυχα προς τα ίδια, παρήλθον όμως εν τω μεταξύ ημέραι πολλαί, και ο διαληφθείς Ιερομόναχος εκείνος Ιωσήφ, ευρισκόμενος εκεί, επέτυχε τον καιρόν και έκλεψε τον θησαυρόν, έφυγε δε χωρίς να πάρουν είδησιν οι εντόπιοι· φεύγων δε ο Ιωσήφ με το άγιον λείψανον κρυφίως, εφανερώθη από το μύρον όπου έσταζεν από αυτό, και από τα θαύματα όπου εγίνοντο εις τον δρόμον. Διότι μία γυνή δαιμονιζομένη εφέρετο εις τον δρόμον από μερικούς, έτυχε δε να ευρεθή εκεί όπου ήτο το άγιον λείψανον· τότε ηγριώθη το δαιμόνιον και έκαμε την γυναίκα να φωνάζη, υβρίζουσα τον Άγιον και πηδώσα ατάκτως· και ούτως εξήλθε διωχθέν υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, έμεινε δε υγιής η γυνή, και έστρεψεν εις τον οίκον της, δοξάζουσα τον Κύριον. Και άλλη τις παρθένος, έχουσα φοβερόν πάθος, ευθύς ως επλησίασεν εις το άγιον λείψανον μετά πίστεως έλαβε την ίασιν. Τοιουτοτρόπως θαυματουργών ο Άγιος, απεδόθη εις τους γονείς του δώρον πολύτιμον. Τότε εκείνη η θεοφιλής μήτηρ μετά πόθου, ως φιλότεκνος, έκαμε θήκην αργυράν του ιερού λειψάνου, το οποίον κατέθεσεν εις τον περικαλλή Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, τον οποίον είχε κτίσει πρότερον. Έγινε δε η του θείου λειψάνου μετακομιδή εις Κωνσταντινούπολιν και κατάθεσις αυτού εν τω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου την έκτην του παρόντος Ιουλίου. Εγίνοντο δε και εκεί καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα. Τοιαύτην και τοσαύτην χάριν έλαβεν ο Άγιος Ευδόκιμος παρά Θεού, δια την υπερβολήν της ελεημοσύνης· διότι περισσότερον προθυμίαν είχεν αυτός εις το να δίδη παρά εκείνοι, όπου εζητούσαν, εις το να λαμβάνουν· έσπειρεν ο μακάριος επ’ ευλογίαις, εδώ πρόσκαιρα, και τώρα θερίζει τους καρπούς μυριοπλασίους αιώνια εις την ουράνιον Βασιλείαν, ης αξιωθείημεν και ημείς τη πρεσβεία του αυτού τρισμάκαρος Ευδοκίμου. Αμήν.

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η Μάρτυς Ιουλίττα εκ Καισαρείας της Καππαδοκίας

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ της εκ Καισαρείας.                                                           

Ιουλίττα η Μάρτυς, εκ Καισαρείας της Καππαδοκίας καταγομένη, ετιμήθη και υπό του μεγάλου Βασιλείου δι’ εγκωμίου. Αύτη είχε κρίσιν με άρπαγα τινα και πλεονέκτην, ο οποίος έκοψε μεν το περισσότερον μέρος των κτημάτων της, εσφετερίσθη δε αδίκως τους αγρούς και τα χωρία και τα ζώα και τους δούλους και όλην επί τέλους την περιουσίαν της, καταφρονήσας το δίκαιον ο φιλάδικος, και ερειδόμενος εις συκοφαντίας, ψευδολογίας, ψευδομαρτυρίας και εις δωροδοκίας των δικαστών. Επειδή δε η Αγία ήρχισε να αποκαλύπτη την τυραννίαν και τον πλεονεκτικόν τρόπον, τον οποίον μετεχειρίζετο εναντίον της ο άνθρωπος εκείνος, τούτου ένεκα ο αδικητής διέβαλεν αυτήν εις τον άρχοντα της Καισαρείας λέγων, ότι είναι Χριστιανή, και ότι δεν λατρεύει τους θεούς του βασιλέως και ότι ως τοιαύτη δεν πρέπει να μετέχη κοινών δικαιωμάτων μετά των άλλων Ελλήνων. Η δε Αγία δεν ηθέλησεν ούτε καν βλέμμα να ρίψη εις τα παρόντα του κόσμου πράγματα, αλλά καταφρονήσασα όλην αυτής την περιουσίαν, «ας χαθή», είπε, «και ας αφανισθή η ζωή αύτη και η του κόσμου δόξα και ο πλούτος, διότι εγώ δεν θέλω αρνηθή δι’ αυτά τον δημιουργόν μου Θεόν και Ποιητήν των απάντων». Παρευθύς λοιπόν ο άδικος κριτής έρριψε την Αγίαν εντός ανημμένης καμίνου· η δε κάμινος ενηγκαλίσθη το σώμα της Αγίας ως φωτεινός θάλαμος, και την μεν ψυχήν της ανέπεμψεν εις τας ουρανίους Μονάς, το δε σώμα της διεφύλαξεν άφλεκτον και ακέραιον, ίνα έχωσιν αυτό παραμυθίαν και ιατρείον οι συγγενείς της και όλοι οι πιστοί Χριστανοί. 

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Οι Άγιοι Απόστολοι Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΣΙΛΑ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΥ, ΚΡΗΣΚΕΝΤΟΣ και ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ.                                                                                               

Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος οι Άγιοι ήσαν εκ των Εβδομήκοντα Αποστόλων. Και ο μεν Σίλας συνεμόχθησε μετά του Αποστόλου Παύλου, του πονήσαντος υπέρ του κηρύγματος του Ευαγγελίου πλέον των άλλων Αποστόλων, ως ευρίσκεται γεγραμμένον εις τας Πράξεις· «Παύλος δε επιλεξάμενος Σίλαν εξήλθε» (Πράξ. ιε: 40). Μετά παρέλευσιν δε πολλού χρόνου γενόμενος Επίσκοπος Κορίνθου, εβεβαίωνε τας προς Κορινθίους δύο Επιστολάς του Παύλου και τους εν Κορίνθω κατοικούντας προήγαγεν επί τα βελτίω· αφού δε πολύ εκοπίασε και εστήριξεν όλους εις την του Χριστού πίστιν, απήλθε προς Κύριον. Ο δε Άγιος Σιλουανός έγινεν Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, και υπέμεινε πολλούς και αλλεπαλλήλους κινδύνους δια τον Χριστιανισμόν, επειδή οι Θεσσαλονικείς ήσαν επιτήδειοι εις τας διαστροφάς και τα σοφίσματα των λόγων· καλώς λοιπόν και αυτός αγωνισάμενος, απήλθε προς τον ποθούμενον Κύριον. Ο δε Άγιος Επαινετός ήτο και αυτός εκ των Εβδομήκοντα, και έγινεν Επίσκοπος Καρθαγένης (τα νυν Τούνεζι)· πολλούς δε πειρασμούς και θλίψεις υποστάς υπό των εκεί Ελλήνων, πολλούς μετέβαλεν από της ειδωλατρίας εις την θεογνωσίαν και ούτως απήλθε προς Κύριον. Αλλά και ο Άγιος Απόστολος Κρήσκης, ων εις εκ των Εβδομήκοντα, τον οποίον αναφέρει ο Παύλος εις την προς Τιμόθεον Επιστολήν λέγων· «Κρήσκης επορεύθη εις Γαλατίαν» (Β΄ Τιμόθ. δ: 10) και γενόμενος Επίσκοπος Χαλκηδόνος, έδειξεν εις πολλούς πεπλανημένους την οδόν της θεογνωσίας, και κατακρίνας εν τη σαρκί αυτού την κατάκριτον αμαρτίαν, και πολλούς ακατακρίτους ποιήσας δια της πίστεως και αρετής, προς Κύριον εξεδήμησεν. 

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ο Άγιος Ιωάννης ο στρατιώτης.

Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ του στρατιώτου.                                                                      

Ιωάννης ο Άγιος ήκμασε κατά τους χρόνους του Παραβάτου Ιουλιανού, εν έτει τξα΄ (361), στρατιώτης ων εις τα νούμερα των καλουμένων Ταϊφάλων. Αποσταλείς λοιπόν μετ’ άλλων στρατιωτών εις καταδίωξιν των Χριστιανών, κατά μεν το φαινόμενον υπεκρίνετο ότι επολέμει αυτούς, κρυφίως όμως τους εβοήθει. Εις εκείνους δε εξ αυτών, τους οποίους οι άλλοι στρατιώται συνελάμβανον, αυτός εχορήγει τα μέσα της φυγής. Όχι δε μόνον ταύτα εποίει ο αοίδιμος, αλλά και συνεπόνει τους θλιβομένους, έδιδε τα χρειώδη εις τους πτωχούς και εστόλιζε την ζωήν του με προσευχάς και νηστείας και επισκέψεις των ασθενών και φυλακισμένων, των οποίων προήγε την πολιτείαν εις το βέλτιον. Όθεν με τα τοιαύτα θεάρεστα έργα διανύσας ο μακάριος Ιωάννης την ζωήν του ανεπαύθη εν Κυρίω· το δε άγιον λείψανον αυτού ενεταφιάσθη εις τόπον λεγόμενον Πανδέκτην, όπου και οι ξένοι ενεταφιάζοντο. Μετά ταύτα εφανερώθη το λείψανον του Αγίου εις γυναίκα τινά δι’ αποκαλύψεως· φανείς δηλαδή ο Άγιος εις αυτήν, της εφανέρωσε τα έργα της ζωής του και πως ονομάζεται. Λέγεται, ότι ο Άγιος ούτος ετέλεσε και άλλα θαύματα, προ πάντων όμως ημπόδιζε τους δούλους εκείνους, οι οποίοι επεδίωκον να δραπετεύσωσιν από τους κυρίους των· ομοίως εφανέρωνε τας επιδρομάς των πολεμίων, απεκάλυπτε δε και τους κλέπτας. Τελείται δε η αυτού σύναξις και εορτή εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου παρά τη αγιωτάτη μεγάλη Εκκλησία. 

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Ο Μάρτυς Καλλίνικος

Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός Ιουλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ.                                     

Καλλίνικος ο θείος και μέγας Μάρτυς ήτο από την καλήν και εύφορον χώραν των Κιλίκων, εκ νεαράς δε ηλικίας εσέβετο τον αληθή Θεόν, τον Σωτήρα και Ποιητήν απάσης της κτίσεως, τα δε είδωλα ως δόλια ο άδολος προς τον Χριστόν και εύχρηστος νέος εμίσει εξ όλης του της καρδίας και τα επόμπευε, κηρύττων φανερά και μεγαλοφώνως την πλάνην εκείνων και ματαιότητα. Ήτο δε καταπολλά γνωστικός και λόγιος. Όθεν με τα γλυκύτατα και φρόνιμα λόγια του έσυρεν ως άλλη τις σειρήν τους ακροατάς του προς εαυτόν και ως ο μαγνήτης τον σίδηρον, τοιουτοτρόπως προσείλκυεν έκαστον με την ενάρετον και θαυμασίαν ζωήν και πολιτείαν του. Έχων λοιπόν τοιούτον πόθον να φέρη και άλλους πολλούς αχρήστους εις τον Χριστόν ο χρηστότατος, επορεύθη και εις άλλας πόλεις και εκήρυττε παντού την ευσέβειαν. Διαβαίνων λοιπόν από διαφόρους πόλεις και χωρία εδίδασκε το ιερόν Ευαγγέλιον. Φθάσας δε εις Άγκυραν της Γαλατίας, ήτις είναι μεγάλη πόλις και πολυάνθρωπος, εκήρυξε και εκεί την ευσέβειαν· και οι μεν συνετοί και καλόγνωμοι, ακούσαντες την αλήθειαν, ωφελήθησαν, αποδεχθέντες τον σπόρον της πίστεως· οι δε ασύνετοι και κακότροποι, ως γη πετρώδης και άκαρπος, όχι μόνον ουδόλως ετελεσφόρησαν, αλλά και τον διδάσκαλον και ευεργέτην αδίκως οι άδικοι ως δίκαιον τελείως εμίσησαν, εσυκοφάντησαν δε εις τον ηγεμόνα της πόλεως οι άχρηστοι τον φιλόχριστον. Ο δε φιλόχρυσος και μισόχριστος άρχων, όστις ωνομάζετο Σακερδώς, επρόσταξε να τον φέρουν ενώπιόν του και του λέγει με θρασύτητα· «Όλοι θυσιάζουσιν εις τους θεούς, δια να τους έχουν βοήθειαν, οι οποίοι μας δίδουσιν όλα τα καλά και μας ευεργετούν, και μόνον συ τολμάς και τους καταφρονείς, αναιδέστατε· δεν φθάνει δε ότι συ δεν τους προσκυνείς, αλλά και τους άλλους παρακινείς, ίνα βυθίσης τούτους εις την αυτήν πλάνην με τας φλυαρίας σου»; Τότε ο Άγιος, πράος και ταπεινός, απεκρίνατο· «Ως δούλος του Δεσπότου Χριστού, του αληθινού Θεού, όστις είναι η δύναμίς μου, ο πλούτος και το καύχημα, σπουδάζω και αγωνίζομαι πρώτον μεν να φυλάξω τον εαυτόν μου καθαρόν και αμέτοχον από την θανάσιμον βλάβην της ειδωλολατρίας· δεύτερον επιποθώ και κοπιάζω το κατά δύναμιν να επιστρέψω και τους πεπλανημένους από την αγνωσίαν εις την ευσέβειαν· ότι αι άγιαί μας Γραφαί λέγουσιν, ότι όποιος επιστρέψη αμαρτωλόν εις μετάνοιαν και τον καμη με την διδαχήν του να αφήση την πλάνην του, θέλει σώσει και αυτός την ψυχήν του από τον αιώνιον θάνατον. Λοιπόν μακαρία η ώρα να έκαμνες και συ τον λόγον μου, ηγεμών εκλαμπρότατε, να αφήσης την πλάνην σου, να δράμης εις την αλήθειαν· και τότε θέλεις γνωρίσει πόση διαφορά είναι από τον Χριστόν έως αυτά τα κωφά και αναίσθητα είδωλά σας, τα οποία σας οδηγούν εις όλεθρον και απώλειαν». Ταύτα τα ψυχωφελή λόγια η μισόκαλος και φαύλη ψυχή ακούσασα εθυμώθη αμέτρως και βλέπων με άγριον όμμα τον Άγιον, είπεν εις αυτόν· «Θαρρώ ότι επιθυμείς τον θάνατον, κακοθάνατε, δια τούτο φλυαρείς τοιαύτα παιδικά και μάταια λόγια. Αλλά γίνωσκε, ότι αυτά δεν σε ωφελούν τελείως· ούτε τις θέλει δυνηθή να σε λυτρώση από τας χείρας μου, ούτε αυτός τον οποίον ονομάζεις Θεόν και Σωτήρα σου· διότι θα σπαράξω όλα τα μέλη σου και θα σου δώσω τόσα πικρά κολαστήρια, ώστε να γνωρίσης με ταύτα πόσον κακόν είναι η απείθεια και πόσας τιμωρίας λαμβάνουσιν όσοι τους θεούς καταφρονούσι και μυκτηρίζουσι». Τότε ο Άγιος τον εκύτταξε χαρούμενος, λέγων· «Μη αμελήσης, ούτε να αφήσης να παρέλθη καιρός, αλλά ταχέως ετοίμασον όλα σου τα κολαστήρια όργανα, πυρ, ξίφη, τροχούς, στρεβλώσεις και μάστιγας, και ει τινα άλλην συλλογισθής δριμυτέραν βάσανον· ότι αυτά όλα και άλλα περισσότερα και έτι δεινότερα παιδευτήρια επιποθώ δια την αγάπην του Χριστού μου. Τα δε απολαυστικά και τερπνά του βίου τούτου νομίζω σκιάς και όνειρα και μόνον φαντάζομαι τα μετά θάνατον ως αθάνατα όντως και ατελεύτητα. Όθεν άλλο δεν φοβούμαι ειμή μόνον να μη υστερηθώ της αιωνίου εκείνης μακαριότητος και θείας του Χριστού απολαύσεως· αλλά αυτά όλα τα πρόσκαιρα κολαστήρια λογίζομαι ηδονήν και απόλαυσιν δια τον Δεσπότην μου Χριστόν τον αληθή Θεόν και Σωτήρα μου». Τότε ο ηγεμών προστάσσει και τον έδειραν εις όλον το σώμα με ωμά βούνευρα, φωνάζων προς αυτόν ο διαλαλητής και ταύτα λέγων· «Προσκύνησον τους θεούς, Καλλίνικε και επικαλέσου αυτούς να σε λυτρώσουν από ταύτην την βάσανον». Ο δε Άγιος εδέχετο τας πληγάς τόσον άφοβα, ώστε εφαίνετο ότι δεν ήτο εκείνος ο τιμωρούμενος, μόνον δε εις τον Θεόν είχεν υψωμένην όλην του την διάνοιαν και τον ηυχαρίστει, διότι τον ηξίωσε να πάθη ταύτα δια την αγάπην του· όταν δε έβλεπε το σώμα του καταξεσχιζόμενον και κόκκινον από το πλήθος του αίματος, τοσούτον περιεγέλα εκείνους οι οποίοι τον έδερον, ότι δεν ηδύναντο να τον κτυπούν δυνατώτερα, αλλά εκουράζοντο τόσον ταχέως. Ο δε Σακερδώς εξεμάνη και προστάσσει να τον καταξεσχίσουν με σιδηρούς όνυχας άλλοι στρατιώται ωμοί και άγριοι. Οίτινες τόσον τον εξέσχισαν, ώστε δεν αφήκαν κανέν μέλος του σώματος ατιμώρητον. Αλλά ήθελεν ειπεί τις, ότι είχεν φύσιν λιθίνην και όχι σαρκίνην ο αδαμάντινος, διότι ποσώς δεν υπελόγιζε τας δεινάς εκείνας οδύνας, αλλά τον έκαμνεν ο θείος έρως τόσον δυνατόν και εστομωμένον, ως εάν ήτο το σώμα του σιδηρούν ή από άλλο μέταλλον μάλλον ή σάρκινον. Αλλά ταύτα πάντα εγίνοντο δια την υπερβάλλουσαν αγάπην, την οποίαν είχε και τον πόθον προς τον ποθούμενον, όστις τον έκαμνε να μη συλλογίζεται ποσώς τας μάστιγας, αλλά μάλλον περιεγέλα τον τύραννον, ονομάζων αυτόν μωρόν και αδύνατον, επειδή δεν ηδύνατο να νικήση ένα γυμνόν και άοπλον άνθρωπον. Ταύτα ακούων κατησχύνετο ο αναίσχυντος τύραννος· βλέπων δε όλας του τας μηχανουργίας και τας κολάσεις ματαίας ο μάταιος, απηλπίσθη ολότελα, γνωρίσας ότι δεν ηδύνατο να νικήση τον αήττητον αριστέα και ισχυρόν ο ανίσχυρος. Όθεν ήλθεν εις ταύτην την τελευταίαν, δεινήν και πανώδυνον παίδευσιν· προστάξας ο άσπλαγχνος να του βάλουν σιδηρά υποδήματα, τα οποία είχον καρφία έσωθεν αιχμηρά και οξύτατα, παρήγγειλεν εις τους στρατιώτας να τον σύρουν, ίνα περιπατή γρήγορα, έως να τον υπάγουν εις Γάγγραν, φθάνοντες δε εκεί να εκκαύσουν ισχυρώς κάμινον και να τον ρίψουν εντός ούτω ημιπεθαμένον από τους ήλους, και να τον καύσουν τελείως, δια να τον ίδουν οι λοιποί Χριστιανοί, τους οποίους αυτός ο σοφός Καλλίνικος εδίδαξεν εκεί εις την Γάγγραν και τους έφερεν εις την ευσέβειαν, ίνα φοβηθώσι και αυτοί και επιστρέψουν εις την προτέραν πλάνην, προ του να πάθουν τα όμοια. Λαβόντες λοιπόν οι του ασπλάγχνου τυράννου άσπλαγχνοι υπηρέται τον Μάρτυρα, αυτοί μεν ίππευσαν εις τα άλογα, τον δε Άγιον έσυρον με βίαν πολλήν, δια να καρφώνωνται βαθύτερα εις τους πόδας του οι ήλοι, ίνα του προξενούν δριμυτέραν την βάσανον. και τόσον πόνον του έδιδον, ώστε όσοι τον έβλεπον εσυμπονούσαν και εδάκρυζον. Ο δε μακάριος υπέμενε μεγαλοψύχως δοξάζων τον Κύριον, ο οποίος αοράτως τον εδυνάμωνεν, ανακουφίζων τους πόνους του με την θείαν χάριν αυτού και άμαχον βοήθειαν. Όθεν ελπίζων εις τον Κύριον, έτρεχεν όπισθεν των αλόγων, ευχόμενος μετά του Δαβίδ του παμμάκαρος λέγων· «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι… Έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου, και κατηύθυνε τα διαβήματά  μου… Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι»; Με ταύτα και άλλα παρόμοια επεκαλείτο τον Κύριον. Τρέχοντς δε έκαμαν εξήκοντα μίλια. Ήτο δε εκείνην την ημέραν άμετρος καύσις ηλίου και ο τόπος περισσώς άνυδρος. Οι δε στρατιώται από την πολλήν δίψαν, την οποίαν είχον, εξέβαλον έξω ως σκύλοι τας γλώσσας καταφλεγόμενοι τόσον, ώστε εκινδύνευαν εις θάνατον από την άμετρον εκείνην ταλαιπωρίαν, διότι ήτο ο ήλιος εις τον Λέοντα, ήτοι τον Ιούλιον, κατά τον οποίον γίνονται τα μεγάλα καύματα. Μη δυνάμενοι δε πλέον να τρέχωσιν, έπεσαν εις την γην ως άψυχοι. Όθεν μη έχοντες ποσώς ύδωρ να πίωσιν, έμελλον εις ολίγον να ξεψυχήσουν. Λοιπόν μη ελπίζοντες από άλλον τινά βοήθειαν, έπεσον εις τους πόδας του Μάρτυρος με θερμότατα δάκρυα λέγοντες· «Μη ενθυμηθής τα κακά, τα οποία σου εκάμαμεν, αμνησίκακε Άγιε, αλλά συμπάθησόν μας ως συμπαθέστατος και βοήθησον ημάς εις τοιούτον κίνδυνον· δος μας νερόν να μη αποθάνωμεν από την κακουχίαν οι τάλανες, ότι όλη η φυσική υγρότης ηφανίσθη τελείως και η δύναμίς μας, καθώς βλέπεις, από την άμετρον καύσιν εκλείπει, μας εύρον δε όλα τα δεινά· όθεν εις άλλον τινά δεν ελπίζομεν να μας βοηθήση, ειμή εις τον εαυτόν σου». Ταύτα ακούσας ο Άγιος ελυπήθη τους φονευτάς του, τους πρώην ασυμπαθείς ο συμπαθέστατος πίπτει όθεν δι’ αυτούς εις προσευχήν, δεόμενος του αμνησικάκου Χριστού ο χριστομίμητος λέγων· «Δέσποτα Θεέ παντοδύναμε, σπλαγχνίσου τους ταλαιπώρους ανθρώπους τούτους· καθώς δε ποτέ παραδόξως επρόσταξες την σκληράν πέτραν και εξήλθεν ύδωρ άμετρον, με το οποίον επότισες άπειρον λαόν εις την έρημον, ούτω και τώρα ευδόκησον να εξέλθη ύδωρ ηδύτατον εις τούτον  τον άνυδρον τόπον, εις δόξαν του Σου Αγίου Ονόματος, ίνα μη αποθάνουν από την δίψαν οι τάλανες». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, ω μεγίστου και θαυμασίου τερατουργήματος! Εξήλθεν από μίαν πέτραν ύδωρ ποτάμιον, ώσπερ να ήτο παλαιόθεν βρύσις μεγάλη και άβυσσος. Το οποίον ύδωρ δεν εξήλθεν μόνον τότε και έπειτα να παύση ως εις έρημον, αλλά αναβλύζει έκτοτε πλήθος πολύ έως την σήμερον. Όθεν όχι μόνον οι στρατιώται εκείνοι ενεπλήσθησαν του ποτίμου εκείνου και γλυκυτάτου νάματος, αλλά και πάντες οι μεταγενέστεροι, οίτινες την ονομάζουν βρύσιν του Καλλινίκου Μάρτυρος. Ούτω δοξάζει ο Κύριος τους αυτόν δοξάζοντας, ανατέλλων επί δικαίους και αδίκους τον ήλιον και τρέφων καλούς και κακούς ο αμνησίκακος· ελυπήθη όθεν ως οικτίρμων και εύσπλαγχνος και εκείνους τους φονείς, οίτινες μετέβαινον ίνα θανατώσουν τον δούλον του. Απολαύσαντες δε ούτοι τοσαύτης ευεργεσίας και αναζήσαντες από την προτέραν ολιγοθυμίαν, εκίνησαν πάλιν την οδόν ως και πρότερον· και ηυλαβούντο μεν τον Άγιον δια την άνωθεν θαυματουργίαν, αλλά πάλιν δια τον φόβον του άρχοντος έλαβον τον Μάρτυρα και επορεύθησαν εις την Γ΄σγγραν κατά το πρόσταγμα. Φθάσαντες δε εκεί εδίστασαν και ημέλουν να τον θανατώσουν, ενθυμούμενοι την πολλήν αυτού αγαθότητα. Αλλ’ εκείνος τους συνεβούλευσε να τελέσουν το προσταχθέν, δια να μη τους θανατώση ο τύραννος, να λυτρωθή δε και εκείνος από τα βάσανα, μεταβαίνων με τον πρόσκαιρον θάνατον εις ζωήν αθάνατον, ίνα βασιλεύη αιώνια, ευφραινόμενος και απολαμβάνων τον ποθούμενον. Ανάψαντες λοιπόν οι υπηρέται την κάμινον, όταν σφοδρώς εκοκκίνισεν, έρριψαν έσω τον Άγιο χαίροντα και αγαλλώμενον. Εδοξολόγει δε τον Θεόν ο Άγιος και τον ηυχαρίστει μεγάλως, ότι τον ενεδυνάμωσε να τελειώση καλώς τον αγώνα της αθλήσεως. Ταύτα λέγων, παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις τας αχράντους χείρας του Δεσπότου Χριστού, την εικοστήν ενάτην του Ιουλίου μηνός. Αλλά συ μεν, ω παμμάκαρ Καλλίνικε, καλλώπισμα όντως Μαρτύρων και ηδύτατον εντρύφημα, ούτω καθαρώς πολιτευσάμενος και καλώς αγωνισάμενος, μεταστάς δε από ταύτα τα ρευστά και μάταια, καθαρός εις τον καθαρόν Νυμφίον Χριστόν παρίστασαι, εστολισμένος με πολύτιμον και αμάραντον στέφανον. Ημείς δε ευρισκόμεθα ακόμη εις την μεγάλην τρικυμίαν της νοητής θαλάσσης περιφερόμενοι. Λοιπόν δεόμεθα σου, ενθυμήσου και ημάς, καθώς και ημείς οι ανάξιοι ενθυμούμεθά σε, εορτάζοντες ευλαβώς την ιεράν σου πανήγυριν. Αξίωσον δε ημάς να τελέσωμεν την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν ατάραχα και αναμάρτητα και να περάσωμεν αχείμαστα των πειρασμών την αγρίαν θάλασσαν δια να φθάσωμεν κατευόδιον εις τον αχείμαστον λιμένα της αναπαύσεως, έχοντες κυβερνήτην και οδηγόν, δια πρεσβειών σου, τον Δεσπότην και Σωτήρα Χριστόν. Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν Πατρί και Αγίω Πνεύματι. Αμήν. 

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

O Αγιος νεομάρτυς Χριστόδουλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεμάρτυρος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, του εκ Κασσάνδρας, εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσαντος κατά το έτος αψοζ΄ (1777) Ιουλίου 28 και αγχόνη τελειωθέντος.                                                                                                                                                          

Χριστόδουλος ο νεομάρτυς του Χριστού ήτο από την Κασσάνδραν, από εν χωρίον ονομαζόμενον Βάλτα· μικρός δε έτι ων εις την ηλικίαν ανεχώρησεν από την πατρίδα του και επήγεν εις την Θεσσαλινίκην· εκεί εκμαθών την τέχνην του αμπατζή, ειργάζετο την τέχνην του και πηγαίνων με τους τεχνίτας του εις τα ταξείδια, πάλιν επέστρεφεν εις την Θεσσαλονίκην και εκάθητο. Μεταβάς δε ποτε εις την Χίον ομού με τον συντεχνίτην του, ηγόρασεν από εκεί ένα σταυρόν αζωγράφητον, και διερχόμενος εις την Θεσσαλονίκην επλήρωσε και τον εζωγράφησαν· ήτο δε εις το μέγεθος έως δύο σπιθαμάς· είτα λαμβάνων αυτόν, τον επήγεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου Αθανασίου, και τον αφήκεν εκεί, επειδή ήτο φίλος του νεωκόρου της Εκκλησίας εκείνης. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας ήτο να τουρκεύη ένας Βούλγαρος, τον οποίον, βλέπων ο ευλογημένος Χριστόδουλος, πολλά ελυπήθη η καρδία του δια την απώλειαν της ψυχής του, και απεφάσισεν εις τον λογισμόν του να αποθάνη με το μαρτύριον την εικοστήν έκτην (26) του Ιουλίου. Χωρίς λοιπόν  να ειπή εις τινα τον σκοπόν του, κάθεται και γράφει όλα τα αμαρτήματα όσα ως άνθρωπος έπραξεν εις την νεότητά του, και έπειτα λαμβάνει και τον Σταυρόν του και πηγαίνει εις τον πνευματικόν και τον εκράτει εις χείρας του, το δε χαρτίον ανέγνωσεν αυτός και εξωμολογήθη τας αμαρτίας του, μετά δε την εξομολόγησιν επήγεν εις τον φίλον του τον κανδηλανάπτην του Αγίου Αθανασίου. Κατά δε την ερχομένην ημέραν, ήτις ήτο του Αγίου Παντελεήμονος, λέγει ο μάρτυς εις τον κανδηλανάπτην, ότι ελησμόνησε και άλλα αμαρτήματα. Όθεν παακινηθείς υπ’ αυτού επήγεν εις τον πνευματικόν και τα εξωμολογήθη και εκείνα, πάλιν δε επέστεψεν εις τον νεωκόρον και έμεινεν εις αυτόν εκείνην την νύκτα. Το δε πρωϊ, όταν ήλθεν η ώρα της ακολουθίας του όρθρου, ηγέρθη ο μάρτυς πρότερον από τον νεωκόρον· «Ύπαγε, φέρε μου τον Σταυρόν μου». Ο δε λέγει εις αυτόν· «Και τι τον θέλεις»; Ο δε Μάρτυς του λέγει· «Έχω να τον υπάγω εις τον ζωγράφον δια να κάμη ένα άλλον παρόμοιον, να τον δώσω εις ένα άνθρωπον». Ο δε επήγε και τον έφερε. Λαμβάνων δε τον Σταυρόν ο Μάρτυς κατέβη εις το χάνι και έρραπτεν. Όταν δε ήκουσεν ότι εκτύπησαν τα τύμπανα δια την περιτομήν εκείνου του αθλίου Χριστιανού Βουλγάρου, όστις ετούρκευσεν, αφήνει ο ευλογημένος Χριστόδουλος την εργασίαν  του, αφαιρεί τα μαχαίρια από την ζώνην του και το μελανοδοχείον του, βγάζει την σεβέταν από την κεφαλήν του, αφήνει την σακκούλαν του και λαμβάνων τον Σταυρόν εις τας χείρας εξήλθε παρρησία εν τη οδώ, και πηγαίνει κατ’ ευθείαν εις το καφενείον, όπου ήτο συνηθροισμένον πλήθος Αγαρηνών, και εμβαίνων με μεγάλην τόλμην μέσα εις το καφενείον, κρατών τον Σταυρόν εις χείρας, λέγει εις εκείνον τον άθλιον αρνησίχριστον· «Αδελφέ, τι έπαθες; Να η πίστις μας, ιδού ο Χριστός όπου εσταυρώθη δια την αγάπην μας, και συ διατί αφήνεις τον Χριστόν τον σωτήρα σου και γίνεσαι Τούρκος»; Εκείνος δε ο μιαρός δεν έδιδεν ακρόασιν εις τους λόγους του, ο δε Μάρτυς επήγε πλησιέστερά του και του έδιδε τον Σταυρόν δια να τον ασπασθή, λέγων εις αυτόν· «Φίλησον, αδελφέ, τον Σταυρόν του Κυρίου μας». Αλλ’ εκείνος ο αποστάτης δεν τον εδέχετο. Οι δε Γενίτσαροι, βλέποντες τούτο, τον εδίωξαν έξω· ο δε Άγιος έλεγεν εις αυτούς· «Εγώ με σας δεν έχω να κάμω τίποτε, αλλά με τούτον τον αδελφόν μου, όστις ζητεί να αρνηθή την πίστιν του»· όθεν δεν εδειλίασεν, ουδέ έφυγεν, αλλά πάλιν επήγαινε πλησίον εις τον αρνησίχριστον εκείνον και τον παρεκίνει να μη γίνη Τούρκος. Τότε ώρμησαν κατ’ επάνω του οι Γενίτσαροι και τον έδειραν ανελεημόνως και τον εκτύπησαν και τραύματα πολλά δια των μαχαιρών εις τον λαιμόν και εις την κεφαλήν του επροξένησαν, τόσον ώστε έτρεχον τα αίματα ως βρύσις· έπειτα τον έδεσαν και τον επήγαν βαστακτόν εις τον αγάν των Γενιτσάρων, κρατούντα και τον σταυρόν εις την χείρα. Την ώραν δε εκείνην τυχαίως διέβαινεν ο μέγας Οικονόμος από την οδόν, και ευθύς ως τον είδεν ο Μάρτυς δεν ενόμισε, πως ήτο δεμένος, αλλ’ όπως ηδύνατο έκαμεν εις αυτόν σχήμα προσκυνήσεως έως εδάφους, δεικνύων με τούτο πόσον πρέπει οι λαϊκοί να τιμώσι τους ιερωμένους· επήγαν λοιπόν τον μάρτυρα εις τον αγάν των Γενιτσάρων και από εκεί τον επήγαν εις τον Μουλάν, ήτοι εις τον κριτήν, ο δε κριτής τον ηρώτησε: «Ποίος σε έστειλε να κάμης τούτο»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Ουδείς άνθρωπος με έστειλεν, αλλ’ ο Χριστός». Ο κριτής του λέγει· «άφες αυτά και γίνου Τούρκος». Ο δε Μάρτυς με μεγάλην ανδρείαν ανταπεκρίθη· «Και συ άφες τον τουρκισμόν και γίνου χριστιανός». Ταύτα ακούσας ο κριτής επρόσταξε και τον έδειραν, δεν έδωκεν όμως και διαταγήν να τον θανατώσουν. Οι δε Γενίτσαροι ιστάμενοι εφώναζον κατά του κριτού, ότι ή να δώση διαταγήν εις αυτούς να τον θανατώσουν, είτε μη, αυτοί θα τον κατακόψουν εντός του δικαστηρίου του· όθεν φοβηθείς ο κριτής παρέδωκε τον Μάρτυρα εις αυτούς, δια να τον υπάγουν εις τον Μουσελίμην· πηγαίνοντες δε αυτόν του έβαλον το σχοινίον εις τον λαιμόν και έσυρον το αρνίον του Χριστού εδώ και εκεί, έως ότου τον επαράστησαν εις τον Μουσελίμην· ο δε Μουσελίμης ηρώτησεν αυτόν δι’ εκείνο όπου ετόλμησε και έκαμε και δια να τον τουρκεύση· ο δε Μάρτυς απεκρίθη τους ιδίους λόγους όπου είπε και εις τον κριτήν· όθεν επρόσταξε και τον έρριψαν κατά γης, και του έδωκαν διακοσίους τέσσαρας ραβδισμούς εις τους πόδας, ώστε η γη εκοκκίνισεν από τα αίματα. Σύροντες έπειτα αυτόν με βίαν τον επήγαιναν δια να τον κρεμάσουν· ο δε Μάρτυς διαβαίνων από την αγοράν όσους Χριστιανούς συνήντα καθ’ οδόν, έλεγε· «Συγχωρήσατέ μοι, αδελφοί, και ο Θεός συγχωρήσοι σας». Όταν δε τον επήγαν εις τον Άγιον Μηνάν, εκεί έμπροσθεν της θύρας τον εκρέμασαν και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον· ύστερον δε τον εξεγύμνωσαν και τον σταυρόν του έβαλαν οπίσω εις την ράχιν του, και ίστατο κρεμασμένος ο αθλητής φορτωμένος με τον τίμιον Σταυρόν καθώς ήτο φορτωμένος δύο ημέρας τον Σταυρόν του ο Δεσπότης μας Χριστός, όταν επήγαινεν εις τον Γολγοθάν. Μετά δε ταύτα έδωκαν οι χριστιανοί εξακόσια γρόσια και επήραν το άγιον λείψανον του Μάρτυρος και το ενεταφίασαν εντίμως. Όσοι δε ευρέθησαν εκεί επήραν χάριν ευλαβείας και αγιασμού από το σχοινίον του Μάρτυρος και από το υποκάμισόν του· όταν δε ησθένουν, εκαπνίζοντο από αυτά, και ιατρεύοντο· ομοίως και όταν άλλοι ησθένουν, τα ελάνβανον και καπνιζόμενοι ή σφραγιζόμενοι με αυτά εγίνοντο υγιείς, εις δόξαν Θεού του δοξάζοντος τους αυτόν αντιδοξάζοντας, ου τω ελέει δια πρεσβειών του Μάρτυρος αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.  

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Του Οσίου ΠΑΥΛΟΥ του Ξηροποταμηνού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ του Ξηροποταμηνού του κτίσαντος τας δύο Μονάς, την του Ξηροποτάμου και την του Αγίου Παύλου, ήτοι την του Αγίου Γεωργίου, του ακμάσαντος εν έτει ωκ΄ και εν ειρήνη τελειωθέντος.                                           

Παύλος ο Όσιος πατήρ ημών κατήγετο από την Κωνσταντινούπολιν. Πατήρ του ήτο Μιχαήλ ο βασιλεύς ο Κουροπαλάτης, ο και Ραγκαβέ λεγόμενος, ο οποίος μη υποφέρων να βλέπη τας καθημερινάς αταξίας όπου τότε εγίνοντο, ως ειρηνικός όπου ήτο και θεοφοβούμενος, παρητήθη της βασιλείας, γενόμενος μοναχός εις ένα Μοναστήριον ιδικόν του κτίριον, την κλήσιν Μυρέλαιον, και ζήσας θεαρέστως ανεπαύθη εν Κυρίω· η μήτηρ αυτού ήτο η θαυμαστή κατά την αρετήν Προκοπία, θυγάτηρ Νικηφόρου βασιλέως του Γενικού και αδελφή Σταυρακίου του βασιλέως. Αύτη εις το όραμά της την νύκτα όπου επρόκειτο να γεννήση, είδεν ότι εγέννησεν επάνω εις μίαν θημωνίαν σίτου ένα αρσενικόν αρνίον, όταν δε κατέβη από την θημωνίαν ήλθαν δύο λέοντες δια να το καταξεσχίσουν, το δε αρνίον αντιπολεμούσε με αυτούς, και ότι βλέπουσα η βασίλισσα τούτο, έτρεξε με μεγάλην σπουδήν δια να βοηθήση το αρνίον, όταν δε επήγε κοντά εις αυτό, είδεν ότι δεν ήτο αρνίον, αλλά παιδίον αρσενικόν, εβάστα δε εις χείρας του ένα σταυρόν, με του οποίου την δύναμιν εθανάτωσε τους λέοντας. Εξεγερθείσα τότε του ύπνου η μήτηρ αυτού, εγέννησε τον μακάριον Προκόπιον, ότι ούτως ωνομάσθη εις το Άγιον Βάπτισμα. Το όραμα τούτο εσήμαινε τα εξής. Το αρνίον εσήμαινε την ακακίαν και πραότητα του παιδός· το αρσενικόν, την ανδρείαν, το δε να θανατώση τους δύο λέοντας δια του σταυρού εικόνιζε, πως έμελλε να γίνη Μοναχός, να βαστάση τον σταυρόν του Χριστού, ήτοι την νέκρωσιν των παθών και τας πολλάς θλίψεις επάνω εις τον ώμον του και με αυτόν να νικήση και να θανατώση τους δύο φοβερούς λέοντας, δηλαδή τους δύο μεγάλους εχθρούς του Μοναχού, τον διάβολον με όλας του τας δυνάμεις, και τον κόσμον με όλας του τας δόξας και τας απολαύσεις· η δε θημωνία του σίτου εσήμαινεν, ότι δια του διδασκαλικού του λόγου και του παραδείγματος της αγγελικής του ζωής πολλάς πεινασμένας ψυχάς έχει να θρέψη, και πολλούς αχυρώδεις και αχρήστους έχη να τους κάμη αξίους, να συγκλεισθούν εις την ουράνιον αποθήκην και να φανούν άρτος γλυκύς ενώπιον του Θεού. Χαρά λοιπόν μεγάλη έγινεν εις ολόκληρον την Κωνσταντινούπολιν δια την γέννησιν του παιδίου, το οποίον εφαίνετο από μικρόν, ότι έχει να καταστή μέγας. Αφού δε απεγαλακτίσθη ο παις, έκαμε και ο πατήρ αυτού την παραίτησιν της βασιλείας, ως είπομεν, εβασίλευσε δε αντ’ αυτού ο Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, φοβούμενος μήπως, όταν έλθη εις ηλικίαν ο Προκόπιος, πάρη από αυτόν την βασιλείαν του πατρός του έστειλε και τον ευνούχισαν. Όταν ο Άγιος έφθασεν εις τον δωδέκατον χρόνον της ηλικίας του, εδόθη όλος εις την μάθησιν των Ιερών γραμμάτων, με την ευφυϊαν δε την φυσικήν όπου είχε και με την επιμέλειαν και τους κόπους όπου έκαμεν εις την σπουδήν, υπερέβη όλους τους τότε σοφούς, καθώς το βεβαιούν τα συγγράμματά του, ο εις τα Εισόδια της Θεοτόκου λόγος του, οι κατ’ ήχον οκτώ Κανόνες προς τους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας και ο Ιαμβικός Κανών όπου έχει εις τον Τίμιον Σταυρόν· καθώς επίσης το μαρτυρεί και ο βασιλεύς Ρωμανός εις τον ίδιον χρυσόβουλλόν του λόγον, ονομάζων τον Άγιον ύπατον των Φιλοσόφων. Όταν λοιπόν ο Άγιος ήλθεν εις τοιαύτην τελειότητα και έφθασε και εις την μακαρίαν θεωρίαν, ήτις επροξενήθη εις αυτόν από την πράξιν της αρετής, την οποίαν ειργάζετο παιδιόθεν, εστοχάζετο την ματαιότητα του κόσμου, στρέφων δε εις τον νουν του το ρητόν του Αγίου Μακαρίου το λέγον· «Ψυχή η μη των κοσμικών απαλλαγείσα φροντίδων, ούτε τον Θεόν αγαπήσει γνησίως, ούτε τον διάβολον αξίως βδελύξεται», έκρινε καλόν να αναχωρήση εις την έρημον και το περισσότερον, διότι όλοι καθημερινώς τον θαυμαστόν Προκόπιον είχαν εις το στόμα των και άλλος μεν τον επαινούσε δια την προς πάντας αγάπην οπού είχεν, άλλος δια την ταπείνωσίν του, άλλος δια την σοφίαν του και άλλοι δια την εγκράτειαν, την σωφροσύνην, την ελεημοσύνην, την καταφρόνησιν της κοσμικής δόξης και φαντασίας· και με ένα λόγον, άλλο δεν ήκουες, παρά τον Προκόπιον επαινούμενον. Δια να φύγη όθεν ο Μακάριος τους επαίνους των ανθρώπων, ανεχώρησεν από την Κωνσταντινούπολιν και αλλάσσων τα ενδύματά του, εφόρεσε παλαιόρασα ξεσχισμένα ως πτωχός επαίτης και τρέχει ως διψασμένη έλαφος εις το Άγιον Όρος αγνώριστος. Περιερχόμενος δε όλον το Όρος, ήλθεν και εις το Μοναστήριον της αοιδίμου βασιλίσσης Πουλχερίας της παρθένου, αυτό το οποίον τώρα ονομάζεται Ξηροποτάμου και το οποίον είχον τότε καταστρέψει προ τινος οι Άραβες, οίτινες ήλθον ληστρικώς εις το όρος· (ούτοι πολλά Μοναστήρια χαλάσαντες τότε, πολλούς ανέδειξαν Μάρτυρας, ως πάλαι τους εν Σινά και Ραϊθώ). Βλέπων ο Άγιος την τοποθεσίαν εκείνην ωραίαν και ησυχαστικήν, έκαμε μίαν μικράν καλύβην πλησίον εις τα κατεδαφισμένα τείχη της Μονής και εκάθισε μόνος μόνω τω Θεώ διαλεγόμενος. Πλησίον εις το μέρος εκείνο ήτο και ένας ησυχαστής άριστος και ενάρετος, Κοσμάς ονομαζόμενος, από τον οποίον εζήτησε και εκουρεύθη Μοναχός ο μακάριος Προκόπιος, μετονομασθείς Παύλος, από τότε δε έβαλε τον εαυτόν του εις μεγαλυτέραν τάξιν και ευκοσμίαν· ενήστευε και προσηύχετο όσον ουδείς, η στρωμνή του άλλο δεν ήτο παρά η γη, λίθος δε το προσκεφάλαιον, το εργόχειρόν του ήτον η κατάνυξις, τα δάκρυα η αγάπη προς πάντας και η ταπείνωσις η άμετρος· εστοχάσθη όμως, ότι δια να έλθη ο Μοναχός εις τελειότητα, χρειάζεται να αποκτήση και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, όπως λέγει ο θείος Παύλος, ήτοι την πνευματικήν αγάπην, χαράν, ειρήνην, μακροθυμίαν, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πίστιν, πραότητα, εγκράτειαν, τα οποία επιτυγχάνων ο Όσιος με πολύν κόπον και αγώνα, έγινε γνωστός εις όλους τους Πατέρας και πάντες τον εθαύμαζαν και τον επαινούσαν, καθώς φαίνεται και εις τον βίον του Αγίου Αθανασίου του εν τω Άθω. Παρ’ όλον δε οπού ο πάνσοφος Παύλος προσεποιείτο ότι ήτο αγράμματος, βάρβαρος και χωρικός, εν τούτοις ανεδείχθη ως πόλις επάνω όρους κειμένη, τόσον ώστε έφθασεν η φήμη του έως και εις τον πρώτον του Όρους. Είχε δε συνήθειαν ο Όσιος Παύλος να πηγαίνη εις την κελλιακήν Μονήν την του Πρωτάτου ονομαζομένην τρεις φοράς τον χρόνον εις τας τρεις μεγάλας εορτάς. Όταν δε ποτέ επήγε εκεί, κατά την συνήθειάν του, τον καλεί ο Πρώτος και τον ερωτά κατά μόνας, ποίος και πόθεν είναι, ο δε Άγιος του απεκρίθη με φωνήν ιλαράν και με πρόσωπον χαριέστατον· «Πτωχός Μοναχός είμαι, ως με βλέπεις, αγιώτατε πάτερ, από ένα παλαιοχώρι Ξηροπόταμον ονομαζόμενον». Ούτως έλαβε την επωνυμίαν εις το να λέγεται Παύλος ο Ξηροποταμηνός· από αυτό και η υπ’ αυτού ανακαινισθείσα Μονή της Πουλχερίας ονομάζεται Μονή του Ξηροποτάμου, της οποίας η ανακαίνισις εγένετο τοιουτοτρόπως. Όταν εβασίλευσεν ο αοίδιμος βασιλεύς Ρωμανός ο γέρων, όστις ήτο συγγενής του Αγίου, κατέβαλε μεγάλας προσπαθείας δια να τον ανακαλύψη, πέμψας μάλιστα βασιλικούς απεσταλμένους δια να ερευνήσουν πανταχού· κατόπιν δε πολλών ερευνών τον ανεύρον εις το Άγιον Όρος όπου μετά πολλάς παρακλήσεις και με προτροπάς του Πρώτου, ακόμη δε και με βίαν επείσθη ο Άγιος να μεταβή εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και τις δύναται να διηγηθή την χαράν την οποίαν έλαβον οι συγγενείς του και ολόκληρος η Κωνσταντινούπολις βλέπουσα Άγγελον με σώμα ανθρώπινον και λόγον διδασκαλικόν· έκυψαν τα βασιλικά σημεία και οι άρχοντες και επροσκυνούσαν τον πτωχόν εκείνον Μοναχόν, όστις δεν είχεν άλλο τι παρά τα παλαιόρασα και τον Σταυρόν. Τοιούτον αξιοθαύμαστον πράγμα είναι, αγαπητοί μου αδελφοί, η αρετή, και τοιούτους αναδεικνύει τους εργάτας της. Συνέπεσε δε τότε να είναι κατάκοιτος ο βασιλεύς Ρωμανός με θανατηφόρον ασθένειαν, και ευθύς ως μετέβη ο Όσιος και έθεσε τας χείρας του επάνω εις αυτόν, ω του θαύματος! έγινεν υγιής ο βασιλεύς, καθώς ο ίδιος το αναφέρει εις το χρυσόβουλλόν του. Το θαύμα τούτο εδόξασεν έτι περισσότερον τον Άγιον, όστις από τας πολλάς παρακλήσεις του βασιλέως παρέμεινεν εις την Κωνσταντινούπολιν, φυλάττων την ιδίαν μοναδικήν τάξιν και καταβάλλων τους ιδίους ασκητικούς αγώνας, τους οποίους κατέβαλλε και εις την έρημον, διδάσκων συνάμα τα τέκνα του βασιλέως· όταν δε συνεπληρώθη ο καιρός κατά τον οποίον έκρινε πως έπρεπε να αναχωρήση, μετέβη εις τον βασιλέα και του λέγει· «Βασιλεύ, καθώς το οψάριον, όταν εξαχθή από το ύδωρ, δεν δύναται πλέον να ζη, τοιουτοτρόπως και ο Μοναχός, όστις εξέλθη από την καλύβην του, δεν είναι δυνατόν να ζη εις την εργασίαν του Θεού. Δια τούτο ήλθον να σας αποχαιρετήσω και να αναχωρήσω δια την καλύβην μου, όπου θα συνευρίσκωμαι πάντα με τον βασιλέα μου Θεόν». Τούτο ακούσας ο βασιλεύς ελυπήθη σφόδρα· όμως δεν ηδύνατο να τον εμποδίση, επειδή είχε μεγάλην ευλάβειαν προς αυτόν, και του λέγει· «Επεθύμουν, πάτερ Άγιε, να μη χωρίσωμεν ποτέ, εφ’ όσον ζω, δια να σε έχω παρηγορίαν και διδάσκαλον προς σωτηρίαν μου, πλην δεν δύναμαι να σε εμποδίσω· μόνον σε παρακαλώ, λάβε όσον πλούτον νομίζεις αρκετόν να τον διανείμης δια την ψυχήν μου». Τότε είπε προς αυτόν ο Άγιος· «Εγώ ούτε πλούτον χρειάζομαι, ούτε να τον διανείμω γνωρίζω· έχεις εδώ πολλούς πτωχούς, και δίδε τους όσον νομίζεις· τούτο μόνον σε παρακαλώ, εάν αγαπάς, να ανακαινίσης το Μοναστήριον της αοιδίμου βασιλίσσης Πουλχερίας, το οποίον είναι κατηδαφισμένον, δια να είναι το μνημόσυνόν σου αιώνιον». Την πρότασιν ταύτην του Οσίου εδέχθη ο βασιλεύς με μεγάλην χαράν, και έστειλεν ευθύς ανθρώπους βασιλικούς με έξοδα ιδικά του και έκτισεν εκ θεμελίων την ιεράν Μονήν εις κάλλος ασύγκριτον· κατόπιν έστειλε και τον ίδιόν του υιόν Θεοφύλακτον, όστις ήτο τότε Πατριάρχης, και ενεκαινίασε τον Ναόν. Όταν δε ο Όσιος Παύλος επρόκειτο να αναχωρήση από την Κωνσταντινούπολιν, τον έφερεν ο βασιλεύς μέσα εις το θησαυροφυλάκιον και του προσέφερε τον τίμιον ξύλον του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ως φαίνεται γεγραμμένον εις το χρυσόβουλλον του βασιλέως Ρωμανού με τας ιδίας αυτού λέξεις λεγούσας· «Εισήλθον μετά τινων της Συγκλήτου εν τω θησαυροφυλακίω της βασιλείας μου, και των Τιμίων ξύλων του ζωοποιού Σταυρού το μέγιστον πάντων και θαύματος άξιον ευρών, (φέρει γαρ εισέτι εν εαυτώ τα του δεσποτικού πάθους μνημόσυνα, μίαν των ήλων οπήν, αφ’ ων η τεθεωμένη σαρξ του Κυρίου μου περιεπάρη, και το καθ΄΄αρσιον των αμαρτιών ημών, ήτοι η λιβάς του Παναγίου κατεκενώθη αίματος, ύψος έχον μετά των εγκαρσίων και του ιστού, ωσεί ενός πήχεως, και μιάς παλαιστής· πλάτος δε ωσεί δύο δακτύλων, και βάθος ωσεί ενός δακτύλου, ολκή δε το παν αυτού ωσεί δραχμάς εκατόν)· και ανά χείρας λαβών τούτον τον Άγιον θησαυρόν, την φρικτήν σημαίαν του ουρανίου Βασιλέως, το εν ουρανώ φανησόμενον σημείον του Υιού του ανθρώπου, του μέλλοντος κρίναι ζώντας και νεκρούς, τούτο δη το θειότατον όργανον της σωτηρίας ημών, ευλαβώς επέθηκα ταις του οσιωτάτου Παύλου του Ξηροποταμηνού αγίαις χερσίν, όπως, έως αν έλθη ο Κύριος, αναφαίρετον ανάθημα η τη ρηθείση σεβασμιωτάτη Μονή της βασιλείας μου, εφοδιάσαντες αυτό μετά εκκλησιαστικής και στρατιωτικής προπομπής, ίνα αποθέσωσι τούτο εν τω της Μονής αγίω Βήματι, προς αγιασμόν και στηριγμόν της αυτοκρατορικής ημών Μονής». Λαβών το τίμιον ξύλον ο μακάριος Παύλος ήλθεν εις το Άγιον Όρος, ένθα μετά την τελείαν ανακαίνισιν της Μονής και τον εγκαινιασμόν του Πατριάρχου εναπέθεσε το τίμιον ξύλον εις το άγιον Βήμα, κατά την βασιλικήν προσταγήν. Επειδή όμως η φήμη του Οσίου εξήλθεν εις πάσαν την γην και εσυνάχθησαν πλήθη Μοναχών, εργαζομένων την αρετήν, φεύγων ο Όσιος την ταραχήν, αφήκε την Μονήν να επιστατήται από άλλον ενάρετον αδελφόν, αυτός δε αναχωρήσας εγκατεστάθη εις τους πρόποδας του Άθωνος, διάγων ησυχαστικώς την ζωήν του. Μετέβησαν όμως και εκεί αρκετοί επιποθούντες να έχωσι τον Όσιον διδάσκαλον και παρέμειναν πλησίον του, έγινε δε η έρημος ως πόλις· οι δε μαθηταί, οίτινες προσήλθον εκεί, ήσαν εξήκοντα. Όθεν φοβούμενος μήπως τους συλλάβουν ή τους θανατώσουν οι Άραβες, οίτινες ελεηλάτουν τότε συχνά το Άγιον Όρος, πάλιν δια μέσου των ευσεβών βασιλέων έκτισε και εκεί άλλο Μοναστήριον, εις τιμήν του Αγίου Γεωργίου, το οποίον και μάχρι σήμερον φέρει την επωνυμίαν του Οσίου, Άγιος Παύλος λεγόμενον· πλην όταν επερατώθη το Μοναστήριον ήτο πολύ γέρων και ώφειλε να συναριθμηθή μετά των πατέρων του. Εγνώρισε λοιπόν εκ θείας αποκαλύψεως την ημέραν του θανάτου του, και προσκαλεσάμενος άπαντας τους μαθητάς του και της του Ξηροποτάμου Μονής και της νέας, και ανοίξας το άγιόν του στόμα, τους εδίδαξε πολλά ψυχωφελή, λέγων και τούτο. «Τεκνία, μετά δύο ημέρας εκπορεύεται η ψυχή μου εκ του δυστήνου μου σώματος· ηξεύρετε δε πως επολιτεύθην εγώ εν τω Αγίω τόπω τούτω, και πως πάσας τας εντολάς των Πατέρων μου εκ νεότητός μου εφύλαξα· ούτω παρακαλώ και υμάς, αγαπητοί μου, να τας φυλάξετε και του λόγου σας μέχρι αίματος· εγώ εις τον καιρόν της νεότητός μου, όταν ήτο η αίρεσις των εικονομάχων, τόσον ηγωνίσθην, ώστε ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου δια αγάπην του Χριστού, και πολλούς ραβδισμούς και πληγάς υπέμεινα, έως όπου ηφανίσθη η μιαρά αίρεσις των εικονομάχων με γραφικάς αποδείξεις και πατρικάς μαρτυρίας. Και αυτά σας τα λέγω, όχι υπερηφανευόμενος, αλλά δια να υποφέρετε κάθε πειρασμόν και θλίψιν μεγαλοψύχως, προσμένοντες τα στέφανα εκ Θεού». Ακούσαντες δε οι αδελφοί τους λόγους τούτους εθρήνησαν πικρώς και μετά δακρύων είπον· «Ω πάτερ, μη αφήσης ημάς ορφανούς και ερήμους των πνευματικών σου διδαχών· ημείς από την αγάπην, όπου είχομεν προς την αγιωσύνην σου, ενομίζαμεν, πως δεν θέλεις απέλθει ποτέ της παρούσης ζωής και τώρα, ακούσαντες αυτόν τον πικρόν λόγον, εθλίβη μεγάλως η καρδία μας, επειδή σε είχαμεν παρηγορίαν εις τας θλίψεις μας και βοηθόν εις τους πειρασμούς μας, επειδή και πατέρα και μητέρα και αδελφόν εσένα εγνωρίζαμεν». Ταύτα και τούτων περισσότερα ακούσας ο Όσιος εδάκρυσεν, επειδή ήτο ευκατάνυκτος και είχε την χάριν των δακρύων εις όλην του την ζωήν· μίαν δε φοράν, όταν τον ηρώτησεν εις αδελφός, λέγων· «τι να κάμω, Πάτερ μου, δια να αποκτήσω το δάκρυον της κατανύξεως»; Του απεκρίθη· «έχε πάντοτε τον νουν σου εις το φοβερόν κριτήριον του Χριστού και εις τας αμαρτίας σου, και δεν θέλουν λείψει από σε τα δάκρυα». Και αφού εδάκρυσεν, ως είπομεν, είπε προς τους παρεστώτας· «Μη κλαίετε, αδελφοί, αλλά συγχωρήσατέ μοι, επειδή έφθασεν ο καιρός, τον οποίον πάντοτε η μεν ψυχή μου επεθύμει, η δε σάρξ εφοβείτο· αναστάς δε ενεδύθη τον συνακτικόν του μανδύαν, και ποιήσας ικανήν προσευχήν, μετέλαβε των αχράντων Μυστηρίων, ευθύς δε τότε έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τόσον ώστε οι παρευρεθέντες εκεί έπεσαν χαμαί, μη δυνάμενοι να βλέπουν τόσην λάμψιν αστράψασαν εις το πρόσωπον του Οσίου. Αφού λοιπόν μετέλαβεν εκάθησεν ηλλοιωμένος την καλήν αλλοίωσιν, και λέγων την συνήθη ευχήν την οποίαν πάντοτε έλεγεν, ήτοι το «Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία δόξα σοι», ήρχισε πάλιν να τους λέγη νουθεσίας πολλάς· προ πάντων δε είπεν· «Έχετε, τέκνα και αδελφοί, την αγάπην, την ευχήν, την ταπείνωσιν και την υπακοήν· διότι όποιος Μοναχός δεν έχη αυτάς τας αρετάς, δεν πρέπει να λέγεται Μοναχός, αλλά κοσμικός». Όταν δε ετελείωσε την διδαχήν, είπεν· «Αλλοίμονον εις τον Μοναχόν εκείνον, όστις έχει συναναστροφάς μετά των αγενείων, διότι ο τοιούτος δεν θέλει ιδεί ποτέ το πρόσωπον του Θεού». Τότε απλώσας τους πόδας και σχηματίσας με ευταξίαν τον εαυτόν του, και υψώσας χείρας και όμματα προς τον ουρανόν, αφήκεν εις χείρας Θεού την μακαρίαν του ψυχήν, τη κη΄ (28η) του Ιουλίου μηνός. Οι δε Μοναχοί της Ιεράς Μονής, ετοιμάσαντες το πλοίον, και κατεβάσαντες εις τον αιγιαλόν το ιερόν αυτού λείψανον με ύμνους και ωδάς πνευματικάς, το έβαλαν εις το πλοίον, δια να το υπάγουν εις τον Λογκόν να το ενταφιάσουν, καθώς τους παρήγγειλεν ο Άγιος· ήτο δε τότε εσπέρας, και πλέοντες την νύκτα δια τον Λογκόν, το πρωϊ (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ!) ευρέθησαν εις την Κωνσταντινούπολιν. Μαθών τούτο ο βασιλεύς, η Σύγκλητος, ο Πατριάρχης και ολόκληρος ο Κλήρος της Εκκλησίας, ενδυθέντες την ιερατικήν στολήν και ανάψαντες φώτα μετά θυμιαμάτων, παρέλαβον το άγιον λείψανον του Οσίου με ύμνους και ψαλμωδίας και το εναπέθεσαν εις την μεγάλην Εκκλησίαν, ασπαζόμενοι αυτό μετά πολλής ευλαβείας ευχαριστούντες τον Κύριον ότι τους επλούτισε με τοιούτον θησαυρόν. Οι δε μαθηταί του Αγίου, αφού ησπάσθησαν το άγιον λείψανον και επεκαλέσθησαν τας ευχάς του Οσίου, αγοράσαντες άρτους ζεστούς, εμβήκαν εις το πλοίον και πλέοντες συνεζήτουν περί του Αγίου· αλλ’ ως θαυμαστά τα έργα Σου, Κύριε! Εντός ολίγου ευρέθησαν έμπροσθεν του λιμένος του Μοναστηρίου τω, ελθόντες δε εις την ιεράν Μονήν, διηγήθησαν εις τους Πατέρας τα γενόμενα, δεικνύοντες και τους άρτους, οίτινες ήσαν ακόμη ζεστοί· οι δε ακούσαντες ταύτα εξέστησαν, θαυμάζοντες εις την μεγάλην παρρησίαν την οποίαν είχεν ο αοίδιμος Παύλος προς τον Θεόν· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.