Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Τη ΙΓ΄ (13η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ.

Μαρτινιανός ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ήτο δε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού του βασιλεύσαντος κατά έτη υη΄ - υν΄ (408 – 450). Την ασκητικήν αυτού ζωήν ήρχισεν ο Όσιος, όταν ήτο εις το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του. Εγκαταλείψας τότε κόσμον και τα του κόσμου ανεχώρησεν εις τας ερήμους και εις τα όρη, εις τα οποία διέτριψεν επί πολλά έτη σκληρώς αγωνιζόμενος. Ακούσατε όμως μετά προσοχής την κατά πλάτος περί αυτού διήγησιν καθώς είναι γεγραμμένη εις το χειρόγραφον αυτού Βίον, ίνα πολλήν την ωφέλειαν λάβητε. Καθώς αι προλαβούσαι ασθένειαι δύνανται να δώσουν εις τους ανθρώπους ωφέλειαν, εις εκείνους μεν οι οποίοι ουδέποτε ησθένησαν, λαμβάνοντες γνώσιν του κινδύνου, να φυλάγωνται εις ασφάλειαν, αποφεύγοντες τας αιτίας και τας αφορμάς, αι οποίαι φέρουσι την ασθένειαν, δια να μη πάθουν και αυτοί τα όμοια, εις εκείνους δε πάλιν οι οποίοι ησθένησαν πολύν καιρόν, να γνωρίζουν τα βότανα και τα θεραπευτικά φάρμακα, με τα οποία και άλλοτε ωφελήθησαν και θέτοντες αυτά εις χρήσιν ευκόλως και ταχέως να θεραπεύωνται, ούτω και εις τα πάθη της ψυχής ωφελείται πας τις με τας νίκας και τα αγωνίσματα των προγενεστέρων και εξόχως με το υπόδειγμα εκείνων των εναρέτων, οι οποίοι ουδόλως ενικήθησαν, αλλ’ εφύλαξαν έως τέλους την ψυχήν καθαράν και αμόλυντον, καθώς και ο Μαρτινιανός ούτος ο θαυμάσιος, του οποίου διηγούμεθα ενταύθα την διαγωγήν προς μίμησιν του Οσίου και υπό άλλων και νουθεσίαν των αναγινωσκόντων, επειδή είναι πολύ θαυμασία και αξιέραστος. Πλησίον της πόλεως Καισαρείας της Παλαιστίνης είναι όρος καλούμενον Κιβωτός. Πλησίον του όρους εκείνου είναι έρημος κατάλληλος δι’ ησυχαστάς και εναρέτους ανθρώπους, οίτινες ποθούσι να ευαρεστήσωσι τον Θεόν δι΄ ασκήσεως. Εις ταύτην την έρημον κατώκησεν ο Όσιος ούτος Μαρτινιανός εκ νεαράς ηλικίας, αγαπήσας δε τον Θεόν εδούλευεν εις αυτόν με πολλήν σκληραγωγίαν και άσκησιν και πολλούς πολέμους υπό των δεινών δαιμόνων υπέμεινε. Δεν ενικήθη όμως, με την θείαν βοήθειαν, αλλά πληγείς αντέπληξεν ισχυρότερον, καθώς και εις τους σωματικούς πολέμους συμβαίνει και καθώς θα ίδωμεν από την συνέχειαν της διηγήσεως των ανδραγαθημάτων αυτού, με τα οποία ενίκησε τον πειράζοντα, λαβών κατ’ αυτού περιφανέστατον τρόπαιον. Ο θαυμάσιος ούτος είχεν απέλθει εις την έρημον παιδιόθεν, ως είπομεν, όταν ήτο ετών δέκα οκτώ, έκαμε δε εικοσιέξ χρόνους πολιτευόμενος τοσούτον θεάρεστα, ώστε δεν έμεινεν είδος αρετής, το οποίον να μη είχε κατορθώσει ο αείμνηστος και τόσον αφθόνως επλουτίσθη θείας Χάριτος, ώστε εθεράπευεν εν ευκολία πάσαν ασθένειαν. Η φήμη όθεν του Οσίου ηκούσθη πανταχού και εγένετο εις πάντας περιβόητος και σεβάσμιος, τόσον ώστε όχι μόνον οι ασθενείς κατά το σώμα συνήγοντο, δια να απολαύσουν την ποθουμένην υγείαν με την ικέσιον δέησιν εκείνου, αλλά και όστις ήθελεν ολισθήσει εις κανέν πάθος και ασθένειαν της ψυχής ήρχετο προς αυτόν χάριν βοηθείας και διορθώσεως. Ο δε Όσιος, ως μαθηματικός ιατρός όπου ήτο και έμπειρος εις τους πνευματικούς πολέμους, έδιδεν εις έκαστον την ωφέλιμον συμβουλήν και τα αρμόδια φάρμακα, καθώς ήθελε τον φωτίσει ο Κύριος. Ταύτα βλέπων ο πονηρός και φθονερός εχθρός του ανθρωπίνου γένους εδυσανασχέτει δια την τόσην ωφέλειαν, η οποία εγίνετο εις τους προσερχομένους και ήγειρε παντοδαπούς πειρασμούς κατά του Οσίου καιροσκοπών πότε να πτερνίση αυτόν, να τον ρίψη δηλαδή εις την αμαρτίαν. Δια τούτο εδοκίμαζε με φαντασίας και διαλογισμούς σαρκικούς να παγιδεύση τον αήττητον. Μη δυνηθείς όμως ούτως αφανώς να τον πολεμήση, εφάνη ορατώς μετασχηματισθείς εις είδος δράκοντος, εις καιρόν κατά τον οποίον ο Όσιος έψαλλε την ακολουθίαν και εσχηματίζετο ότι ήθελε να κρημνίση τον οίκον από τα θεμέλια, δια να του δώση φόβον και σύγχυσιν. Ο Όσιος όμως, έχων τον Ύψιστον Θεόν καταφυγήν του και δύναμιν, καθό δεδιδαγμένος περί τούτου από την Θείαν Γραφήν, δεν εδειλία φόβον νυκτερινόν ή ημέριον, αλλ’ ίστατο απερίσπαστος και άνευ τινός φόβου, έως ου ετελείωσε τον ψαλμόν. Τότε δε παρακύψας από της θυρίδος είπε ταύτα προς τον υποκρινόμενον δράκοντα· «Ίνα τι κοπιάς εις μάτην, άθλιε; Διότι εγώ έχων τον Χριστόν εις βοήθειάν μου δεν δειλιώ ποσώς, τας δε φαντασίας σου ουδόλως λογίζομαι, αλλά θεωρώ αυτάς ως όνειρον». Ταύτα ακούσας ο αποστάτης έφυγεν ευθύς απειλών και φοβερίζων τον Όσιον, ότι θα του έδιδε σκληρότατον πόλεμον, έως ου να τον εξορίση από την κέλλαν του. Ο δε μακάριος έμεινεν ησυχάζων και μελετών τας Γραφάς, ως μηδέν τας απειλάς του δεινού λογιζόμενος. Αλλά καθώς το πυρ δεν παύει ποτέ να καίη και οι όφεις να βλάπτουσιν, ούτω και ο δαίμων δεν αφήνει τας πανουργίας του ουδέποτε, αλλά φροντίζει και μηχανάται πάντοτε να κακοποιή και να ρίπτη τους εναρέτους εις ολίσθημα, δια να αφανίση τους κόπους των, καθώς εδοκίμασε να παγιδεύση και τούτον τον Όσιον· και ακούσατε, να θαυμάσετε την ανδρείαν αυτού και την απροσμέτρητον γενναιότητα. Οδοιπόροι τινές συνωμίλουν και διηγούντο τας αρετάς του Οσίου· γυνή δε τις κακότροπος, ως ήκουσε ταύτα, εκίνησε κατ’ αυτού την γλώσσαν, από τον πονηρόν διδαγμένη και του λέγει· «Ποία κατορθώματα ετέλεσε και τον έχετε εις τόσην ευλάβειαν; Διότι μετέβη και εκλείσθη εις σπήλαιον και μεγαλαυχεί, ότι φυλάττει σωφροσύνην και άσκησιν; Όταν είναι μέγας ο κλύδων της θαλάσσης και οι ναυτικοί αγωνίζωνται να διασώσωσι το σκάφος αυτών, τότε φαίνεται η επιστήμη και η μάθησις αυτών και όχι όταν κάθηνται εις τον λιμένα. Όταν οι ανδρείοι εισέλθουν εις μάχην κατά των εχθρών και διαφυλαχθούν από τα βέλη και τα ξίφη των πολεμίων, επιστρέφοντες νικηταί εις τον τόπον των, τότε επαινούνται και δικαίως εγκωμιάζονται. Δεν είναι καθόλου θαυμαστόν το ότι το χόρτον δεν καταφλέγεται ευρισκόμενον μακράν του πυρός. Αλλ’ εάν επί παραδείγματι απέλθω εγώ εις το κελλίον του Ασκητού, τον οποίον σεις τοσούτον φημίζετε και όταν αυτός ίδη την όψιν μου και παραμείνη απαθής και άτρωτος εις την καρδίαν, τότε θα επαινείται και δικαίως θα εγκωμιάζεται και τότε θα συμφωνήσω και εγώ με την γνώμην σας, να τον ευφημίζω πανταχού, όταν γνωρίσω την αρετήν και την γενναιότητά του». Εκόμπαζεν ακόμη η ανόητος εκείνη γυνή ότι δύναται να μολύνη τον Όσιον. Υπεσχέθη μάλιστα να πραγματοποιήση τούτο. Όθεν ευθύς εκίνησεν ως ηκονημένον ξυράφιον, συρράπτει τον δόλον, υφαίνει το δίκτυον, στήνει την παγίδα και κατασκευάζει τα φάρμακα. Ιδέτε κακότεχνον σόφισμα και υποβολήν του πονηρού δολίαν και κακομήχανον και φρίξατε. Απήλθεν εις τον οίκον αυτής και εκδυθείσα τα λαμπρά ενδύματα, τα οποία εφόρει, και όλα τα στολίδια, ενεδύθη τετριμμένα τοιαύτα και άχρηστα. Εσκέπασε την κεφαλήν με παλιόρασον, περιεζώσθη με τεμάχιον πεπαλαιωμένου σχοινίου και λαβούσα εις παλαιόσακκον την λαμπράν της στολήν και τα κοσμήματά της επήγε πλησίον εις το κελλίον του Αγίου νύκτα τινά, ότε εβρόντα και ήστραπτε φοβερά και έλεγε ταύτα μεγαλοφώνως η πάντολμος· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, την ταλαίπωρον και μη αφήσης να γίνω τροφή των θηρίων· διότι έχασα τον δρόμον παραπλανηθείσα εις ταύτην την έρημον και δεν έχω άλλην καταφυγήν η άπορος. Όθεν δέομαί σου, λυπήσου με ως πλάσμα Θεού και μη με βδελυχθής την αμαρτωλήν, μη αφήσης να με φάγωσι τα θηρία, την δυστυχή, διότι, εάν με αφήσης, θέλεις δώσει απολογίαν εις τον Δεσπότην Χριστόν κατά την ημέραν της κρίσεως». Αυτά και έτερα λέγουσα με προσποιημένα δάκρυα η πονηρά εκείνη γυνή, την ελυπήθη ο Όσιος όπου ήτο και εύσπλαγχνος ως συμπαθής και διαλογιζόμενος έλεγε καθ’ εαυτόν· «Αλλοίμονον εις εμέ οποία κρίσις και δοκιμασία καρδίας επήλθε σήμερον εναντίον μου και οποίος αγών και πάλη με περιέλαβεν! Εάν καταφρονήσω αυτήν και δεν την υποδεχθώ, φανερόν είναι, ότι αυτή μεν θέλει γίνει θηριάλωτος, εγώ δε θέλω καταστή ένοχος βαρυτάτης κολάσεως. Εάν δε πάλιν την αφήσω να εισέλθη εις το κελλίον μου, φοβούμαι μήπως σκάψη λάκκον ο δόλιος και με ρίψη εις αυτόν». Στενάξας λοιπόν εκ βάθους καρδίας πίπτει εις προσευχήν και υψώσας προς τον ουρανόν τας χείρας και τους οφθαλμούς έλεγε ταύτα μετά πολλής ταπεινώσεως· «Επί σοι, Κύριε, ήλπισα· βοήθησόν με ίνα μη καταισχυνθώ. Μη αφήσης, Δέσποτα, να γίνω γέλως και παίγνιον των εχθρών, αλλά δια της σης δεξιάς σκέπασόν με και σώσον με τον αχρείον δούλον σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας· αμήν». Ούτως ειπών, ήνοιξε την θύραν και υπεδέχθη την γυναίκα, ήναψε πυράν δια να ζεσταθή, της έδωκε δε και φοίνικας λέγων· «Φάγε, θερμαίνου και φρόντισον δια την σωτηρίαν σου». Ταύτα ειπών εισήλθεν εις το εσώτερον σπήλαιον και εγκλεισθείς ετέλεσε το περισσότερον της νυκτός ευχόμενος. Έπειτα απεκοιμήθη ολίγον κατά το σύνηθες και εγερθείς το πρωϊ, τον επείραζαν οι σαρκικοί λογισμοί. Όθεν εξήλθεν, αφ’ ου εξημέρωσε, να απομακρύνη το γύναιον. Αλλ’ η πάντολμος εκείνη είχε κατά το μεσονύκτιον εγερθή και είχε στολισθή με τα πολυτελή φορέματα και τα κοσμήματα, τα οποία είχε μεθ’ εαυτής. Ο δε πονηρός, αυξήσας το κάλλος και την ωραιότητα αυτής, ήθελγε τον Όσιον εις αισχράν επιθυμίαν έρωτος, ο οποίος βλέπων την μεταβολήν εκείνην των ενδυμάτων εθαύμασε και ηρώτησε το αίτιον τούτου. Τότε η κακότροπος εκείνη γυνή, καταστήσασα το σχήμα, το βλέμμα, την ομιλίαν, και όλον τον εαυτόν της εις τρόπον και μέθοδον έρωτος, απεκρίνατο· «Εγώ είμαι από την πόλιν Καισάρειαν, ακούσασα δε το θαυμαστόν σου κάλλος και την άφθαστον ωραιότητα, σε επόθησα τόσον, ώστε καταφλέγεται η καρδία μου και τήκεται υπό του έρωτος δια σε. Όθεν κατεφρόνησα ευθύς πάντας τους άλλους νέους και μόνον σε επιθυμώ να απολαύσω, ως πνοήν και άνεσιν της ψυχής μου. Διατί λοιπόν να νηστεύης τοσούτον εις μάτην και να μαραίνης το άνθος της ωραιότητός σου; Ποία γραφή σου λέγει να μη φάγης και να μη πίης, ή να μη λάβης γυναίκα νόμιμον; Δεν λέγει ο θείος Απόστολος, ότι τίμιος ο γάμος και η κοίτη αμίαντος; Ποίος Προφήτης και Πατριάρχης του παλαιού Νόμου δεν υπανδρεύθη; Και τις ύπανδρος εξέπεσε της ουρανίου Βασιλείας ένεκεν του γάμου; Δεν είχε γυναίκα ο μέγας εκείνος Νώε, ο μέχρι σήμερον εις όλον τον κόσμον περίφημος, τον οποίον, δια την καθαράν αυτού πολιτείαν, μετέστησεν ο Θεός και δεν εγνώρισε θάνατον; Δεν επήρεν ο μέγας Αβραάμ τρεις γυναίκας, ο τοσούτον ηγαπημένος εις τον Θεόν και φίλος του γνήσιος; Ωσαύτως και ο Ιακώβ ο θαυμάσιος; Δεν έλαβε σύζυγον ο θεόπτης Μωϋσής, η κορωνίς των Προφητών, όστις συνωμίλησε με τον Θεόν και διέσωσεν όλον τον Ισραήλ εκ της δουλείας του Φαραώ; Μήπως δεν ενυμφεύθη ο θείος Δαυϊδ και οι λοιποί του Κυρίου Προπάτορες; Όχι δε μόνον οι προ της Ευαγγελικής Χάριτος Άγιοι, αλλά και μετά ταύτην πόσοι Άγιοι εκοινώνησαν γάμου και παίδας εγέννησαν. Μήπως ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος και άλλοι αμέτρητοι δεν έλαβον και γυναίκας και της Βασιλείας των ουρανών ηξιώθησαν»; Ταύτα μεν έλεγεν η γυνή, ή μάλλον ειπείν, ο της κακίας δημιουργός και διδάσκαλος, όστις της τα ηρμήνευεν ως έμπειρος της Γραφής και εις το πονηρόν ετοιμότατος. Ο δε Όσιος, αφ’ ενός μεν από τας κολακείας αυτής και την ευμορφίαν της όψεως, αφ’ ετέρου δε από τας φαύλας εγγίσεις αυτής, η οποία τον εψηλάφα, παρακινούσα με πάσαν μέθοδον εις την πράξιν της αμαρτίας, ήρχισε να κλονίζεται, να αδυνατίζη ο τόνος της προθέσεώς του και να γίνεται μαλακωτέρα η γνώμη του. Διότι, ως άνθρωπος και αυτός, σάρκα φορών, εύκολον ήτο να νικηθή από τους λόγους της γυναικός και από τους αισχρούς λογισμούς, τους οποίους του έσπειρεν ο διάβολος. Όθεν είπε προς την γυναίκα ο Όσιος· «Εάν σε λάβω ως σύζυγον, που να υπάγωμεν; Πως δύναμαι να σε τρέφω, όπου δεν έχω τίποτε, αλλά διάγω βίον αμέριμνον και ακτήμονα εκ νεότητος»; Η δε γυνή, την πρόφασιν ταύτην ως πρόσκομμα μικρόν καθαρίζουσα και ομαλύνουσα την οδόν, έλεγε· «Μη έχεις περί τούτου φροντίδα τινά, μόνον τέλεσον την επιθυμίαν μου, δια την οποίαν επήρα τόσον κόπον και κακοπάθειαν από τους ανέμους, από την ραγδαίαν βροχήν και από τα θηρία, από τα οποία τόσον εκινδύνευσα δια να έλθω εδώ εις το κελλίον σου, εγώ δε έχω πράγματα πολλά, οικίας, δούλους, χρήματα και άλλον πλούτον, ως την άμμον της θαλάσσης, εις τα οποία όλα θέλω σε κάμει δεσπότην και κύριον, εάν απολαύσω του κάλλους σου». Ταύτα εκείνης λεγούσης, ενικήθη ο Όσιος, ως άνθρωπος, από την φοβεράν πύρωσιν της σαρκός και τον απροσμέτρητον σκανδαλισμόν και μεθύων άνευ οίνου, κατά τον Ησαϊαν, εσύρετο ως υπό χαλινού τινος δεδεμένος προς την αμαρτίαν, όλως αιχμάλωτος, και έκαμε την συγκατάθεσιν να πταίση του Κτίσαντος. Όθεν λέγει προς την γυναίκα· «Ανάμεινον ολίγον να κοιτάξω τους δρόμους, διότι έρχονται προς εμέ πολλοί πολλάκις δια συμβουλήν και ωφέλειαν, μη τύχη και ερχόμενός τις έξαφνα μας εύρη εις τοιαύτην πράξιν και γίνω εις τους ανθρώπους άξιος γέλωτος ή, μάλλον ειπείν, δακρύων πικρών και υπεύθυνος δεινής κατακρίσεως». Εξήλθε λοιπόν ο Όσιος της κέλλης και εστάθη επάνω εις πέτραν τινά αναζητών δια των οφθαλμών του, μήπως ίδη τινά, ο δε ελεήμων Θεός είδεν αυτόν με όμμα πλήρες συμπαθείας και ευσπλαγχνίας και τον εβοήθησε δια να μη χάση τους μακρούς πόνους και αγώνας, τους οποίους ετέλεσεν εκ νεότητος. Όθεν έβαλε χρηστούς λογισμούς εις την καρδίαν αυτού και μετενόησεν ολοψύχως δια την προτέραν ασύνετον συγκατάθεσιν με πόνον καρδίας δριμύτατον. Ότε δε κατέβη από την πέτραν εσύναξε πολλά φρύγανα και εισελθών εις το κελλίον ήναψε πυράν μεγίστην, γυμνώσας δε είτα τους πόδας, έπεσεν εις το μέσον της φλογός, ίνα παιδεύση την σάρκα δια τους πονηρούς λογισμούς, οίτινες πρότερον τον ενίκησαν. Αφού λοιπόν έκαμεν ώραν πολλήν και κατεφλέχθησαν ικανώς οι πόδες του, οι οποίοι σχεδόν της ευθείας παρεξετράπησαν, εξήλθε του πυρός με πόνον δριμύτατον και εγκαλών εαυτόν έλεγε· «Πως σου φαίνεται, Μαρτινιανέ; Σου αρέσκει η κατάφλεξις; Εάν δύνασαι να υποφέρης την δριμύτητα του πυρός, πλησίασε εις την γυναίκα, αφρονέστατε· εάν δε το πυρ τούτο το φωτιστικόν, το οποίον καίει τόσον ολίγον και σβήνεται με το ύδωρ, δεν ημπορής να υποφέρης επί μικρόν, πως θα υποφέρης, τρισάθλιε, εκείνο το σκοτεινόν και πανώδυνον της αιωνίου κολάσεως και τας λοιπάς τιμωρίας των αποτόμων και ασπλάγχνων δυνάμεων»; Ταύτα είπε μεγαλοφώνως ο θαυμάσιος, δια να τα ακούση και η γυνή, να φοβηθή την δριμύτητα του αιωνίου πυρός. Έπειτα, αφού έπαυσαν ολίγον οι πόνοι του, ωσάν να μη έφθανεν η προτέρα παίδευσις και προς κανόνα της αμαρτίας πληρέστατον, εισήλθεν εκ νέου εις το πυρ και κατεφλέχθη χειρότερον. Έπειτα εξελθών έπεσε κατά γης δεινώς οδυνώμενος και στενάζων εκ μέσου καρδίας έλεγεν· «Άνες μοι, Δέσποτα, και συγχώρησόν μοι της ψυχής το αμάρτημα. Γνωρίζεις, Κύριέ μου, ο τα πάντα σαφώς επιστάμενος, ότι Σε μόνον ηγάπησα εκ νεότητος και δια Σε το σώμα τούτο παραδέδωκα εις το πυρ. Άνες μοι λοιπόν και άφες, φιλάνθρωπε, το ανόμημα». Ούτως ηύχετο εις την γην κειτόμενος ο Όσιος, μη δυνάμενος δε να εγερθή όρθιος από την δριμύτητα των πόνων έλεγε· «Ως αγαθός ο Θεός τω Ισραήλ, τοις ευθέσι τη καρδία. Εμού δε παραμικρόν εσαλεύθησαν οι πόδες» (Ψαλμ. οβ: 1-2), και τα λοιπά του Ψαλμού. Ταύτα ακούσασα η γυνή και βλέπουσα την πράξιν εκείνην του Οσίου, ότι δηλαδή δια μίαν και μόνην συγκατάθεσιν αμαρτίας επαίδευσε τόσον αυστηρά το σώμα, τοιούτος ων Ασκητής θαυμάσιος και εις την αρετήν περιβόητος, ενεθυμήθη όλα τα αμαρτήματά της και εγερθείσα εξεδύθη ευθύς τον στολισμόν εκείνον και τα κοσμήματά της, άτινα κακώς ενεδύθη και παρέδωκε ταύτα εις το πυρ δια κανόνα της αμαρτίας καθώς και εκείνος επαίδευσε το σώμα. Έπειτα πίπτουσα εις τους πόδας του Οσίου και χύνουσα ποταμηδόν τα δάκρυα και εκ καρδίας στενάζουσα, εδέετο θερμώς λέγουσα· «Γνωρίζεις του αντικειμένου το πολυμήχανον και κακότεχνον. Εύξαι υπέρ εμού της αθλίας και ικέτευσον τον Κύριον να με συγχωρήση, ως εύσπλαγχνος. Ναι, δέομαί σου, εξάρπασον την ψυχήν μου καταποθείσαν υπό του νοητού λύκου και πονηρού κοσμοκράτορος. Διότι από την ώραν ταύτην, γνώριζε ακριβώς, ότι δεν με μέλει δια την σάρκα ουδόλως, ούτε εις την πόλιν απέρχομαι, ούτε θέλω να ίδω πλέον συγγενή τινα ή φίλον μου, αλλά εις σε παραδίδω την ψυχήν και το σώμα μου και θέλω φροντίζει εξ όλης καρδίας μου, με τας ευχάς σου, βοηθουμένη υπό της θείας Δυνάμεως, να νικήσω τον πονηρόν δαίμονα, εκείνον, όστις με έστειλε να σε διαστρέψω, καθώς το πάλαι και τον Προπάτορα πάλιν δια γυναικός του Παραδείσου εξώρισεν, όστις ελπίζω να νικηθή υπ’ εμού της αθλίας να γίνη παίγνιόν μου και καταπάτημα».  Ταύτα λέγουσα η γυνή, εδείκνυεν αληθινήν την μετάνοιαν με το πλήθος των δακρύων της. Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Κύριος ο Θεός μου να συγχωρήση τας αμαρτίας σου. Ύπαγε λοιπόν εν ειρήνη και μη αθετήσης τας επαγγελίας και συνθήκας, τας οποίας υπεσχέθης προς Κύριον, αλλά σπούδασον να δείξης βίον σύμφωνον της επαγγελίας σου, και να καταπατήσης ανδρείως τας ηδονάς, όπως καταισχύνης εις τέλος τον δαίμονα». Έχουσα τότε η γυνή σταθεράν την απόφασιν της μετανοίας είπε πάλιν προς τον Όσιον· «Που με προστάσσεις να υπάγω η δούλη σου»; Είπεν ο Άγιος· «Πορεύου εις τα Ιεροσόλυμα και εις την Αγίαν Βηθλεέμ, εκεί δε ερώτησον να εύρης Αγίαν τινά παρθένον, Παύλαν ονόματι, η οποία ωκοδόμησε και Ναόν του Σωτήρος Χριστού, εις αυτήν εξομολογήθητι τας αμαρτίας σου, να λάβης πολλήν ωφέλειαν». Τότε η γυνή υπεσχέθη εις τον Όσιον να υπάγη όπου της είπε και προσκυνήσασα αυτόν εζήτει συγχώρησιν. Εκείνος δε μετά βίας εγερθείς, οδυνώμενος από τον πόνον, έδωκεν εις αυτήν ολίγους φοίνικας δια την οδοιπορίαν. Και κατευοδώνων αυτήν της έλεγε· «Πορεύου, γύναι, και κάμε τρόπον να μη επιστρέψης πλέον εις τα οπίσω, αλλά μίσησον τας του βίου ηδονάς και επίμεινον μέχρι τέλους εις την μετάνοιαν, δια να σώσης την αθλίαν ψυχήν σου». Η δε απεκρίνατο κλαίουσα· «Ελπίζω εις τον Χριστόν, ότι δι’ ευχών σου, να μη έχη πλέον μέρος εις εμέ ο αντικείμενος». Ούτως είπε και προσκυνήσασα τον Όσιον ανεχώρησεν, ο δε, προσευξάμενος δι’ αυτήν, εισήλθεν εις το κελλίον του και πίπτων κατά γης, μετά δακρύων προσηύχετο οδυρόμενος ως ο Προφήτης Δαυϊδ δια την αμαρτίαν. Η δε γυνή έφθασεν εις την Μονήν της Οσίας Παύλας και ανήγγειλεν εις αυτήν τα γενόμενα άπαντα, κατά το πρόσταγμα του Αγίου, εκείνη δε την επεμελήθη σωματικώς τε και πνευματικώς και ενέδυσε ταύτην  με το σχήμα των Μοναχών. Έμεινε δε η γυνή εκεί μιμουμένη την διδάσκαλον Παύλαν εις όλας τας πράξεις αυτής και τόσον έγινεν ενάρετος, ώστε ηξιώθη να κάμνη θαύματα με την βοήθειαν του Θεού και εις πίστωσιν αναγράφωμεν εν, δια να λάβουν θάρρος οι αμαρτήσαντες. Εις το ρηθέν Μοναστήριον εισήλθέ ποτε γυνή τις, ήτις είχεν εις τους οφθαλμούς δεινήν ασθένειαν και ησθάνετο μεγάλην οδύνην. Η δε μακαρία Παύλα, δια να αποδειχθή πόσα δύναται να κατορθώση η αληθινή μετάνοια, επρόσταξε την ανωτέρω Μοναχήν να κάμη προσευχήν δια την πάσχουσαν. Η δε, ως υπήκοος, ετέλεσε το πρόσταγμα και με την δύναμιν του Κυρίου οι πρώην ασθενείς και σχεδόν τυφλώττοντες οφθαλμοί θαυμασίως εθεραπεύθησαν. Εκείνη δε η γυνή, η οποία ιατρεύθη, δια να μη γίνη προς την ευεργέτιν αχάριστος, ενεδύθη το άγιον Σχήμα και έμεινεν εις την Μονήν έως τέλους. Η δε πρόξενος της θεραπείας αυτής, δια την οποίαν ανωτέρω αναφέρομεν, ότι ήτο πρότερον φαύλη και άσεμνος, εφύλαξε πολλήν εγκράτειαν μετά την αναχώρησιν η αείμνηστος και δεν εγεύθη οίνον ή έλαιον ή σταφυλήν, ή άλλην οπώραν ουδέποτε κατά τους δώδεκα χρόνους, κατά τους οποίους έζησεν εις το Μοναστήριον· μόνον με άρτον και ύδωρ ετρέφετο και ταύτα πάλιν όχι εις κόρον, αλλ’ ενδεώς, δηλαδή δεν εχόρταινε· μόνον τόσον έτρωγε και έπινεν, όσον να μη αποθάνη από την πείναν η παμμακάριστος. Ούτως ανδρείως πολιτευομένη δεν εψεύσθη εις τας επαγγελίας της, αλλά καταισχύνασα μάλιστα τον αντίπαλον, απήλθε δια της προσκαίρου κακοπαθείας εις την αιώνιον ευφροσύνην και άπειρον αγαλλίασιν. Ο δε μακάριος Μαρτινιανός επί επτά μήνας ήτο εις αθλίαν κατάστασιν, μη δυνάμενος να μετακινηθή καν και να περιπατήση· αφού δε εθεραπεύθησαν οι πόδες του, εσκέφθη να υπάγη εις τόπον αναχωρητικόν και απόκρυφον, εις τον οποίον να μη δύναται ουδόλως να πλησιάση γυνή, δια να μη του πλέξη πάλιν ο δαίμων νέαν παγίδα. Ταύτα συλλογιζόμενος εδέετο του Θεού να συνευδοκήση εις την γνώμην του, καθοδηγών αυτόν προς το συμφέρον του και προσευχόμενος έλεγε· «Κύριε, συ όστις δεσπόζεις του ουρανού και της γης και πάσης της κτίσεως, κατάρτισε τα διαβήματά μου και μη με αφήσης να απολεσθώ το πλάσμα σου. Αλλά γενού μοι, Κύριε, οδός και ζωή, ράβδος και πήρα (σάκκος) και άρτος χρήσιμος και προς ζωήν αιώνιον καθοδήγησον». Ούτως ειπών και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εξήλθεν από το σπήλαιον και έτρεχε προς την θάλασσαν. Τότε αφήκε φωνήν ο διάβολος λέγουσαν· «Ας ανδρίζωνται αι δυνάμεις μου και ας είναι το όνομά μου λαμπρόν και περίφημον, επειδή τον ενίκησα· τον κατέκαυσα με πυρ και τον εδίωξα από το κελλίον του». Έπειτα λέγει και προς τον Όσιον· «Που φεύγεις, Μαρτινιανέ; Γνώριζε, ότι όπου και αν υπάγης έρχομαι και εγώ· και καθώς απ’ εδώ σε εδίωξα, ουτω και απ’ εκεί θα σε κάμω εξόριστον και δεν θα αναχωρήσω από πλησίον σου, έως ότου σε ταπεινώσω εντελώς». Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Ω αδύνατε και όντως ταλαίπωρε, νομίζεις λοιπόν ότι συ με εξέβαλες από το σπήλαιον ή ότι ανεχώρησα διότι με κατέβαλεν η ακηδία; Μη καυχάσαι, μοχθηρέ, εις αυτό, διότι ψεύδεσαι. Επειδή δια να καταβάλω περισσότερον την δύναμίν σου ανεχώρησα και δια να ελέγξω ευκολώτερα την πολλήν ασθένειάν σου. Πλην εάν δεν σε φθάνη η πρώτη προσβολή και ο δεύτερος πόλεμος, ελθέ και τρίτον δοκίμασον και οσάκις θέλεις πολέμησον. Πάντοτε θα μένεις νικημένος, τρισάθλιε, με την δύναμιν του Κυρίου μου και θέλουν γίνει όλα τα όργανα, τα οποία θα μεταχειρισθής κατ’ εμού, ρομφαίαι δίστομοι κατά σου, καθώς το είδες εις την γυναίκα, την οποίαν μου έστειλες, ήτις και αυτή εφάνη δυνατωτέρα από σε και καταπατεί την δύναμίν σου, συ δε καν να την εγγίσης δεν τολμάς ουδόλως, άθλιε». Ταύτα λέγων ο Όσιος ο μεν δαίμων έφυγεν, αυτός δε έτρεχε ψάλλων το «Αναστήτω ο Θεός» (Ψαλμ. ξζ: 1) και τα επίλοιπα του Ψαλμού έως ότου έφθασεν εις τον λιμένα, εκεί δε ευρών πλοίαρχόν τινα τον ηρώτησε λέγων· «Γνωρίζεις καμμίαν νήσον έρημον, εις τόπον αναχωρητικόν, να υπάγω εις ταύτην να κατοικήσω ατάραχα, ελεύθερος από τας πανουργίας του δαίμονος»; Ο δε πλοίαρχος απεκρίθη· «Είναι μία ξηρόνησος μακράν από την γην, στενή μεν και φοβερά εις το ύψος, αλλά κατά τον πόθον τον οποίον έχεις κατά πολύ αρμοδία, επειδή είναι ο τόπος ήσυχος. Πως όμως θα εξοικονομής την απαραίτητον τροφήν σου εις τοιούτον τόπον σκληρότατον»; Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Ας κάμωμεν μίαν συμφωνίαν· να μου φέρης τρεις φοράς τον χρόνον άρτους και ύδωρ και εγώ πάλιν πρώτον μεν να δέωμαι εις τον Θεόν δια την ψυχήν σου, δεύτερον δε να μου φέρης μαλλίον ή βαϊα φοινίκων να πλέκω σχοινίον, το οποίον θα σου δίδω εις αντάμειψιν των εξόδων σου». Ταύτα ακούσας ο πλοίαρχος ηννόησεν ότι ήτο πνευματικός και άγιος άνθρωπος. Όθεν εδέχθη να τελέση όλην την επιθυμίαν του. Επεβιβάσθησαν λοιπόν του πλοίου, έλαβον δε και ολίγους άρτους και ύδωρ εις υδρίας και επειδή ήτο ο άνεμος επιτήδειος, μέχρι της εσπέρας έφθασαν εις την ξηρόνησον, την οποίαν ιδών ο Άγιος κατά την γνώμην αυτού κατάλληλον, ανέβη χαρούμενος ψάλλων ταύτα· «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι… και έστησεν επί πέτρας τους πόδας μου και κατεύθυνε τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. λθ: 1-3). Τότε αποχαιρετήσας τον πλοίαρχον είπε προς αυτόν· «Ύπαγε, τέκνον μου, εις ειρήνην και φέρε μου τον άρτον και το ύδωρ κατά την συμφωνίαν». Ο δε πλοίαρχος είπε προς αυτόν· «Θέλεις να σου φέρω και ξυλείαν να σου κτίσω και μικράν καλύβην δι’ ανάπαυσιν»; Ο γενναίος όμως και αδαμάντινος του Χριστού στρατιώτης δεν ηθέλησεν, αλλ’ έμεινεν ούτω βασανιζόμενος και ταλαιπωρούμενος από τους ανέμους, τας βροχάς και τας χιόνας, κατά δε το θέρος υπό του ηλίου καταφλεγόμενος. Ω της ανδρείας και γενναιότητος! Ω της ακραδάντου πίστεως! Και στήλη να ήτο λιθίνη, ή μέταλλον, θα ενικάτο με την πολυκαιρίαν, αλλ’ αυτός ο αδαμάντινος δεν ενικήθη παντελώς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, ο μεν πλοίαρχος επήγαινε τρεις φοράς τον χρόνον και έβλεπε τον Όσιον, ο δε Όσιος ευρισκόμενος μακράν από τον κόσμον έχαιρεν απολαμβάνων την ποθουμένην ησυχίαν. Ο μισόκαλος όμως δαίμων δεν τον αφήκε και πάλιν να ησυχάση μέχρι τέλους, αλλά και εκεί εις την ξηρόνησον του ήγειρε πόλεμον. Δια να τον κάμη λοιπόν να φοβηθή, ετάραξε νύκτα τινά την θάλασσαν τόσον ώστε εδείκνυεν εις τον Όσιον, ότι υψώνοντο τα κύματα επάνω από την κεφαλήν του περισσότερον από δεκαπέντε πήχεις, εξέβαλε δε και κραυγάς ο τρισάθλιος λέγων· «Δεν σε αφήνω, Μαρτινιανέ, έως να σε πνίξω κατ’ αλήθειαν». Ο δε Όσιος, ουδόλως ταραχθείς, απεκρίθη· «Έχω τον Δεσπότην Χριστόν όστις με ενδυναμώνει και δεν σε φοβούμαι, αλλά θέλω σε καταισχύνει, ανίσχυρε». Έψαλλε δε πάλιν το «Σώσον με ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου» (Ψαλμ. ξη: 1) και το υπόλοιπον του Ψαλμού· είτα πάλιν ηύχετο, λέγων· «Χριστέ Μονογενές, συ όστις κατέβης εις την γην δια να σώσης τον άνθρωπον και εις το πρόσταγμά Σου υπακούουσιν όλα τα κτίσματα, λύτρωσόν με από τον πειρασμόν τούτον του δαίμονος». Ούτω προσευχηθείς ο μεν εχθρός εγένετο αφανής, ο δε Όσιος διεφυλάχθη αβλαβής από πάσαν επήρειαν του εχθρού. Εις την ξηρόνησον εκείνην διέμεινεν  Άγιος εξ χρόνους, υπομένων πάσαν κακοπάθειαν τόσον κατά το θέρος όσον και κατά τον χειμώνα, νομίζων όλα τα λυπηρά ευχάριστα και αποβλέπων εις την μέλλουσαν αιώνιον αγαλλίασιν. Όθεν εφθόνησε πάλιν ο αντικείμενος και του έδωσεν έτερον πόλεμον μεγαλύτερον από τον προηγούμενον. Εφύλαξε δηλαδή τον καιρόν ο παμμίαρος, και όταν διήρχετο πλησίον της πέτρας εκείνης πλοίον τι, εις το οποίον ήσαν άνδρες και γυναίκες, ήγειρε θαλασσοταραχήν και τότε το μεν πλοίον συνετρίβη εις την ξηρόνησον, οι δε επιβάται επνίγησαν άπαντες· μόνον μία κόρη ωραία και πάγκαλος διεσώθη επί μιας σανίδος και πλησιάσασα εις την ξηρόνησον εφώναζε μετά δακρύων· «Ελέησόν με την απολλυμένην, δούλε του Θεού, και δος μοι χείρα βοηθείας. Πρόφθασον, πριν να με καταπίη η άβυσσος και σώσον με την δυστυχή». Βλέπων λοιπόν ο Όσιος ότι έπρεπε να βοηθήση την ναυαγόν είπε· «Και τούτο τέχνη σου είναι, διάβολε, αλλά δεν θα νικήσης την δύναμιν του Χριστού, εις τον οποίον έχω εγώ στηρίξει ολοψύχως τας ελπίδας μου και πιστεύω εις την βοήθειάν του». Ταύτα ειπών ο Όσιος εμελέτα κατά διάνοιαν λέγων· «Πάλιν δοκιμασία καρδίας φοβερωτέρα της προτέρας επέστη εναντίον μου, είναι δε τόσος ο κίνδυνος όσον το ύδωρ είναι επισφαλέστερον της γης. Δέσποτα Κύριε, μη με αφήσης να απολεσθώ ο ανάξιος δούλος σου, αλλ’ οικονόμησον το συμφέρον μου». Ούτως ειπών ο Όσιος έκυψεν εις την θάλασσαν και έσυρε την γυναίκα από τα ύδατα, βλέπων δε ότι ήτο κόρη περικαλλής και εύμορφος έλεγεν· «Αληθώς δεν συμφωνούσι μαζί το πυρ και τα λινόξυλα. Αδύνατον είναι να συγκατοικώμεν κοινοβιάζοντες, διότι θέλομεν αμφότεροι εξαχρειωθή δια συνεργείας του δαίμονος. Λοιπόν, συ υπόμεινον εδώ και μη δειλιάσης, διότι έχει άρτους και ύδωρ, έως ότου έλθη ο πλοίαρχος και τότε ανάγγειλον εις αυτόν τα συμβάντα και ειπέ του να σε υπάγη εις την πόλιν σου». Ούτως ειπών προσηυχήθη προς Κύριον λέγων· «Κύριε ο Θεός μου, εις τον οποίον υπακούουσιν η θάλασσα και οι άνεμοι, επίβλεψον επ’ εμέ και μη με αφήσης να απολεσθώ εις τα ύδατα, εις τα οποία εισέρχομαι, ελπίζων εις το φοβερόν όνομά σου, διότι προκρίνω να απολεσθώ μάλλον σωματικώς, παρά να πέσω εις το πάθος και τον βόρβορον του σώματος». Είτα στραφείς προς την κόρην και ευχηθείς εις αυτήν την σωτηρίαν της ψυχής της, έπεσεν εις την θάλασσαν και παρευθύς ευρέθησαν δύο δελφίνες, οίτινες εδέχθησαν τον Άγιον εις την ράχιν των κρατούντες αυτόν ασφαλώς επάνω του ύδατος, βλέπουσα δε η κόρη τοιούτον φρικτόν και τεράστιον εθαύμαζε και εξίστατο. Φθάσας λοιπόν εις την ξηράν ο Όσιος, πρώτον μεν προσηυχήθη εις τον Σωτήρα Θεόν, ευχαριστών αυτόν δια τοιαύτην εξαίσιον ποντοπορίαν. Έπειτα πάλιν διελογίζετο, μη γνωρίζων που να υπάγη και έλεγε καθ’ εαυτόν· «Τι να πράξω και που να μεταβώ, απορώ και εξίσταμαι. Ούτε εις τα όρη και εις τα σπήλαια με αφήνει ο εχθρός να ησυχάσω, ούτε εις την άβατον θάλασσαν. Ας φεύγω λοιπόν από πόλεως εις πόλιν, κατά το Ευαγγελικόν πρόσταγμα». Ούτω λοιπόν απήρχετο από τόπου εις τόπον, μηδέν βαστάζων, ούτε άλλο τι των αναγκαίων του σώματος έχων, μόνον έλεγεν εις εαυτόν· «Φεύγε, ταπεινέ Μαρτινιανέ, μη σε καταλάβη πειρασμός έτερος». Όταν λοιπόν έφθανεν εις τι χωρίον, ηρώτα τις ήτο εκεί φοβούμενος τον Θεόν, έμενε δε εις την οικίαν εκείνου ολίγον διάστημα. Έπειτα λαμβάνων τα αναγκαία προς συντήρησιν απήρχετο, χωρίς να συνάπτη μετ’ ουδενός φιλίαν, θέλων να είναι ξένος και άγνωστος προς όλους όπου δε ήθελε νυκτώσει είτε εις βουνόν επάνω είτε εις πεδιάδα, είτε εις έρημον, εκεί παρέμενεν, έως της επομένης ημέρας. Ούτω παρήλθον δύο χρόνοι, κατά το διάστημα των οποίων διέδραμεν εκατόν εξήντα τέσσαρας πόλεις, τελευταία των οποίων υπήρξαν αι Αθήναι, η λαμπρά και περίφημος, εις την οποίαν ετελείωσε τον δρόμον του καλώς ο τρισμακάριος. Ως λοιπόν έφθασεν εις την πόλιν ταύτην των Αθηνών, απεκάλυψεν ο Κύριος εις τον Επίσκοπον της πόλεως την έλευσιν του μακαρίου Μαρτινιανού και την εις αυτήν εντός ολίγου κοίμησίν του, την οποίαν εγνώρισε και ο Άγιος. Όθεν εισελθών εις Ναόν τινά και καθήσας, είπε προς τους παρευρισκομένους να καλέσωσι τον Επίσκοπον. Εκείνοι δε, νομίζοντες αυτόν άφρονα, ημέλουν να εκτελέσουν το προσταττόμενον. Παρεκάλεσεν όθεν αυτούς πάλιν και απελθόντες εις τον Αρχιερέα είπον· «Άνθρωπος τις εισελθών εις τον Ναόν εκάθισεν εις σκαμνίον ως άφρων και μας είπε· «Προσκαλέσατε ταχέως εδώ τον Επίσκοπον». Ο δε Αρχιερεύς είπε προς αυτούς· «Ω άφρονες μάλλον σεις και ασύνετοι, εκείνος δε τρισμακάριος». Ταύτα λέγων έδραμε προς τον Άγιον, όστις ήτο εις την εσχάτην ώραν και μη δυνάμενος να εγερθή, εχαιρέτησεν ο εις τον άλλον, ο δε Επίσκοπος τιμήσας τον Όσιον, ως έπρεπεν, είπε προς αυτόν· «Ευχαριστώ τον Κύριον, όπου με ηξίωσε να σε απολαύσω ζώντα, καθώς μου υπεσχέθη ο αψευδής και πανάγαθος. Συ δε οπόταν εκείνης της μακαρίας τρυφής απολαύσης εις τον Παράδεισον, ενθυμού να κάμης δια την ψυχήν μου προς Κύριον δέησιν». Λέγει προς αυτόν ο Όσιος· «Ευλόγησόν με, Δέσποτα, και εύχου εις τον Θεόν δι’ εμέ, ίνα επιτύχω παρρησίας εις το φοβερόν Αυτού βήμα». Ταύτα ειπών ο Όσιος εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και υψώσας προς ουρανόν τους οφθαλμούς, αφήκε την μακαρίαν ψυχήν του με ιλαρόν και χαριέστατον πρόσωπον, δεικνύων με το έξωθεν είδος την εσωτερικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν της ψυχής. Ω μακάριος όντως και θαυμάσιος ανήρ, όστις και μαρτύριον εκούσιον υπέμεινε και ανδρείως και φρικτώς ηγωνίσθη, ουχί δια την ευσέβειαν, αλλά δια την σωφροσύνην, την αγνείαν και την καθαρότητα και τρόπαιον έστησεν, ουχί κατά των απίστων Ελλήνων, αλλά καθ’ εαυτού διώκτης γενόμενος και κατήγορος πικρός και άσπλαγχνος δήμιος. Επειδή, δια να μη απαρνηθή την ψυχωφελή σωφροσύνην και δια να φυλάξη αγνείαν ισάγγελον, παρέδωσε το ίδιον αυτού σώμα εις το πυρ και εις την θάλασσαν, αλλά και με μυρίους άλλους κινδύνους παρέδιδε πολλάκις το σαρκίον φεύγων από τόπου εις τόπον, τιμωρών αυτό πρόσκαιρα, δια να λυτρωθή της αιωνίου κολάσεως. Αλλά ας έλθωμεν και εις την κόρην, την οποίαν αφήκαμεν εις την νήσον, εις την οποίαν ησκήτευεν ο Όσιος να πληροφορηθώμεν ποίον τέλος έλαβε και πόσης δόξης ηξιώθη παρά Θεού. Διότι πολλήν φροντίδα είχεν ο Άγιος δι’ αυτήν και πολλάς δεήσεις προσέφερε προς τον Κύριον παρακαλών αυτόν όπως την αξιώση καλής τελειώσεως. Έμεινε λοιπόν η κόρη εις την ξηρόνησον δύο μήνας έως ότου επήγεν εκεί ο πλοίαρχος, όστις ιδών αυτήν εθαύμασε, νομίζων ότι είναι φάντασμα και φοβηθείς εστράφη εις τα οπίσω κωπηλατών βιαίως δια να φύγη το γρηγορώτερον. Η δε κόρη εφώναζε λέγουσα· «Σε παρακαλώ, δια τον Κύριον, μη φύγης, αλλά πλησίασον να σου διηγηθώ τα κατ’ εμέ και να ακούσης λόγον φοβερόν να δοξάσης τον Κύριον». Καταπεισθείς λοιπόν ο πλοίαρχος επλησίασε και ερωτήσας δια τον Όσιον τι απέγινεν, εποίησε πρώτον η κόρη το σημείον του Σταυρού, δια να αφαιρέση από την ψυχήν αυτού πάσαν υποψίαν φαντάσματος. Έπειτα δε του διηγήθη καταλεπτώς την υπόθεσιν περί του Αγίου και αυτής. Ακούσας τα γενόμενα ο πλοίαρχος εδόξασε τον Θεόν, έπειτα ηθέλησε να υπάγη την κόρην εις τον τόπον της, αλλ’ εκείνη η αξιομακάριστος δεν εδέχθη λέγουσα· «Παρακαλώ σε, φιλόχριστε, μη με παρίδης την τάλαιναν, αλλά κάμνε και εις εμέ την υπηρεσίαν, την οποίαν έκαμνες και εις τον Όσιον και θέλεις έχει μισθόν περισσότερον εις την ψυχήν, επειδή είμαι γυνή, μέρος αδύνατον, δια σου δε θέλω σώσει την ψυχήν μου, βοηθούντος του Κυρίου μου, όστις με εβοήθησε και διέσωσα την ζωήν μου μόνον εγώ από τόσους επιβάτας, οι οποίοι επνίγησαν. Φέρε μου δε εργόχειρον να εργάζωμαι δια να σου ανταποδίδω την ζωοτροφίαν μου και τον κόπον σου. Έτι δε φέρε μου και ενδύματα και τρίχινον υποκάμισον, ας έλθη δε και η συμβία σου να με ενδύση ανδρικήν στολήν. Ο δε Κύριος να στείλη και εν τω νυν αιώνι εις την οικίαν σου πλούσια τα ελέη του και εις τον μέλλοντα να σας αξιώση της αιωνίου μακαριότητος». Ταύτα ακούσας ο πλοίαρχος την ηυλαβήθη, αντιληφθείς την ένθεον γνώμην της και της υπεσχέθη να εκπληρώση τον πόθον της. Επήγε λοιπόν εις την οικίαν του, έλαβεν όλα τα χρειαζόμενα και την γυναίκα αυτού και την τρίτην ημέραν έφθασαν εις το νησίον. Αναχωρήσας δε ολίγον ο πλοίαρχος, έμειναν αι δύο γυναίκες και εκδυθείσα η μακαρία ομού με τα ιμάτια και πάσαν την γυναικείαν ασθένειαν, ενεδύθη τα ανδρικά και μάλιστα των ανδρών το φρόνημα. Έπειτα ηυχήθη προς Κύριον, εαυτήν μεν να αξιώση να τελέση τον βίον θεάρεστα, εις εκείνους δε οι οποίοι θέλουν την υπηρετήσει εις τα χρειαζόμενα, να αποδώση εις την Βασιλείαν αυτού πλουσίαν αντάμειψιν. Κατόπιν έδωκε την γυναικείαν ενδυμασίαν εις την άλλην γυναίκα, να την έχη προς ενθύμησιν. Αποχαιρετισθέντες είτα, ο μεν πλοίαρχος και η γυνή του επέστρεψαν εις τον οίκον των, αυτή δε η μακαρία έμεινε μόνη εις το νησίον σκληρώς αγωνιζομένη. Ήρχοντο δε ο πλοίαρχος και η γυνή του τακτικά, ανά τρεις μήνας, και της έφερον άρτους, ύδωρ και μαλλίον δι’ εργόχειρον, καθώς η μακαρία εζήτησε, δια να μη τρώγη χωρίς κόπον τον άρτον κατά τον Απόστολον. Είχε δε τόσην ευφροσύνην και αγαλλίασιν εις την ξηρόνησον εκείνην, ως να ήτο εις βασιλικόν και πλούσιον θάλαμον. Προσηύχετο δε η μακαρία καθ’ εκάστην ημέραν, δώδεκα φοράς εγειρομένη και εδοξολόγει κατά χρέος τον Κύριον. Τας δε νύκτας εδιπλασίαζε τας ευχάς η αοίδιμος. Η τροφή της ήτο άρτος μόνον μία λίτρα (350 γραμμάρια περίπου) ανά εκάστην δευτέραν ημέραν και ύδωρ ανάλογον. Όταν δε επήγεν εις την ξηρόνησον ήτο είκοσι πέντε ετών, ζήσασα δε εις αυτήν άλλους εξ χρόνους υπερθαύμαστον ζωήν, απήλθε προς τον ποθούμενον δύο μήνας προτού να έλθη ο πλοίαρχος. Όταν δε ήλθεν εκείνος με την σύζυγόν του εύρον την Αγίαν κειμένην με ευσχημοσύνην, σώαν και άφθαρτον, ως να είχε τελευτήσει εκείνην την ώραν. Πεσόντες λοιπόν εις την γην προσεκύνησαν το άγιον αυτής λείψανον με πολλήν ευλάβειαν. Έπειτα τελέσαντες την εσχάτην υπηρεσίαν, ως αγαθοί και φιλόθεοι, έλαβον εκείνον τον πολύτιμον θησαυρόν και τον μετέφεραν εις την χώραν αυτών, δώρον κοινωφελές εις όλους και πολυέραστον. Αυτά είναι τα κατά του αντιπάλου μέγιστα τρόπαια του γενναίου και αηττήτου Μαρτινιανού, όστις δια μέσου των οργάνων εκείνων τα οποία ητοίμασε κατ’ αυτού ο εχθρός, των γυναικών δηλαδή, δι’ αυτών των ιδίων αντεπολέμησε και αυτός ανδρείως εκείνον και με τα ιδικά του ξίφη τον εθανάτωσε, δίδων ακόμη και εις τας γυναίκας εκείνας καλόν υπόδειγμα πως πρέπει να αγωνίζωνται ανδρείως κατά του αντιπάλου, όστις τας ηπάτησε πρότερον. Ας πολεμήσωμεν λοιπόν και ημείς τον αντίπαλον, να τον νικήσωμεν γενναίως με την άνωθεν βοήθειαν, ίνα και των στεφάνων της δόξης επιτύχωμεν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΧΡΗΣΤΟΣ ο κηπουρός, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει αψμη΄ (1748), ξίφει τελειούται.

Χρήστος ο Άγιος του Χριστού Νεομάρτυς κατήγετο εκ της Αλβανίας, όταν δε ήτο ετών τεσσαράκοντα την ηλικίαν, πορευθείς εις την βασιλεύουσαν, έγινεν εκεί κηπουρός· εν μια δε των ημερών πωλών μήλα εις την αγοράν, συνεφώνησε μετά τινος Τούρκου να του πωλήση τα μήλα τα οποία είχεν· επειδή δε περιήλθεν εις φιλονικίαν μετ’ αυτού περί της τιμής των μήλων, ο Αγαρηνός, δια να εκδικηθή, συκοφαντεί τον Χρήστον, ότι είπε δήθεν να γίνη Τούρκος· όθεν σύρει παρευθύς τον Άγιον και τον πηγαίνει εις το κριτήριον, παρουσίασε δε και ψευδομάρτυρας, ότι είπεν αληθώς να τουρκεύση. Ο κριτής ηρώτησε τότε τον Μάρτυρα περί τούτου και αυτός απεκρίθη, με μεγάλην γενναιότητα, ότι είναι Χριστιανός και ότι τοιούτον λόγον δεν είπεν, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να αλλάξη την Ορθόδοξον πίστιν του, καν λάβη μύρια βάσανα. Τότε ο κριτής επρόσταξε και ερράβδισαν σφοδρώς τον Μάρτυρα· έπειτα δένοντες αυτόν, τον εκτύπησαν εις την κεφαλήν, ώστε έτρεχον άφθονα αίματα· είτα τον έβαλαν εις την φυλακήν και έσφιγξαν τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Έτυχε δε να είναι τότε εντός της φυλακής και ο γνωστός λόγιος Μοναχός Καισάριος ο Δαπόντες, όστις και το Μαρτύριον τούτο συνέγραψε και βλέπων τον Μάρτυρα εις το ξύλον, τον συνεπόνησεν· όθεν έκαμε τρόπον και τον έβγαλε κρυφίως από το ξύλον και του έφερε να φάγη δια να ενδυναμωθή· αλλ’ ο Μάρτυς δεν ηθέλησε να γευθή τελείως, ειπών· «Διατί να φάγω; Μήπως πρόκειται να ζήσω; Λοιπόν ας αποθάνω δια τον Χριστόν μου πεινασμένος και διψασμένος». Έδωκε δε ο Μάρτυς προς τον ρηθέντα Μοναχόν Καισάριον μίαν ακόνην από ατσάλι, την οποίαν είχεν εις την ζώνην του, και τον παρεκάλεσε να δώση να του κάμουν μετά θάνατον μερικάς λειτουργίας. Μετά ταύτα έβγαλαν τον Μάρτυρα από την φυλακήν και τον απεκεφάλισαν την ιδίαν ημέραν και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον του Μαρτυρίου την ιβ΄ (12η) Φεβρουαρίου του έτους, αψμη΄ (1748) εν Χριστώ Ιησού· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.

Αντώνιος εν Αγίοις Πατήρ ημών από μεν τον πατέρα κατήγετο από την Ανατολήν, από δε την μητέρα από την Στερεάν Ελλάδα, ως τρίτην δε πατρίδα είχε την Κωνσταντινούπολιν, η οποία ενηγκαλίσατο και έθρεψεν αυτόν και εκδύσασα από τα μητρικά σπάργανα τον έφερεν εις μέτρον ηλικίας, μαθητεύσασα δε αυτόν και τα ιερά γράμματα, ύστερον απέκτησεν αυτόν και Ποιμένα της. Επειδή δε πολλάκις, όσα μέλλουσι να ακολουθήσωσιν ύστερον η του Πνεύματος Χάρις εις τινας ανθρώπους προφθάνει και πρότερον, δια τούτο, ότε ο Άγιος ούτος ήτο παιδίον πολλά μικρόν, ωκονόμησε θαυμαστώς να τελή την θείαν Λειτουργίαν, καθώς έβλεπε τους Ιερείς τελούντας αυτήν εν τη Εκκλησία και να προσκομίζη άρτον και να βαστάζη θυμιατήριον να θυμιάζη. Εφανέρωνε δε η Χάρις με αυτά, προ πολλών χρόνων, την Αγιότητα ην έμελλε να λάβη ύστερον ο Μακάριος ούτος Πατήρ. Ότε δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν, έγινε Μοναχός και μετεχειρίζετο ανδρικλωτατα την πρακτικήν αρετήν και εσωτερικήν φιλοσοφίαν. Έπειτα εχειροτονήθη Πρεσβύτερος χωρίς να θέλη και έγινεν Ηγούμενος του Μοναστηρίου του, των Στουδιτών δηλαδή. Από τότε λοιπόν ηγαπήθησαν απ’ αυτόν η αγρυπνία, η νηστεία, το της προσευχής ακούραστον· τότε δε και ο πατήρ αυτού ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Όθεν, καιρόν και αφορμήν λαβών ο θείος ούτος Αντώνιος, έκαμνε την ελεημοσύνην με τας δύο του χείρας, ως λέγει η κοινή παροιμία. Μίαν φοράν διήρχετο ο Άγιος από στενόν τινα τόπον και εμοιραζεν ελεημοσύνην, εκεί δε εφάνη τις, ο οποίος εβάστα εις τας χείρας κόμβον μεγάλον γεμάτον φλωρία και λέγει προς τον Αντώνιον· «Λάβε τούτο δια να εξοδεύης εις τους πτωχούς». Και η μεν χειρ του φανέντος εκείνου εβάσταζε τα φλωρία, εις δε τους οφθαλμούς δεν εφανερώθη ποίος ήτο. Με τοιαύτα καλά και αρετάς ήτο πλουτισμένος ο θαυμαστός ούτος Πατήρ. Όθεν, δια ταύτα, ότε ήλθε καιρός και εζητείτο Πατριάρχης άξιος, τότε με ψήφον της Ιεράς Συνόδου και του βασιλέως εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Και λοιπόν έτρεχεν ο μακάριος ενδυναμούμενος υπό της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος εις όλας τας Εκκλησίας της πόλεως τόσον ταχέως, ωσάν να είχε πτερά, αν και ήτο γέρων και με λιτανείας εδυσώπει τον Πανάγαθον Θεόν. Αυτός εβοήθει μεν τας Εκκλησίας εκείνας, όσαι ήσαν σεσαθρωμέναι από τον χρόνον, έδιδε δε αφθονοπαρόχως τα προς την χρείαν εις τους ενδεείς Κληρικούς και αναγνώστας και παρηγόρει τας πολλάς μυριάδας των πτωχών με σιτηρέσια και ελεημοσύνας. Εις πολλούς λοιπόν πολλών καλών γενόμενος πρόξενος και πολύ μεγάλα θαύματα ποιήσας, έφθασεν εις γήρας βαθύ και απήλθε προς Κύριον, τελείται δε η αυτού σύναξις εις το Μοναστήριόν του.


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Οσίας ΜΑΡΙΑΣ της μετονομασθείσης ΜΑΡΙΝΟΣ.

Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών, αλλάξασα τα γυναικεία φορέματα, εφόρεσεν ανδρικά και αντί Μαρίας μετωνομάσθη Μαρίνος· εισελθούσα δε εν Μοναστηρίω μετά του κατά σάρκα πατρός αυτής, εκουρεύθη Μοναχός και υπηρέτει μετά των νεωτέρων Μοναχών, χωρίς να γνωρισθή τελείως ότι ήτο γυνή. Μίαν φοράν δε καταλύσασα εν τινι ξενοδοχείω ομού με άλλους αδελφούς, διεβλήθη ότι έφθειρε την θυγατέρα του ξενοδόχου και δέχεται ευχαρίστως την συκοφαντίαν ταύτην και το όνειδος και ομολογεί, ότι έπραξε δήθεν την αμαρτίαν εκείνην· όθεν εξεδιώχθη του Μοναστηρίου και επί τρία ολόκληρα έτη εταλαιπωρήθη, η αοίδιμος, τρέφουσα το παιδίον εκείνο το οποίον αυτή δεν εγέννησε. Γενομένη δε ποτε δεκτή εις το Μοναστήριον, είχε μεθ’ εαυτής και τον δήθεν εκ πορνείας υιόν της, εφανερώθησαν όμως τα κατά την Οσίαν αφ’ ου ετελεύτησε, διότι, ότε ενεταφιάζετο, εγνωρίσθη, ότι ήτο γυνή. Η δε θυγάτηρ του πανδοχέως, η συκοφαντήσασα την Οσίαν, εκυριεύθη υπό πονηρού δαίμονος, όθεν ωμολόγησε φανερά και είπεν, ότι διεφθάρη υπό στρατιώτου τινός. Ο Ηγούμενος λοιπόν και οι Μοναχοί, οι οποίοι πρότερον ωνόμαζον αθλίαν την Οσίαν, τότε ωνόμαζον αυτήν μακαρίαν και πολλών τιμών ταύτην ηξίωσαν. 

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΕΛΕΤΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αντιοχείας της Μεγάλης.

Μελέτιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο της Μεγάλης Αντιοχείας Αρχιεπίσκοπος, ήκμασεν επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου εν έτει τλδ΄ (334) και έζησε μέχρι της εποχής της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της συνελθούσης εν έτει τπα΄ (381) επί Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ούτος δια την υπερβάλλουσαν αρετήν του και δια την εις Χριστόν καθαράν αγάπην του, έγινεν εις τους πολλούς τοσούτον ποθητός και αξιέραστος, ώστε ότε το πρώτον εισήλθεν εις την Αντιόχειαν (ήτο δε τότε η κυρία ημέρα της χειροτονίας του), πας Χριστιανός ωθούμενος υπό του προς αυτόν πόθου, τον προσεκάλει εις τον οίκον του, νομίζων ότι μέλλει να αγιασθή δια μόνης της εισόδου του Αγίου. Τριάκοντα δε μόνον ημέρας διατρίψας εις την Αντιόχειαν, ουδέ αυτάς ολοκλήρους, εδιώχθη υπό των εχθρών της αληθείας Αρειανών, καθότι επείσθη εις την κακοδοξίαν των ο τότε βασιλεύς Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, συγχωρούντος ταύτα του δικαιοκρίτου Θεού, οις Αυτός οίδε κρίμασιν. Αφ’ ου λοιπόν εδιώχθη παρανόμως εκ της επαρχίας του, επανήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν και έμεινεν εις αυτήν περισσότερον των δύο ετών. Είτα εκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς δια γραμμάτων να μεταβή, όχι εκεί πλησίον, αλλά εις την Θράκην· ωσαύτως δε και άλλοι πολλοί Επίσκοποι πολλαχόθεν της οικουμένης εκεί συνήχθησαν, κληθέντες και αυτοί δια βασιλικών γραμμάτων, διότι τότε επλησίαζεν ο καιρός κατά τον οποίον έμελλε να ελευθερωθώσιν από τον πολυχρόνιον χειμώνα των αιρέσεων αι Εκκλησίαι του Θεού και να λάβωσι την τελείαν γαλήνην. Τότε λοιπόν εθαυμάσθη ο μέγας ούτος Πατήρ ημών Μελέτιος υφ’ όλων των εκεί συναχθέντων Επισκόπων, τόσον δια την αρετήν του, όσον και δια την σύνεσιν των λόγων του· και εκεί ολίγον ασθενήσας, παρέδωκεν εν ειρήνη την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, αφήσας την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν εις την ξένην γην. Αυτού αγίαις πρεσβείαις, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.



Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΑ΄ (11ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Σέρβου, του εν τη πόλει Σοφία μαρτυρήσαντος κατά το έτος αφιε΄ (1515) και δια πυρός τελειωθέντος.

Γεώργιος ο νεοφανής Μάρτυς του Χριστού ήτο από την Σερβίαν, από πόλιν τινά λεγομένην Κράτοβαν, ευσεβών γονέων υιός Δημητρίου και Σάρρας· όταν δε έγινε το παιδίον εξ ετών, εδόθη υπό των γονέων του εις μάθησιν των ιερών γραμμάτων, τα οποία ταχέως έμαθεν· έπειτα έμαθε κατ’ ακρίβειαν και την τέχνην των χρυσοχόων. Κατά δε τον αυτόν καιρόν απέθανεν ο πατήρ αυτού και έμεινεν ορφανός· επειδή δε ήτο πολύ ωραίος, εφοβήθη να μένη εις την πατρίδα του, μήπως τον λάβουν βιαίως εις την αυλήν του τότε Σουλτάνου Βαγιαζήτ· δια τούτο άφησε την πατρίδα του και επήγεν εις την πόλιν Σοφίαν (η σημερινή πρωτεύουσα της Βουλγαρίας Σόφια), κατοικήσας εις την οικίαν του ευλαβεστάτου Ιερέως της πόλεως εκείνης Πέτρου ονομαζομένου, εκεί δε διαμένων ο Μάρτυς μετεχειρίζετο πάσας τας αρετάς. Βλέπων ο Ιερεύς τον Γεώργιον, ότι τον υπήκουε προθύμως, εδίδασκεν εις αυτόν την θείαν Γραφήν όσον ηδύνατο. Ο δε νέος εβίαζεν εαυτόν να εκπληρώση και με το έργον τα διδασκόμενα, το οποίον και εγένετο. Επειδή δε κατά τον λόγον του Σωτήρος «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό το μόδιον» (Ματθ. ε: 14-15), ούτε ο νέος ούτος ηδυνήθη να κρυφθή εις το ύστερον. Διότι βλέποντες αυτόν οι Οθωμανοί, τον εφθόνησαν δια τα πολλά αυτού προτερήματα και εφρόντιζον με όλην των την δύναμιν να τον φέρουν εις την γνώμην των. Εκλέξαντες λοιπόν διδάσκαλόν τινα ιδικόν των, εντελή εις την θρησκείαν των, τεχνίτην εις τους λόγους και εις κάθε απόκρισιν έτοιμον, τον στέλλουν εις αυτόν να συνομιλήση. Ούτος πηγαίνων τεχνηέντως, φέρει εις αυτόν ικανόν χρυσίον δια να του διορθώση εν χρυσόν στολίδιον, του υπεσχέθη δε να του δώση και μισθόν πολύν και φαγητά να του φέρη δια να τον σύρη εις την αγάπην του. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ήρχισε με λόγους πανούργους να τον παγιδεύη λέγων· «Ω νεανίσκε, εάν ήθελες να αρνηθής την ιδικήν σου θρησκείαν, την θλιβεράν και απαράδεκτον από όλον τον κόσμον, και ήθελες να έλθης εις την ιδικήν μας αγαθήν θρησκείαν, ήθελες αποκτήσει μεγάλην δόξαν και τιμήν και ήθελες πάρει την θυγατέρα του πρώτου αγά ταύτης της πόλεως, να γίνης και κληρονόμος πλούτου πολλού. Εάν τούτο θέλη γίνει, ημείς θα σε έχωμεν πρώτον κατά πάντα εις την πόλιν μας και όλοι θα σε τιμώμεν και θα σε προσκυνώμεν δια την ωραιότητά σου· τοιαύτη ωραιότης δεν πρέπει να μένη εις αυτήν την πτωχικήν και δουλικήν κατάστασιν, αλλά πρέπει να σε παραστέκουν και να σε υπηρετούν δούλοι πολλοί και υπηρέται. Ταύτα ακούσας ο Γεώργιος του είπεν· «Σε ευχαριστώ, διότι φροντίζεις τόσον πολύ δι’ εμέ, όμως θέλω να μου ειπής την αλήθειαν εις ό,τι σε ερωτήσω, διότι είμαι βέβαιος, ότι γνωρίζεις καλά, ως ήκουσα περί σου, όλα τα της ιδικής σας θρησκείας· σε ερωτώ λοιπόν αυτή η δόξα και τιμή, την οποίαν είπες, άραγε μένει και αιώνιος ή τελειώνει»; Εκείνος δε του είπε· «Ναι, τελειώνει· όμως όσοι πολιτεύονται καλώς και φυλλάτουν την παράδοσιν του Μωάμεθ, πηγαίνουν απ’ εδώ εις τον Παράδεισον». Ο Γεώργιος του είπε· «Και ποία είναι η καλή πολιτεία την οποίαν πρέπει να έχη τις εδώ»; Εκείνος του είπε· «Πρώτον είναι η πίστις η καλή και δεύτερον η καθαρότης του σώματος». Ο Γεώργιος του είπε· «Καλά είπες, ότι η πίστις πρέπει να είναι καλή· ποία δε είναι η καθαρότης του σώματος»; Εκείνος του είπε· «Η καθαρότης είναι το να πλύνεσαι και να προσκυνής συχνάκις». Τότε ο Γεώργιος ηρώτησε και πάλιν τον διδάσκαλον των Οθωμανών λέγων· «Εάν ο άνθρωπος ζη με πορνείαν και κραιπάλην και μοιχείαν και πολυφαγίαν και μεταχειρίζεται κάθε είδους σαρκικήν ηδονήν, τον τοιούτον άραγε δέχεται ο Θεός εις τον Παράδεισον»; Αυτός δε και μη θέλων εμαρτύρησε την αλήθειαν, λέγων, ότι ο Θεός βέβαια δεν δέχεται τους τοιούτους, εάν δεν επιστρέψωσι με μεγάλην μετάνοιαν και όσοι αποθνήσκουν με παρόμοια έργα πηγαίνουν εις την κόλασιν. Τότε του λέγει ο Γεώργιος· «Ορθώς έκρινας· τώρα εγώ βλέπω, ότι όλοι οι βασιλείς και ηγεμόνες σας και κριταί και άρχοντες υποδουλώνονται εις παρόμοια ακάθαρτα έργα έως του τέλους της ζωής των και τοιουτοτρόπως αποθνήσκουν χωρίς μετάνοιαν· λοιπόν αυτοί, καθώς είπες, κολάζονται». Ο δε είπεν· «Ο Θεός συγχωρεί τας αμαρτίας με την ελεημοσύνην και βλέπεις ότι οι βασιλείς μας και οι άρχοντες κάμνουν τόσα τζαμία, γέφυρας και βρύσεις και διάφορα άλλα έργα δι’ ανάπαυσιν των ανθρώπων». Εξαφθείς τότε εις ζήλον πίστεως ο Γεώργιος είπεν· «Ο Προφήτης Σολομών γράφει δια Πνεύματος Αγίου, ότι «Θυσίαι ασεβών, βδέλυγμα Κυρίω» (Παροιμ. ιε: 8), διότι βλέπω απ’ αιώνος πολλούς βασιλείς και δυνάστας, οι οποίοι έκαμον πολλά καλά έργα, αλλά δια την απιστίαν των απωλέσθησαν και εξηλείφθησαν τα ονόματά των μη διασωθείσης ούτε καν της μνήμης αυτών, μάλιστα δε από το ιδικόν σας γένος όλοι εχάθησαν και δεν ευρίσκεται εις την πίστιν σας κανείς Άγιος, ούτε δίκαιος, καν βασιλεύς, καν εξουσιαστής, καν κριτής, καν διδάσκαλος, καν κάθε άλλος από τους απλουστέρους, αλλ’ όλοι από μιας εχάθησαν. Εις δε την ιδικήν μας την Αγίαν και αμώμητον πίστιν και βασιλείς και Αρχιερείς και Ιερείς και απλούς λαός, από τον καιρόν του Χριστού έως την σήμερον, ευρίσκονται Άγιοι και τα σώματα αυτών διαμένουσι σώα και αδιάφθορα και ιατρεύουσι διαφόρους ασθενείας εκείνων, οι οποίοι προστρέχουν εις αυτούς μετ’ ευλαβείας και πίστεως· και εάν δεν πιστεύης εις αυτά, έλα να σου δείξω τον κράλην Μιλουτίνον, όστις είναι εις ταύτην την πόλιν, πως ευρίσκεται σώος και φαίνεται ως να κοιμάται, ευωδιάζει δε ώσπερ κρίνον· και πίστευε ότι καθώς αυτός είναι Άγιος, διότι επίστευεν εις τον Χριστόν και έκαμνε τας εντολάς του, ομοίως και ημείς οι οποίοι πιστεύομεν εις τον Χριστόν, ως αυτός, Άγιοι είμεθα. Και λοιπόν πως συ με διδάσκεις να αρνηθώ τοιαύτην αληθή και Αγίαν Πίστιν, η οποία μας φέρει εις τον Θεόν και μας κάμνει κληρονόμους της Βασιλείας των ουρανών; Εγώ είμαι βέβαιος, ότι και συ όλα αυτά τα γνωρίζεις πολύ καλά, αλλ’ η πλάνη τούτου του κόσμου δεν σε αφήνει να προσέλθης εις την αλήθειαν, δια να σωθής». Ταύτα ακούσας εκείνος έμεινε κατησχυμμένος και μη έχων τι να αποκριθή, έκρυψε το δηλητήριον εις την καρδίαν του και επέστρεψεν εις τους ιδικούς του, διηγούμενος λεπτομερώς τα πάντα και έπειτα τους λέγει· «Αν αφήσωμεν αυτόν απείρακτον, θέλει περιπαίξει όλην την θρησκείαν μας». Με τούτους τους λόγους παρακινηθέντες εκείνοι εις έχθραν, επήγαν εις τον κριτήν και του διηγούνται όλα τα συμβάντα με τον Γεώργιον· έπειτα του λέγουν ακόμη και τούτο· «Όλην την θρησκείαν μας και τον νομοδότην μας περιέπαιξεν, ακόμη δε και τον βασιλέα μας και τους εξουσιαστάς και τους κριτάς μας όλους εις την κόλασιν παρέδωκε και εάν τον αφήσης εις την Χριστιανωσύνην, γνώριζε ότι η πίστις αυτού έχει να μεγαλυνθή και η ιδική μας έχει να γίνη παίγνιον». Οργισθείς από τους λόγους τούτους ο κριτής, στέλλει αμέσως τον ίδιον εκείνον, ο οποίος ωμίλησε με τον Γεώργιον, και του λέγει να υπάγη να του τον φέρη, με τρόπον όμως ώστε να μη εννοήση τι ο Γεώργιος. Μεταβάς λοιπόν εκείνος εχαιρέτησε τον Γεώργιον, λέγων· «Μάθε, Γεώργιε, ότι ο κριτής μας σε χρειάζεται πολύ, διότι του είπα ότι είσαι πολύ επιτήδειος εις την τέχνην και σε θέλει δια να του κατασκευάσης πολλά στολίδια του οίκου του, όθεν έχεις να αποκτήσης μεγάλην φιλίαν με αυτόν και να λάβης και όσον μισθόν θέλεις· ελθέ λοιπόν να υπάγωμεν εις αυτόν». Νομίζων ο Γεώργιος, ότι εκείνος του λέγει την αλήθειαν, διότι άκακος ανήρ πιστεύει πάντα λόγον, ηκολούθησεν  αυτόν και επήγαν αμφότεροι εις τον κριτήν· ο δε κριτής ιδών αυτόν εξεπλάγη δια την ωραιότητά του και καλέσας αυτόν πλησίον του του λέγει με ήσυχον και κατανυκτικήν φωνήν· «Ω νεανίσκε, έμαθον πως είσαι πολύ καλός τεχνίτης· ημπορείς να μου κάμης τα στολίδια, τα οποία χρειάζομαι, καθώς εγώ αγαπώ»; Εκείνος δε είπε· «Δος μου να τα κάμω και πιστεύω να σου αρέσουν». Ο δε κριτής είπε· «Ναι, επληροφορήθην ότι είσαι τεχνίτης εις αυτά, όμως ακόμη ένα λόγον έχω να σου είπω και εάν με ακούσης, έχει να γίνη μεγάλον καλόν εις σε· εάν όμως παρακούσης, έχεις να απολεσθής κακώς» Ο δε Γεώργιος είπε· «Τι θέλεις να κάμω»; Ο κριτής απεκρίθη· «Αρνήσου τον Χριστόν και πίστευσον εις την ιδικήν μας ορθήν πίστιν δια να απολαύσης και εδώ όλα τα αγαθά και εκεί να κληρονομήσης τον Παράδεισον». Τοιαύτα και άλλα πολλά του έλεγε, τα οποία ακούσας ο Γεώργιος είπε καθ’ εαυτόν· «Βλέπω, ότι ήλθον εδώ δια να αγωνισθώ δια την πίστιν μου και όχι δια την τέχνην μου· αλλά συ, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, δος μοι λόγον γνώσεως προς απόκρισιν και δίδαξόν με κατά το θέλημά σου». Παρευθύς τότε εδόθη εις τον Άγιον άνωθεν λόγος σοφίας, καθώς υπόσχεται ο των Μαρτύρων αγωνοθέτης Κύριος εις το Ιερόν Ευαγγέλιον και λέγει προς τον κριτήν· «Αι ψυχαί των ιδικών σας και πρώτον αυτού του αρχηγού σας Μωάμεθ και όλων των άλλων του γένου σας μετά τον θάνατόν των που απέρχονται»; Ο δε κριτής είπεν· «Εις τον Παράδεισον». Λέγει ο Γεώργιος· «Ποίον σημείο ή θαύμα φέρεις εις μαρτυρίαν τούτου; Ή πιστεύεις εις κενούς λόγους»; Ο δε κριτής είπε· «Και τι άλλο σημείον θέλεις; Δεν είμεθα βασιλείς, δεν νικώμεν ισχυρά βασίλεια; Δεν λαμβάνομεν τας πόλεις και τας χώρας εκείνων; Όλοι οι βασιλείς και άρχοντες του κόσμου δεν μας προσκυνούν και μας δίδουν φόρους; Εάν λοιπόν δεν μας ηγάπα ο Θεός, δεν ήθελεν υψωθή τόσον το κράτος μας». Προς ταύτα απεκρίθη ο Γεώργιος· «Άνωθεν και εξ αρχής είναι, όσοι βασιλείς ισχυροί εβασίλευσαν και εκυρίευσαν την οικουμένην και απέκτησαν δόξαν και πλούτον πολύν, αλλά με το να μη επίστευον εις τον Κύριον ημών, δια τούτο όλοι απωλέσθησαν και αυτοί και η μνήμη των, η δε δόξα η επίγειος και η βασιλεία εις ουδέν τους ωφέλησε· μόνον δε οι Χριστιανοί, οι οποίοι πιστεύουν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, αυτοί όλοι και βασιλείς και άρχοντες εδικαιώθησαν και εγένοντο Άγιοι· ταύτα και συ καλώς γνωρίζεις, αλλά δεν σε αφήνει η βασιλική εξουσία να ομολογήσης την αλήθειαν». Ο κριτής είπεν· «Ο αρχηγός ημών Μωάμεθ ωμίλησε με τον Θεόν και από αυτόν έλαβε τον νόμον και μας τον παρέδωκε». Πλήρης τότε Χάριτος και Πνεύματος Αγίου ο Γεώργιος εδημηγόρησεν ενώπιον του κριτού και των προσδραμόντων Οθωμανών, λέγων· «Μη γένοιτο να ωμίλησε με τον Θεόν ο Μωάμεθ, διότι όταν ο Θεός κατέβη εις το όρος Σινά, το κάτωθεν του όρους ιστάμενον πλήθος των Εβραίων έτρεμον όλοι από τον φόβον βλέποντες αυτόν να καταβαίνη δια νεφελών και αστραπών. Τότε λοιπόν ο Μωϋσής, και μόνον αυτός, ωμίλησε με τον Θεόν. Πάλιν δε όταν κατέβη ο Υιός του Θεού και έγινεν άνθρωπος, οι βασιλείς των Περσών δι’ αστέρος ήλθον και τον επροσκύνησαν, εκείνος δε εις όλην του την ζωήν έκαμε διάφορα θαύματα έμπροσθεν πάντων· και πάλιν, όταν ανελήφθη εις τον ουρανόν, επάνω εις το όρος των Ελαιών, πλήθος ανθρώπων τον είδον ότι ανέβαινε δια νεφέλης. Τότε καταβάντες δύο Άγγελοι είπον εις τους ορώντας, ότι αυτός, τον οποίον βλέπετε τώρα τοιουτοτρόπως αναλαμβανόμενον, αυτός έχει να κατέβη πάλιν δια να κρίνη τον κόσμον και να αποδώση εις έκαστον κατά τα έργα του, εκείνοι δε οι οποίοι δεν πιστεύουν εις αυτά, όλοι χάνονται. Δια δε τον ιδικόν σας Μωάμεθ, τις είδεν, ή τις ήκουσέ ποτε, ότι ωμίλησε με τον Θεόν εις κανένα τόπον; Ή τι σημείον έκαμεν εις την ζωήν του; Εγώ γνωρίζω κάλιστα, ότι δεν έκαμε κανέν σημείον, αλλ’ αυτός μόνος του συνέγραψεν εύκολον θρησκείαν, η οποία αρέσκει εις το γήινον φρόνημα της σαρκός και ταύτην παρέδωκεν εις ανθρώπους αδαείς, οι οποίοι δεν είχον καμμίαν είδησιν εις τα δόγματα της αληθινής πίστεως και δια τούτο τον εδέχθησαν και ερριζώθη η θρησκεία του εις τας καρδίας των· όθεν καθώς εκείνος δεν είναι Άγιος, διότι κανέν θαύμα δεν έκαμεν, ομοίως και όλοι, όσοι ακολουθούν αυτόν, δεν είναι δυνατόν να γίνουν Άγιοι». Ταύτα ακούσαντες το πλήθος των Αγαρηνών εφώναζαν όλοι εις τον κριτήν· «Πάρε αυτόν από του μέσου ημών, διότι ιδού ότι εις τέλος περιέπαιξεν ημάς». Τότε ο κριτής επρόσταξε να βάλουν τον Άγιον εις την φυλακήν. Όθεν δέσαντες ακείνοι όπισθεν τας χείρας του και άλλοι μεν κτυπώντες αυτόν, άλλοι δε λακτίζοντες και έτεροι πτύοντες, τον έβαλον εις την φυλακήν· προφθάνει δε αυτόν εις την οδόν ο Ιερεύς Πέτρος, δια τον οποίον προείπομεν εις την αρχήν, και λέγει εις εκείνους οι οποίοι επήγαινον· «Δώσετε αυτόν εις εμέ και εγώ γίνομαι εγγυητής δι’ αυτόν, όταν δε τον θελήσετε πάλιν σας τον δίδω». Αυτοί δε του είπον οργιζόμενοι· «Αυτός πλέον δεν βγαίνει από τας χείρας μας, αλλ’ εάν τον αγαπάς και θέλης την ζωήν του, νουθέτησέ τον να έλθη εις την πίστιν μας, διότι, εάν δεν έλθη, έχει να χάση βεβαιότατα την ζωήν του». Ο δε Ιερεύς τους απεκρίθη· «Επειδή ούτως απεφασίσατε, προστάξατε καν να με αφήνουν να έρχωμαι εις αυτόν και εγώ θέλω τον συμβουλεύσει να κάμη το καλλίτερον του». Αυτοί δε είπον· «Κανείς από τούτο δεν σε εμποδίζει». Κατόπιν τούτου επήγεν ο ευλογημένος Ιερεύς εις τον δεσμοφύλακα και τον παρεκάλει να εκβάλη τον Γεώργιον από την φυλακήν δια να ομιλήσουν καταμόνας εις την κατοικίαν του δεσμοφύλακος. Επειδή δε ο φύλαξ ηγάπα κατά πολλά τον Ιερέα, έκαμεν ευθύς κατά το θέλημά του και τον έφερεν εις την κατοικίαν του. Τότε ο Ιερεύς ήρχισε να ασπάζηται τον Άγιον, λέγων· «Χαίροις, τιμία κεφαλή Γεώργιε· συ σήμερον εδόξασες τον Χριστόν, καθώς ποτε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος και ο νέος Στέφανος εις τον καιρόν των Εικονομάχων και άλλοι πολλοί Άγιοι, διότι παρόμοιον έργον και συ εποίησας· αλλ’ ανδρίζου και στηρίζου· και μετά την ομολογίαν αυτήν πρέπει και να αθλήσης, καθώς και οι άλλοι Μάρτυρες πρώτον ωμολόγησαν, έπειτα εμαρτύρησαν· όθεν και εις όλην την οικουμένην δοξάζονται· εάν δε αυτοί λαμβάνουν από ημάς τους ανθρώπους τοιαύτην και τοσαύτην δόξαν, καίτοι δεν ηγωνίσθησαν δι’ ημάς, άραγε πόσας δόξας και τιμάς θέλουν λάβει εις την Δευτέραν Παρουσίαν από τον Χριστόν, δια την αγάπην του οποίου ηγωνίσθησαν και έχυσαν τα αίματά των; Διότι αυτός ο αψευδής υπόσχεται, ότι όποιος τον ομολογήση έμπροσθεν εις τους ανθρώπους, θέλει τον ομολογήσει και αυτός έμπροσθεν του ουρανίου Πατρός του. Αλλά και όστις αγωνισθή μέχρις αίματος δια τον επίγειον βασιλέα, λαμβάνει από αυτόν τιμάς και δωρήματα· άραγε τι είδους τιμάς και δώρα θέλουν λάβει εκείνοι οι οποίοι αγωνίζονται δια τον επουράνιον Βασιλέα; Βέβαια τοιαύτην δόξαν και τοσαύτα αγαθά θέλουν λάβει, κατά τον θείον Παύλον, τα οποία νους ανθρώπου δεν ημπορεί να εννοήση ποτέ». Ο δε Μάρτυς είπε· «Πιστεύω, ότι ταύτα πάντα είναι καθώς τα λέγεις, όμως πολλά φοβούμαι το πυρ και δεν ελπίζω ότι ημπορώ να το υποφέρω». Τότε ο Ιερεύς Πέτρος, ίνα ενισχύση τον Άγιον, λέγει προς αυτόν· «Τι φοβείσαι το πυρ, το οποίον ημίσειαν ώραν έχει να σε πονέση και έπειτα να σε κατατάξη εις τους χορούς των Αγίων; Εάν όμως δεν υπομείνης εις την ημίσειαν ώραν, έχεις να καίεσαι αιωνίως εις την γέενναν του πυρός· δεν πιστεύεις τον διδάσκαλόν μας Παύλον όστις λέγει, «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού· θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»; (Ρωμ. η: 35). Κανέν πράγμα δεν δύναται να χωρίση ημάς από την αγάπην του Χριστού, διότι καθώς ο αυτός Απόστολος Παύλος λέγει· «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η: 18). Διατί λοιπόν δεν χαίρεσαι, ότι έχεις να αλλάξης τα φθαρτά με τα άφθαρτα και τα επίγεια με τα επουράνια; Τα προσωρινά έτη της ζωής με τα αιώνια και ατελεύτητα; Όθεν, τέκνον μου, ετοιμάσου εναντίον του στρατεύματος του διαβόλου και πιστεύω εις τον Θεόν, ότι αυτός θέλει σε στηρίξει, επειδή συ δεν επήγες μόνος εις τούτον τον αγώνα, αλλ’ ο Θεός σε προσκάλεσε, δια να τον δοξάσης εις ταύτας τας εσχάτας ημέρας και αυτός θέλει είναι μετά σου εις το Μαρτύριον, καθώς ήτο και με τον Μεγαλομάρτυρά του Γεώργιον· μόνον μη ατονίσης, αλλ’ υπόμεινον ολίγον». Ταύτα μετά προθυμίας και συνέσεως ακούσας ο καλοπροαίρετος Γεώργιος λέγει προς τον Ιερέα· «Αληθώς είπες κατά πάντα, αλλ’ εν μικρόν ζήτημα θέλω από σου· παρακαλώ να φροντίσης όσον ημπορέσης να με εξαγοράσης, δια να ζήσω ακόμη και να κάμω κανέν καλόν έμπροσθεν του Θεού, επειδή έως του νυν είμαι έρημος πάσης αρετής· εάν όμως δεν δυνηθής, ας γίνη το θέλημα του Θεού· και εγώ μεν σπεύδω να τελειώσω όσα μου είπες, αλλά και συ παρακάλεσον θερμώς τον Θεόν, να μη με υστερήση από την βοήθειάν του, διότι αυτός είπεν· «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε: 5). Ο δε Ιερεύς λέγει προς αυτόν· «Επ’ αληθείας εξ όλης μου ψυχής θέλω φροντίσει δια την σωτηρίαν σου και δεν θέλω λυπηθή τίποτε από τα υπάρχοντά μου, μόνον αν δυνηθώ». Τοιαύτα και άλλα πολλά ενουθέτησε τον Άγιον από την θείαν Γραφήν ο ζηλωτής εκείνος και όντως Ιερεύς του Θεού του Υψίστου· ο δε Μάρτυς εδέχετο πάντα ταύτα μετά χαράς εις την καρδίαν αυτού κατά το σολομώντειον εκείνο ρητόν· «Γνώριζε δικαίω και προσθήσει του δέχεσθαι» (Παρ. θ: 9). Ασπασάμενος δε εν τέλει αυτόν είπεν· «Ειρήνη σοι, Γεώργιε τέκνον μου, ο Κύριος έσται μετά σου ενισχύων σε και περιφυλάττων σε από παντός εναντίου συναντήματος». Ταύτα ειπών ο Ιερεύς ανεχώρησεν, ο δε μακάριος Γεώργιος, προσκυνήσας αυτόν, επέστρεψεν εις την φυλακήν. Την επομένην ημέραν συνήχθη πλήθος πολύ από τους γραμματισμένους Τούρκους και φέρουν τον Μάρτυρα εκ της φυλακής· τόσας δε κολακείας και υποσχέσεις του έκαμαν και τόσας απειλάς, ώστε δεν είναι δυνατόν να τας περιγράψωμεν· όμως, με όλα ταύτα, δεν ηδυνήθησαν να φέρουν τον Άγιον εις τον σκοπόν των κατ’ ουδένα τρόπον· όθεν πάλιν τον εφυλάκισαν, βάλλοντές του αλύσεις βαρείας εις τους πόδας και τας χείρας, ο δε Άγιος ευχαριστών τον Θεόν τα υπέμεινεν όλα μετά χαράς. Απελθών δε ο Ιερεύς εις τον κριτήν, τον παρεκάλει θερμώς και του υπέσχετο να του δώση δώρα πολλά, δια να ελευθερώση εκ των δεσμών τον Άγιον. Υπεσχέθη τότε ο κριτής, ότι θέλει φροντίσει να τον ελευθερώση. Μετά δε οκτώ ημέρας φέρουν τον Μάρτυρα πάλιν εις το κριτήριον δέσμιον και συνάγονται όλοι οι υπηρέται του Μωάμεθ, ο δε κριτής ήρχισε πάλιν να τον κολακεύη λέγων· «Ω νεανίσκε, διατί παραδίδεις τον εαυτόν σου εις τοιαύτην ατιμίαν και εμπαιγμόν; Βλέπεις πως όλοι σε περιπαίζουν και όλοι οι φίλοι λυπούνται δια σε; Αλλ’ άκουσόν μου και κάμε το θέλημά μου». Είχε δε ο κριτής υιόν, τον οποίον προσκαλέσας είπεν προς τον Άγιον· «Ιδού, Γεώργιε, από τώρα και εις το εξής ούτος ο υιός μου θέλει γίνει αδελφός σου και εγώ θέλω σας έχει και τους δύο τέκνα μου, θα διαμένης δε και συ πάντοτε εις τον οίκον μου· ως βλέπεις, εγώ εγήρασα και μετά τον θάνατόν μου δεύτερος κληρονόμος θέλεις γίνει εις όλον μου τον πλούτον και τα υπάρχοντά μου και ταύτα τα οποία σου είπα, σου τα δίδω εγγράφως και έμπροσθεν πάντων. Πίστευσόν μοι, ότι σου λέγω την αλήθειαν και όσα σου είπον με λόγον τώρα, τα κάμνω με το έργον· και ιδού, βλέπεις τούτους όπου είναι εδώ συνηγμένοι; Όλοι έχουν να σε προσκυνήσουν και να γίνουν ως δούλοι σου». Ταύτα τα λόγια ως ήκουσεν εκείνο το συνηγμένον πλήθος των Τούρκων, επήνεσαν με μεγάλας φωνάς τον κριτήν των. Παρίστατο δε εκεί πλησίον του Μάρτυρος και ο Ιερεύς Πέτρος, ο συγγραφεύς του Βίου τούτου, βλέπων δε τον Άγιον προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν, να μη τον αφήση και γίνη παίγνιον του εχθρού. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη εις τον κριτήν· «Επειδή φροντίζεις τα καλά δι’ εμέ και τόσον πολύ με αγαπάς, άφες να είμαι Χριστιανός και με τους Χριστιανούς να πολιτεύωμαι· εάν όμως δεν θέλης να με αφήσης, γνώριζε, ότι από την πίστιν και την αγάπην του Χριστού μου δεν είναι δυνατόν να με χωρίση κανέν πράγμα, ούτε πλούτος επίγειος, ούτε δόξα πρόσκαιρος, ούτε πυρ, ούτε ξίφος, ούτε καμμία άλλη βάσανος, ούτε όσα κακά και αν μου κάμης, διότι ελπίζω βεβαίως εις τον Χριστόν μου, ότι αντί δι’ αυτά θέλω λάβει αγαθά εκατονταπλάσια εις την Βασιλείαν Του την ουράνιον. Και λοιπόν διατί βραδύνεις; Από τα εξής τρία ένα κάμε, ω δικαστά· ή ελευθέρωσόν με καθώς είμαι Χριστιανός, ή απόστειλόν με προς τον Χριστόν μου μίαν ώραν πρότερον, ή γίνετε και σεις Χριστιανοί, δια να ελευθερωθήτε από την αιώνιον κόλασιν». Ο δε κριτής είπε· «Μήπως εγώ σε βιάζω να αρνηθής τον Χριστόν και να μη τον αγαπάς και να τον τιμάς; Μη γένοιτο· διότι και εγώ πολύ τον αγαπώ και τον ομολογώ, ότι συνελήφθη εκ Πνεύματος Θεού και εκ της Παρθένου Μαρίας χωρίς άνδρα και ότι είναι Προφήτης αληθινός και ανελήφθην ζων εις τους ουρανούς, μέλλει δε πάλιν να καταβή δια να κρίνη τον κόσμον εις την εσχάτην ημέραν· και όστις δεν πιστεύει αυτά τα οποία είπον, ας έχη ανάθεμα· τι δε κακόν κάμνομεν ημείς, οι οποίοι τιμώμεν τον Μωάμεθ και τον νόμον αυτού φυλάττομεν και πιστεύομεν, ότι ο Θεός ενεχείρισεν εις αυτόν τας κλεις του Παραδείσου»; Άκρως διαβολική και επικίνδυνος υπήρξεν η παγίς αύτη του κριτού δια να συλλάβη εις τα εαυτού δίκτυα τον Μάρτυρα. Εκείνος όμως ο μακάριος, έχων ένοικον την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, απεκρίθη χωρίς καμμίαν αμφιταλάντευσιν· «Ευχαριστώ τον Θεόν μου, ότι συ καλώς ομολογείς περί του Χριστού, ότι συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου και εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας και ότι αυτός είναι κριτής ζώντων και νεκρών και θέλει αποδώσει εις έκαστον κατά τα έργα αυτού· ούτω πιστεύουν όλα τα έθνη από Ανατολών έως Δυσμών. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και προ της Γεννήσεώς Του όλοι οι Προφήται δι’ αυτόν επροφήτευσαν, δηλαδή ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού μέλλει να γεννηθή ως άνθρωπος και με τους ανθρώπους να συναναστραφή· να βαστάση τας ασθενείας ημών, να φθονηθή από τους απίστους Εβραίους, να σταυρωθή, να ταφή, να αναστηθή, να αναληφθή εις τους ουρανούς, να καθίση εκ δεξιών του Πατρός και να κρίνη κατά την εσχάτην ημέραν ζώντας και νεκρούς. Αυτός δε ο ίδιος ο Χριστός είπεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι όλος ο Νόμος και οι Προφήται, έως του Ιωάννου επροφήτευσαν, από τότε δε έως τέλους του αιώνος Προφήτης άλλος δεν γίνεται· όθεν ο Μωάμεθ Προφήτης δεν είναι, διότι είναι υστερώτερος από τον Χριστόν· αλλ’ αυτός μόνος του ωνόμασεν εαυτόν Προφήτην και κλειδούχον του Παραδείσου και έπλασεν, ότι ο Παράδεισος έχει τρυφάς σαρκικάς και πορνικάς μίξεις. Συνέθεσε δε και παρόμοιον βιβλίον, με εύκολον θρησκείαν, η οποία είναι αρεστή εις τους σαρκικούς· είπε δε ότι το βιβλίον αυτό του εδόθη από τον Θεόν όταν εκοιμάτο· μόνος δε αυτός μαρτυρεί δια τον εαυτόν του ταύτα. Αλλ’ ούτε οι Προφήται επροφήτευσαν δι’ αυτόν, καθώς επροφήτευσαν δια τον Χριστόν, ούτε αυτός ο ίδιος έκαμε κανέν θαύμα προς βεβαίωσιν των λόγων του, καθώς έκαμεν ο Χριστός πολλά· ούτε άλλος ουδείς τον είδε, ότι έλαβεν από τον Θεόν το βιβλίον εκείνο, καθώς είδε τον Μωϋσήν το πλήθος των Εβραίων. Και τι να λέγω τα πολλά; Εγώ αυτόν δεν τον έχω δια προφήτην και όσοι τον πιστεύετε είσθε μερίς αυτού, εγώ δε είμαι μερίς του Χριστού και εδώ και εις την μέλλουσαν ζωήν». Ταύτα ως ήκουσε το πλήθος εκείνο, εφώναζον με μεγάλας φωνάς και ώρμησαν εναντίον του τρίζοντες τους οδόντας, δια να τον κτυπήσουν, ήθελον δε και τελείως να τον φονεύσωσι κατ’ αυτήν ταύτην την ώραν εκείνην, αν δεν τους ημπόδιζεν ο κριτής με τους υπηρέτας του λέγων προς αυτούς· «Διατί ορμάτε τοιουτοτρόπως κατεπάνω του; Δεν είμαι εγώ εκείνος, όστις έχω από τον βασιλέα την εξουσίαν και όποιον καταδικάσω είναι καταδικασμένος και όποιον ελευθερώσω είναι ελεύθερος»; Εκείνοι δε εφώναζαν· «Καθώς σου εδόθη η κρίσις, τοιουτοτρόπως κρίνε και δικαίως, κατά τον νόμον μας, επειδή και ημείς όλον τον νόμον τον γνωρίζομεν, έστω και εάν δεν έχωμεν εξουσίαν από τον βασιλέα». Ο δε κριτής είπεν· «Επειδή γνωρίζετε τον νόμον, τι πρέπει να τον κάμωμεν»; Αυτοί δε απήντησαν. «Πρέπει να καυθή με πυρ, η δε στάκτη του να λιχνισθή εις τον αέρα». Ο δε κριτής είπεν· «Επειδή επαινεί την πίστην του και δεν δέχεται την ιδικήν μας, δια τούτο να τον καύσωμεν»; Αυτοί είπον· «Εάν τις βλασφημήση τον νομοδότην μας, ακόμη και τον βασιλέα μας και τους κριτάς μας και απλώς ειπείν όλους ημάς, είναι δίκαιον ο τοιούτος να παραμένη πλέον εις την ζωήν»; Εδοκίμασε τότε ο κριτής να ειρηνεύση το μαινόμενον εκείνο πλήθος των Αγαρηνών και είπε προς αυτούς· «Δεν ήκουσα εγώ από το στόμα του τους λόγους, τους οποίους λέγετε σεις κατ’ αυτού». Αλλ’ οι Αγαρηνοί, εξαγριωθέντες έτι περισσότερον, εκραύγαζον· «Όχι μόνον αυτούς, τους οποίους είπομεν, αλλά και όλον τον νόμον μας και το προσκύνημά μας και το πλύσιμόν μας εξουθένωσε και περιέπαιξεν». Ηρώτησε τότε ο κριτής τον Μάρτυρα· «Ούτως έχουν, ω Γρηγόριε, αυτά τα οποία μαρτυρούν ούτοι κατά σου»; Και αυτός απεκρίθη· «Μη γένοιτο να εβλασφήμησα εγώ το πλάσμα του Θεού, τον άνθρωπον, αλλά μόνον τα έργα και τους λόγους των αμαρτωλών δεν δέχομαι· την δε αλήθειαν περί του Χριστού κηρύττω και είμαι έτοιμος να αποθάνω δι’ αυτόν». Τότε ο κριτής είπε προς αυτούς· «Βλασφημία είναι αυτό το οποίον ηκούσατε»; Εκείνοι δε είπον· «Αυτό δεν είναι βλασφημία, αλλά πριν να τον φέρωμεν εις σε, είπε τους βλασφήμους εκείνους λόγους· και εάν αυτόν απολύσης, είσαι και συ παραβάτης της πίστεώς μας και του νόμου μας και ημείς θέλομεν κάμει αναφοράν δια σε εις τον βασιλέα». Ιδών τότε ο κριτής, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, είπεν· «Αποκρίσου, Γεώργιε, εις όσα αυτοί μαρτυρούν κατά σου». Ο δε Γεώργιος είπε προς αυτόν· «Εκείνα τα οποία είπον, είπον και δόλον δεν ευρίσκεις εις τα χείλη μου». Είπεν ο κριτής· «Εγώ κάλλιον πιστεύω εις τόσον πλήθος, παρά εις σε τον ένα· και επειδή δεν θέλεις να αρνηθής τον Χριστόν, είσαι άξιος θανάτου». Έπειτα στραφείς προς τον καταλαλούντα λαόν είπεν· «Η αμαρτία αυτού να είναι εις τας ψυχάς σας και ως θέλετε κάμετε με αυτόν». Ευθύς τότε ώρμησαν εκείνοι κατεπάνω του δια να ξεσχίσουν το πρόβατον του Χριστού· και άλλοι μεν τον ερράπιζον, άλλοι τον έπτυον και άλλοι τον έσυρον εδώ και εκεί, είτα του έδεσαν τας χείρας όπισθεν, του έβαλον άλυσιν εις τον λαιμόν και τον έσυραν εις την αγοράν, ο δε κήρυξ αυτών εφώναζε μεγάλη τη φωνή· «Όσοι φυλάττετε την πίστιν μας, ελάτε όλοι και φέρετε ξύλα να καύσωμεν αυτόν, διότι εβλασφήμησε τον νόμον μας και δεν ηθέλησε να αρνηθή τον Χριστόν». Συνήχθη λοιπόν πλήθος αναρίθμητον Αγαρηνών, άλλοι δε εξ αυτών τον απειλούσαν και άλλοι του υπέσχοντο δώρα πολλά· αλλ’ ο Μάρτυς  ίστατο στερεός εις την πίστιν του Χριστού και τους απεκρίνετο εις όλα καθώς έπρεπε· τότε τον έφεραν πλησίον της Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας και πλησιάσας εις αυτόν ο προρρηθείς Ιερεύς Πέτρος του είπεν· «Υπόμεινον ολίγον σήμερον, ω Γεώργιε, δια να χορεύης αιωνίως με τον Χριστόν». Ο δε Μάρτυς του λέγει· «Παρακάλεσον, Πάτερ, τον Θεόν δι’ εμέ, ίνα με στερεώση». Ταύτα ακούοντες εκείνοι οι οποίοι τον επήγαιναν, εδίωξαν τον Ιερέα να μη πηγαίνη πλέον πλησίον του· ο δε Ιερεύς είχεν ένα εξ αυτών φίλον, όστις είχε μεγάλην αγάπην εις τον Χριστόν, αλλά δια τον φόβον δεν το ωμολόγει παρρησία, όσα όμως του έλεγεν ο Ιερεύς τα εδέχετο μετά χαράς. Εις αυτόν λοιπόν είπεν ο Ιερεύς Πέτρος να ίσταται πλησίον του, να ακούη όσα λέγουν οι Αγαρηνοί εις τον Μάρτυρα και όσα αποκρίνεται προς αυτούς ο Μάρτυς· ο δε Ιερεύς απελθών εσύναξε τους παρευρισκομένους εκεί Ιερείς και Χριστιανούς και είπε προς αυτούς· «Αδελφοί, δεήθητε του Θεού να στηρίξη τον αδελφόν μας εις τούτον τον αγώνα». Όλοι τότε ήρχισαν μετά δακρύων να παρακαλούν τον Θεόν, λέγοντες· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ποιήσας σημεία και τέρατα μετά των Αγίων Μαρτύρων σου, συ και νυν ο αυτός είσαι· στερέωσον λοιπόν τον Μάρτυρά σου να Σε ομολογήση έως τέλους εις τας εσχάτας ημέρας ταύτας και ποίησον μετ’ αυτού σημείον εις αγαθόν, ίνα οι ιδόντες και ακούοντες περί αυτού δοξάσωσι το Πανάγιον όνομά Σου, ότι ευλογητόν ει εις τους αιώνας, αμήν». Οι δε Αγαρηνοί συνάξαντες ξύλα πολλά και ποιήσαντες στιβάδα μεγάλην, ήρχισαν πάλιν να τον κολακεύουν και να του υπόσχωνται δώρα πολλά· ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Εγώ σας είπα και μίαν και δύο και πολλάκις, ότι την πίστιν μου ποτέ δεν την αρνούμαι, εάν και χίλια κολαστήρια κάμετε εις εμέ». Τότε εκείνοι, ως ήκουσαν και τους λόγους τούτους από το στόμα του Μάρτυρος, επρόσταξαν να φέρουν σύντομα πυρ και ούτως έτρεξαν πολλοί εις τους οίκους και άλλος έφερε δαυλόν, άλλος άνθρακας ανημμένους και μεταξύ των συνηγωνίζοντο ποίος να ανάψη πρώτος την πυράν, νομίζοντες, οι ασύνετοι, ότι προσφέρουν μεγάλην λατρείαν εις τον Θεόν· και ούτως ήναψαν την στιβάδα και γυμνώσαντες τον Μάρτυρα, τον αφήκαν μόνον με το υποκάμισον και τον έσπρωξαν εις την πυράν και πάλιν τον έσυραν έξω· και είπον· «Ω ταλαίπωρε, διατί δωρεάν χάνεις την ζωήν σου; Ιδέ πως ημείς θέλομεν το καλόν σου και όχι καθώς έλαβες κακήν συμβουλήν από εκείνον τον παπάν τον φιλάργυρον· δεν ηξεύρεις ότι αυτός θέλει τον θάνατόν σου δια να κληρονομήση ό,τι και αν έχης συγχρόνως δε να επαινεθή εις τους φίλους του; Αλλ’ ημείς φοβούμεθα τον Θεόν και δεν θέλομεν ν’ αποθάνης κακώς εις την πυράν και να διαλυθής ως το κηρίον, αλλ’ άκουσόν μας και αρνήσου σήμερον τον Χριστόν, κάμε το θέλημά μας και θα σου δώσωμεν όλα τα δώρα, τα οποία σου υπεσχέθημεν, και έπειτα, αν σου αρέση να είσαι με ημάς, μείνε μαζί μας κατά τον νόμον μας· ειδέ μη, η γη του βασιλέως μας είναι εκτεταμένη, ομοίως και των άλλων βασιλέων και όπου θέλεις ύπαγε και κάμε το θέλημά σου· αλλά τώρα λυπήσου την νεότητά σου και μη χάνης τον εαυτόν σου ούτως άγνωστα». Ο γενναίος όμως Μάρτυς του Χριστού, μηδόλως εκ τούτων πτοούμενος, είπε προς αυτούς· «Γνωρίζετε ότι ο Χριστός έχει να κρίνη κατά την εσχάτην ημέραν όλους τους από Αδάμ γεγενημένους και να χωρίση τους δικαίους από τους αμαρτωλούς, αποστέλλων τους αμαρτωλούς εις την αιώνιον κόλασιν, δια να κολάζωνται αιωνίως, δια παραμικράν ηδονήν του κόσμου τούτου την οποίαν απήλαυσαν· τους δε δικαίους να βάλη εις την Βασιλείαν των ουρανών δια να χαίρωνται αιωνίως δια παραμικράν στενοχωρίαν, την οποίαν εδοκίμασαν εις τον κόσμον τούτον. Ομοίως και όσους εμαρτύρησαν δια την αγάπην του, έβαλεν όλους εις την Βασιλείαν Του. Λοιπόν διατί με πειράζετε, ως αμαθή και ιδιώτην; Ο Χριστός μου είπεν, ότι «Πας ουν όστις ομολογήση εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς· όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ι: 32-33). Δια τούτο κανέν πράγμα δεν ημπορεί να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου, ούτε αυτό το πυρ μέλλει να με καύση, καθώς λέγετε σεις, αλλά θέλει με μεταφέρει από τούτον τον κόσμον εις τον άλλον. Το δε αιώνιον πυρ έχει να καύση όλους τους απίστους καθώς σας είπα». Εκείνοι δε πάλιν είπον· «Να γνωρίζης, ότι το πυρ τούτο δεν πρόκειται να σε μεταφέρη συντόμως από ταύτην την ζωήν, αλλά έχεις να πάθης πολλά έως ότου να μεταφερθής». Ήρχισαν τότε να τον σπρώχνουν προς το πυρ, τόσον ώστε όλον το σώμα του έκαμε φουσκαλίδας· έπειτα πάλιν τον έσυραν έξω και είπον προς αυτόν· «Δεν αισθάνεσαι, Γεώργιε, αυτό το πυρ»; Ο δε Άγιος είπε· «Ναι, δεν το αισθάνομαι, επειδή ο ποιητής του πυρός το μεταλλάσσει εις δρόσον, σας δε τους ταλαιπώρους και αυτό το πυρ και το μελλοντικόν δύναται να κατακαύση· αλλ’ εγώ, Χάριτι Χριστού, ούτε αυτό το πυρ φοβούμαι ούτε το μελλοντικόν». Ταύτα εκείνοι ακούσαντες, ευθύς τον έσπρωξαν πάλιν εις το πυρ και ούτω πλέον έπεσεν ύπτιος (ανάσκελα) επάνω εις αυτό έχων το πρόσωπον κατ’ ανατολάς. Όταν δε εκάησαν τα δεσμά των χειρών του, ύψωσε την δεξιάν του χείρα, έκαμε τον σταυρόν του και εβόησε μεγάλη τη φωνή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου». Τότε λαμβάνων εις εξ αυτών ένα ξύλον μεγάλον, εκτύπησε τον Μάρτυρα εις την κεφαλήν και ευθύς παρέδωκε το πνεύμα του· εν τω άμα δε εφάνη νέφος, το οποίον ήλθεν άνωθεν της πυράς και έβρεξε δρόσον πολλήν, τόσον ώστε εθαύμασαν όλοι εκείνοι οίτινες ήσαν συνηγμένοι εκεί. Ταύτα ιδόντες οι Χριστιανοί εδόξαζον τον Θεόν, οι δε Αγαρηνοί έμειναν κατησχυμμένοι, αλλά και πολλοί εξ αυτών εδάκρυσαν. Τότε οι Χριστιανοί λαβόντες μεγάλην τόλμην επήγαν εις τον εξουσιαστήν και του είπον· «Ιδού ο Γεώργιος, Χριστιανός ων, απέθανε δια τον Χριστόν· δώσατέ μας λοιπόν το σώμα του να το θάψωμεν». Οι δε Αγαρηνοί εφώναξαν· «Μη ελπίζετε να πάρετε κανέν μέρος από το σώμα του, διότι θέλομεν καύσει αυτόν εξ ολοκλήρου, την δε στάκτην του θα σκορπίσωμεν εις τον αέρα». Τότε επήγαν οι Χριστιανοί εις τον κριτήν και εζήτησαν το σώμα του Μάρτυρος. Ο δε κριτής είπεν εις τον Ιερέα εκείνον· «Γνωρίζω ότι συ έγινες αιτία του θανάτου του και συ να δώσης απολογίαν εις τον Θεόν». Ο δε Ιερεύς είπεν· «Εάν του έκαμα κανέν κακόν, ας γίνη ως είπες· εγώ τον συνεβούλευσα δια το καλόν του και ο Θεός έκαμε με αυτόν καθώς ήθελε και σήμερον δια την πίστιν μας απέθανε, πρέπει λοιπόν να τον θάψωμεν ημείς και όχι σεις». Ο δε κριτής είπεν· «Υπάγετε, θάψετέ τον, αλλά φροντίσατε να πείσετε με δώρα εκείνους, οι οποίοι είναι εκεί, να μη σας εμποδίσωσιν». Ο δε Ιερεύς μετά των λοιπών Χριστιανών επήγαν εις τον τόπον του Μαρτυρίου φέροντες και δώρα προς τους τυράννους και παρεκάλουν αυτούς, αλλ’ εκείνοι, αντί να καταπραϋνθούν, ηγριώθησαν περισσότερον· όμως επειδή το σώμα του Μάρτυρος δεν εκαίετο, εσύναξαν και άλλα πολλά ξύλα και ηύξησαν το πυρ δια να ημπορέσουν να το καύσουν· βλέποντες δε ότι δεν εκαίετο, επήραν σώματα νεκρών ζώων πολλά και τα έρριψαν μέσα εις την πυράν δια να μη γνωρίζεται ποίον είναι το σώμα του Μάρτυρος· αλλ’ εκείνα όλα εκαίοντο, το δε μαρτυρικόν λείψανον έμενε σώον και ακέραιον, τόσον ώστε εθαύμαζον και δεν εγνώριζον τι να κάμουν· όθεν, από φθόνον κινούμενοι, είπον· «Ο παπάς ούτος αναμένει να πάρη το σώμα του να το δοξάση ως άγιον, αλλ’ ημείς ας το καίωμεν ως αύριον και αν δεν καή, το ρίπτομεν εις λάκκον γεμάτον από βόρβορον». Ταύτα μαθών ο Ιερεύς τα είπε και εις τους άλλους Χριστιανούς, εις δε εξ αυτών είπεν· «Υπάγετε σεις όλοι εις τας οικίας σας και εγώ ελπίζω εις τον Θεόν την νύκτα ταύτην να το πάρω και να το φέρω εις τον οίκον του Ιερέως». Κατά δε την πρώτην φυλακήν της νυκτός ο Χριστιανός εκείνος, επιτηδείως ενεργήσας, επήρε το άγιον λείψανον και το επήγεν εις την κεντρικήν Εκκλησίαν. Το πρωϊ επήγεν ο Ιερεύς Πέτρος εις τον κριτήν και είπεν· «Γνώριζε, αυθέντα, ότι το πρωϊ κατά την τάξιν μας, επήγα εις την Εκκλησίαν και εύρον εις το μέσον του Ναού το λείψανον του Γεωργίου· τι προστάζεις να το κάμωμεν»; Ο δε κριτής ακούσας εθαύμασε και ωμολόγησε παρρησία εις όλους λέγων· «Αληθώς Άγιος είναι αυτός, διότι εκείνοι οι οποίοι το εφύλαττον μου είπον ότι έβαλαν ξύλα την νύκτα δια να το καύσουν και έγινεν άφαντον απ’ έμπροσθέν των· και λοιπόν ύπαγε και έχεις την άδειαν, να το θάψετε με τιμήν, καθώς γνωρίζετε». Λαβών λοιπόν την άδειαν ο Ιερεύς εσύναξεν όλον τον Κλήρον και τον λαόν και με ύμνους μαρτυρικούς και δοξολογίας ενεταφίασαν το ιερόν του Αγίου Νέου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου λείψανον εις τον Ναόν της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, εις δόξαν Χριστού και του Μάρτυρος Αυτού Γεωργίου, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.


Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Θεόφιλος-- η σοφωτάτη Κασσιανή -- και η σεμνή Θεοδώρα

(1). Ο Θεόφιλος εβασίλευσε κατά τα έτη 829 – 842. Ότε δε ούτος επρόκειτο να έλθη εις γάμον κατά προτροπήν της μητρός του εστάλησαν εις τα ανάκτορα τα ωραιότερα κοράσια εξ όλης της αυτοκρατορίας, ίνα εξ αυτών εκλέξη ο Θεόφιλος την αρέσκουσαν εις αυτόν δια σύζυγον. Τούτου γενομένου μεταξύ των άλλων παρθένων ήτο και η περικαλλεστάτη και σοφή νεάνις Κασσιανή, εις την οποίαν πρώτον απέβλεψεν ο Θεόφιλος. Θέλων δε να δοκιμάση την ευφυϊαν εκάστης, λέγει προς την Κασσιανήν· «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα», υπονοών την Εύαν. Τότε η σοφωτάτη Κασσιανή, σεμνώς ερυθριάσασα, απήντησε θαραλλέως· «Αλλά και εκ γυναικός πηγάζει τα κρείττω», υπονοήσασα την Θεοτόκον. Η τόλμη και η σοφία της Κασσιανής συνέστειλε τον Θεόφιλον, όστις απομακρυνθείς απ’ αυτής εξέλεξε την σεμνήν Θεοδώραν, εις ην και προσέφερε το μήλον, ως σύμβολον της εκλογής του. Ούτως η μεν Θεοδώρα έγινε βασίλισσα, η δε Κασσιανή εγκαταλείψασα την κοσμικήν ζωήν εγένετο Μοναχή. Εις την Κασσιανήν οφείλεται το δοξαστικόν της Μεγάλης Τετάρτης «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Λέγεται δε ότι όταν συνέθετε τούτο η Κασσιανή ήτο απόγευμα και ευρίσκετο εις κήπον. Όταν δε είχε φθάσει εις τους στίχους «αποσμήξω δε τούτους τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις», αντιληφθείσα την έλευσιν του Θεοφίλου έσπευσε να κρυβή. Ελθών δε ο Θεόφιλος και ιδών το ημιτελές ποίημα προσέθηκε την φράσιν: «Ων εν τω παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Επανελθούσα δε η Κασσιανή μετά την αναχώρησιν του Θεοφίλου και ιδούσα τους υπό του Θεοφίλου γραφέντας στίχους αφήκεν αυτούς ως είχον και συνεπλήρωσε το ποίημα. Και τούτο μεν άδεται εκ παραδόσεως ίσως διότι η φράσις αύτη εκ πρώτης όψεως φαίνεται έξωθεν παρεισφρήσασα, η δε ερμηνεία των στίχων τούτων έχει ως εξής· «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας… ων (των οποίων ποδών Χριστού του Θεού) τον κρότον ακούσασα η Εύα κατά το δειλινόν εκείνο εν τω Παραδείσω καταληφθείσα υπό φόβου εκρύβη».